Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Η Τέσυ Μπάιλα γράφει για το ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ




Πολιτική, κατασκοπεία, ρομαντισμός, μεταμφιέσεις και χρήμα, δολοπλοκίες, φόνοι και κυνισμός είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν το μωσαϊκό ενός χαμένου κοσμοπολίτικου περιβάλλοντος στη Γαλλία των προηγούμενων αιώνων. Το νέο βιβλίο του βραβευμένου στη πεζογραφία με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη και με το Prix Mediterranee Entranger για το 2011 Δημήτρη Στεφανάκη είναι ένα έργο υψηλών προδιαγραφών που φιλοδοξεί να μυήσει εκ νέου τον αναγνώστη στην ποιότητα ενός εκλεκτού έργου.
Με αφορμή την αληθινή ιστορία του Βασίλη Ζαχάρωφ, ενός ανθρώπου που διαδραμάτισε έναν εξαιρετικά σημαντικό αλλά και αινιγματικό ρόλο στο παρασκήνιο της Ιστορίας, του μεγαλοεπιχειρηματία και εμπόρου όπλων αλλά αναμφίβολα και ευεργέτη του 20ου αιώνα, ο Στεφανάκης στήνει ένα σκηνικό απίστευτης περιήγησης στη σκοτεινή πλευρά της Ιστορίας και ταυτόχρονα στρέφει με αρκετή διακριτικότητα τον προβολέα της συγγραφικής του δυναμικής τόσο στις συνωμοτικές πρακτικές του ήρωα του όσο και στον έρωτα που σημάδεψε κυριολεκτικά τη ζωή του και ταυτόχρονα προσδιόρισε το μέλλον του.
Μια μυθιστορηματική προσέγγιση στο Ιστορικό γίγνεσθαι των γεγονότων που όπως ο ίδιος γράφει: «προανήγγειλαν την εποχή μας» ξεκινά από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου. Παράλληλα, μια θυελλώδη ερωτική σχέση αναπτύσσεται μέσα στο βαγόνι του ιστορικού Οριάν Εξπρές και ο συμβολισμός εντείνεται, την στιγμή που ο αναγνώστης φτάνει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, για να καταλάβει ότι όλη η ζωή του μυστηριώδη Βασίλειου είχε την ίδια ορμή με αυτή που ο γαλάζιος συρμός του 1887 είχε, όταν διέτρεχε επάνω στις ράγες.

 Ο συγγραφέας κάνει μια σημαντική συγγραφική κατάθεση, παρουσιάζοντας έναν άνθρωπο που η μοίρα δεν στάθηκε συνθλιπτική μαζί του. Απεναντίας ο ίδιος κίνησε τα νήματα της Ιστορίας και συγχρόνως καθόρισε την τύχη πολλών ανθρώπων. Και το ερώτημα που πλανάται είναι κυρίως ένα. Τι ακριβώς υπήρξε αυτός ο άνθρωπος; Ήταν ένας απλός ερημίτης μέσα στο γεμάτο φως κόσμο του Παρισιού του δέκατου ένατου αιώνα ή ένας σκιερός ήρωας, ένας παρασκηνιακός πυρπολητής, ένας σκοτεινός συνωμότης που κατάφερε να μετατρέψει σε προσωπικό πλούτο την οδύνη πολλών λαών, σκηνοθετώντας πολέμους και βιαιότητες;
Ο Στεφανάκης δεν απαντά ο ίδιος στο ερώτημα αυτό. Αφήνει τον αναγνώστη του να διαμορφώσει την προσωπική του άποψη, διασφαλίζοντας όμως την αντικειμενική απεικόνιση του ήρωα του, παρουσιάζοντας σε ισόποσες δόσεις όλες τις ανατολές και τις δύσεις της προσωπικότητας του, την ευαισθησία του απέναντι στη γυναίκα που αγάπησε όσο κανένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα και την πατρίδα του και παράλληλα αφήνει αχνά να διαφανούν όλες οι συνωμοτικές τακτικές του και ο ρόλος που διαδραμάτισε με απώτερο σκοπό το άνομο κέρδος, πουλώντας όπλα και εκτελώντας ο ίδιος ή σκηνοθετώντας τη δολοφονία πολιτικών προσώπων.
Μέσα από τις αφηγηματικές διαδρομές ενός παλιού αναρχικού του Μιγκέλ Θεραμπόν ο Στεφανάκης αφήνει τον ήρωα του Φιλίπ Τεμπό, τον δημοσιογράφο που αναζητά στοιχεία για τη ζωή και τον έρωτα του Ζαχάρωφ με την παντρεμένη δούκισσα Μαρία Ντελ Πιλάρ να μάθει ποιος πραγματικά υπήρξε ο Ζαχάρωφ και το βιβλίο χωρίζεται έτσι χρονικά στο παρόν του 1939 και στο παρελθόν της σκοτεινής διαδρομής του Ζαχάρωφ από το 1887 έως και το τέλος της ζωής του.
Με αρχιτεκτονικό ιστό την Ιστορία, που συνακόλουθα και αθέατα συνδέει τους αρμούς του έργου,  το Φιλμ Νουάρ πετυχαίνει να λειτουργεί ως ένα γοητευτικό ταξίδι στα άδυτα του κόσμου και οι λέξεις, εντυπωσιακά συναρμολογημένες από τον Στεφανάκη, εξεικονίζουν ένα λόγο λιτό, χαρακτηριστική είναι η έλλειψη πολλών επιθέτων, αλλά ταυτόχρονα εντυπωσιακά ευθύβολο, αποτέλεσμα  της ποιοτικής αισθητικής που τον χαρακτηρίζει.
Αυτό όμως που κυριολεκτικά εντυπωσιάζει τον αναγνώστη του συγκεκριμένου έργου δεν είναι η ομολογουμένως εξαιρετική δομή του, ούτε ο τεράστιος αριθμός πληροφοριών που ο Στεφανάκης συνέλεξε για την τεκμηρίωσή του, αλλά ο τρόπος που ο συγγραφέας κατορθώνει να διαχειριστεί όλες αυτές τις πληροφορίες και να δημιουργήσει μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα στο έργο του, χωρίς να κουράσει ή να θεωρηθεί ότι πρόκειται για μια απλή ιστοριογραφική προσέγγιση της εποχής.
Το Φιλμ Νουάρ είναι ένα βιβλίο-ταξίδι. Ένα ταξίδι από εκείνα που λίγοι συγγραφείς μπορούν να κάνουν, αναπαριστώντας μια ολόκληρη εποχή στην παραμικρή λεπτομέρεια της, αναγνωρίζοντας στη λογοτεχνία την αυτόνομη αισθητική ποιότητα της πνευματικής εργασίας. Ο Στεφανάκης έχει αμετάθετο στόχο του την αισθητική ωρίμανση του αναγνώστη του και κοπιάζει πολύ γι αυτό, γεγονός που φαίνεται στην πλούσια βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε και η οποία βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.
Σημαντικές είναι και οι μουσικές συναντήσεις του κειμένου που ο Στεφανάκης μας προτείνει, δίνοντας έτσι λόγο στη μελωδία να ντύσει το βιβλίο του. Από τον ήχο του Οριαν Εξπρές που βρυχάται ερωτικά στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, καθώς ορμά στον προορισμό του, διεισδύοντας στο νεανικό κορμί της υπαίθρου που διασχίζει στον ήχο των κρυστάλλινων ποτηριών που  σπάνε. Και από το «Fantaisie Impromptu» του Σοπέν, μια μελωδία ηρωική και ταυτόχρονα θρηνητική…» που ο δημιουργός του «πριν εκατό χρόνια συνέλαβε μέσα σε λίγες νότες μουσικής την τραγική μοίρα της πατρίδας του» και τους ήχους των όπλων μέχρι την Tempest του Μπετόβεν που αναμιγνύεται με τους ήχους της βροχής ή την άρια Τζιάνι Σκίκι του Πουτσίνι, το κείμενο σημαίνει την ηχητική απόχρωση μιας άλλης εποχής.

Στιβαρό, σοβαρό και απαιτητικό ως ανάγνωσμα το Φιλμ Νουάρ
αντανακλά το συγγραφικό ήθος του δημιουργού του, που λίγους μόλις μήνες μετά τη διεθνή του βράβευση δεν διστάζει να δοκιμαστεί ξανά σε δύσκολα συγγραφικά στοιχήματα.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός:

Στο Παρίσι του 1939 ο νεαρός Γάλλος δημοσιογράφος Φιλίπ Τεμπό αναζητά στοιχεία για το παράνομο ειδύλλιο μιας Ισπανίδας δούκισσας και ενός Έλληνα εμπόρου όπλων. Η ζωή του τελευταίου γεννά πολλά ερωτηματικά για την καταγωγή του, τη δράση και την πολιτική επιρροή του. Ποιος ήταν εντέλει ο άνθρωπος που μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρήθηκε ο πλουσιότερος στον πλανήτη;
Την απάντηση δίνει ο παλιός αναρχικός Μιγκέλ Θαραμπόν. Μέσα από τις διηγήσεις του αναδεικνύεται ένας κόσμος συνωμοσίας, παρασκηνιακής πολιτικής και άνομου κέρδους. Μια κοινωνία σκιών γράφει Ιστορία ερήμην των απλών ανθρώπων, και γεγονότα που σημάδεψαν τον εικοστό αιώνα, όπως η Μικρασιατική Καταστροφή, φαντάζουν εμπνεύσεις ενός αμείλικτου πρωταγωνιστή.
Ο μυστηριώδης Έλληνας δίνει το «παρών» σε κάθε μεγάλη στιγμή: νέα όπλα, αποικιακοί πόλεμοι, πολιτικά σκάνδαλα, μυστικές υπηρεσίες, αγώνας για την αναγέννηση της Ελλάδας. Η σκοτεινή του διαδρομή στις μητροπόλεις του κόσμου φωτίζεται μονάχα από έναν ανεξήγητο πατριωτισμό και το πάθος του για μια γυναίκα…
Μια μυθιστορηματική αναδρομή στα χρόνια που προανήγγειλαν την εποχή μας, όπου ο έρωτας και η Ιστορία, η πολιτική και η κατασκοπεία, ο ρομαντισμός και ο κυνισμός διεκδικούν το δικό τους μερίδιο.





Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Περί του βραβείου Booker: Η περίπτωση του Τζούλιαν Μπαρνς

Η αρχή έγινε πέρυσι με την «Περίπτωση Φίνκλερ» του Χάουαρντ Τζέικομπσον (εκδόσεις Ψυχογιός), για να ακολουθήσει φέτος το «Ένα κάποιο τέλος» του Τζούλιαν Μπαρνς (εκδόσεις Μεταίχμιο). Η επιλογή των δύο τελευταίων ετών κάθε άλλο παρά τυχαία μοιάζει, μολονότι πολλοί αδυνατούν ακόμα να αντιληφθούν το σκεπτικό της επιτροπής ενός βραβείου που τείνει στις μέρες μας να εξελιχθεί σε μικρό Νόμπελ. Την εποχή αυτή η καρδιά της παγκόσμιας λογοτεχνίας έχει μεταφερθεί ξανά στην Ευρώπη. Αφήσαμε πίσω μας την Λατινική Αμερική του μαγικού ρεαλισμού είτε το Αμερικάνικο συγγραφικό λόμπυ των επιγόνων του Σολ Μπέλοου. Η παρέα των Μάρκες, Γιόσα, Σάμπατο και Φουέντες από τη μια και των Ναμπόκοφ, Απντάικ, Ντε Λίλο και Ροθ από την άλλη φαντάζουν στις μέρες το αξιοσέβαστο εγγύς παρελθόν της παγκοσμιοποιημένης πεζογραφίας. Η έδρα της αφηγηματικής τέχνης επέστρεψε στην αγγλοσαξονική επικράτεια, για τρίτη φορά στην ιστορία. Προηγήθηκε η επιφανής εποχή του Ντίκενς και της Έλιοτ και ο θρίαμβος του μοντερνισμού μέσω Τζόις και Βιρτζίνιας Γουλφ. Ο τρίτος κύκλος πνευματικής ηγεμονίας άνοιξε τις τελευταίες δεκαετίες με επίσημο εκφραστή το περίβλεπτο βραβείο Booker. Η διαδικασία επιλογής ανέδειξε ονόματα όπως αυτό της Καναδέζας Μάργκαρετ Άτγουντ ή του Ιρλανδού Τζον Μπάνβιλ που γεύτηκαν τη χαρά της βράβευσης αλλά και συγγραφέων όπως ο Ίαν Μακ Γιούαν.

Η περυσινή ανακήρυξη του Τζέικομπσον ωστόσο άνοιξε τον ασκό του Αιόλου και ένα κύκλο οξείας κριτικής για τα κριτήρια της επιτροπής. Η Περίπτωση Φίνκλερ επικρίθηκε από όσους δεν μπορούν ακόμα να καταλάβουν ότι η σύγχρονη λογοτεχνία γράφεται με όρους απλότητας απαλλαγμένη από το ιδεολογικό μεγαλείο και τα σύνθετα νοήματα παλαιότερων δεκαετιών. Δεν είναι τυχαίο που η αγγλόφωνη πρόζα ηγεμονεύει απόλυτα τα τελευταία χρόνια. Το φλέγμα και η ουσία της είναι αναμφίβολα σημεία υπεροχής αν τα συγκρίνουμε με την άσκοπη ηδυπάθεια της σύγχρονης γαλλικής σχολής, για παράδειγμα. Το μυθιστόρημα του Τζέικομπσον υποδεικνύει με μεγαλοφυή αμεσότητα την οπτική γωνία από την οποία πρέπει κανείς να βλέπει τα πράγματα σήμερα.

Η δαιδαλώδης πλοκή και το περισπούδαστο ύφος δεν αρμόζουν στον σύγχρονο πεζογράφο. Αναζητώντας πιο άμεσους και λιγότερο κραυγαλέους τόνους αφήγησης φτάσαμε στο αποτέλεσμα αυτό που ενισχύει με τον τρόπο του το «Ένα κάποιο τέλος» του Τζούλιαν Μπαρνς – ενός συγγραφέα που πολλοί θεωρούσαν υπερεκτιμημένο. Με τον «Παπαγάλο του Φλομπέρ» είχε διεκδικήσει για πρώτη φορά πριν από χρόνια το ίδιο βραβείο. Έκτοτε δεν έδειχνε ικανός να ξεπεράσει το λογοτεχνικό αυτό αποτέλεσμα. Ωστόσο το Ένα κάποιο τέλος είναι σαφώς ανώτερο από τον Παπαγάλο. Αν μη τι άλλο, με το βιβλίο αυτό ο Μπαρνς εδραίωσε τη φήμη του και υπό την έννοια αυτή, παραφράζοντας κανείς τον τίτλο, θα μπορούσε να μιλήσει για «Μια κάποια αρχή».

Το άρθρο αναδημοσιεύεται από την Athens Voice:

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Ο Δημήτρης Στεφανάκης στο MEGA 20/7/12


Κοσμοπολιτισμός: ο κόσμος δίχως σύνορα

Αναδημοσίευση του άρθρου από το www.thinkfree.gr

http://www.thinkfree.gr/opinions/%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%BF-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%AF%CF%87%CF%89%CF%82-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%81

Του Δημήτρη Στεφανάκη

Αν αναζητήσει κανείς την απαρχή του κοσμοπολιτισμού στη λεκάνη της Μεσογείου, θα χρειαστεί απλώς να καταφύγει στους αρκτικούς στίχους της Οδύσσειας και στον ήρωα του Ομήρου «που είδε πολιτείες πολλές και γνώρισε πολλούς ανθρώπους». Ο Οδυσσέας είναι ο πρώτος πολίτης του κόσμου και οι περιπέτειες του είναι εκείνες που μόνο ο πόλεμος, το εμπόριο, η διασπορά και η πολυγλωσσία μπορούν να εμπνεύσουν.
Στις αρχές του εικοστού αιώνα ο κοσμοπολιτισμός έφτανε στο απόγειό του. Οι ναυτικές αυτοκρατορίες, η αποικιοκρατία, η αναζήτηση νέων πόρων, με δύο λόγια αυτό που θα λέγαμε πρώιμη παγκοσμιοποίηση, συνέθεταν το λεγόμενο μητροπολιτικό τόξο. Μια σειρά από μητροπόλεις στην Ανατολική Μεσόγειο δεν ήταν απλώς η αντανάκλαση των ευρωπαϊκών μητροπόλεων αλλά το αποκορύφωμα του Μεσογειακού διεθνισμού. Χωρίς γλωσσικά σύνορα, χωρίς καν θρησκευτικές ή φυλετικές διακρίσεις, ετερόκλητες κοινότητες συνυπήρχαν αρμονικά στις σύγχρονες Βαβέλ: Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Βηρυτός, Θεσσαλονίκη…
Τι έχει απομείνει σήμερα απ’ όλα αυτά;
Η διεθνική αριστοκρατία που διαχειρίστηκε το πολυφυλετικό αυτό θαύμα αφορίστηκε στο όνομα της εθνικής αλλά και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι ανακατατάξεις στη Μεσόγειο είχαν στόχο μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου, ένα status quo εθνικής ανεξαρτησίας και ισονομίας που στην πράξη δεν τελεσφόρησε. Ο διαφωτισμός εκείνος, ως έκφραση του πνευματικού τυχοδιωκτισμού, αποτελεί πια ανάμνηση με φόντο το θρίαμβο ενός ιδιότυπου επαρχιωτισμού που κυριαρχεί στις μέρες μας.

Θα ανακτήσουμε κάποτε μια πραγματικότητα εξίσου ευφάνταστη και γοητευτική; Ερώτημα στο οποίο ίσως μόνο η λογοτεχνία μπορεί ακόμα να απαντήσει.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Ελένη Μπετεινάκη: Φίλμ νουάρ, βιβλίο " Ταξίδι" ή " Σενάριο Ταινίας"...



30 Μαΐου 2012…ώρα 20.00 …Παρουσίαση βιβλίου : Φιλμ νουάρ του Δημήτρη Στεφανάκη..
http://zhtunteanagnostes.blogspot.gr/2012/06/blog-post.html


Ο πρώτος όροφος του πολύ γνωστού βιβλιοπωλείου Ιανός ( Σταδίου 24, Αθήνα ) γεμάτος κόσμο . Η δυνατή βροχή που πέφτει από νωρίς δεν εμποδίζει τους φίλους του καλού βιβλίου να είναι εκεί.
Όσοι είχαμε την τύχη να είμαστε εκεί, απολαύσαμε μια βραδιά που τα είχε όλα… Καταξιωμένοι δημοσιογράφοι, ηθοποιοί, μουσικοί , συγγραφείς, φίλοι …Όλοι εκεί …Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί , λάτρεις της καλής λογοτεχνίας και των βιβλίων που αντέχουν στο πέρασμα των χρόνων.
Από την πρώτη στιγμή που « ξεκίνησε » η βραδιά είχαμε την αίσθηση ότι παρακολουθούσαμε μια ταινία …Ο τίτλος …καθόλου τυχαίος τελικά … « Φιλμ Νουάρ»… σαν σενάριο μιας πολύ καλογυρισμένης ταινίας. Μιας ιστορίας που μοιάζει απίστευτη αλλά που είναι πέρα για πέρα αληθινή κι ας κινείται ανάμεσα στο μύθο και στην πραγματικότητα κάποιες φορές …



Βασίλης Ζαχάρωφ… Μια πολύπλευρη , σκοτεινή , δυναμική, ερωτική, χαρισματική, έξυπνη, μοναδική προσωπικότητα. Η αίσθηση που σου αφήνει η ανάγνωση του βιβλίου του Δημήτρη Στεφανάκη είναι πως κάπου, κάποια στιγμή, κάποτε θα θελες να τον είχες συναντήσει ή να έχεις ζήσει κάποιο κομμάτι από την πολυτάραχη και πολύ συναρπαστική ζωή του. Μια ζωή που τα είχε όλα : έρωτα, χρήμα, γνωριμίες, πάθος, πολιτική, ίντριγκες, ταξίδια, πολέμους, ιδέες. Κέρδη, πλούτος, ήττες, ανατροπές, ρομαντισμός, αντιθέσεις και αντιφάσεις. Σε μια εποχή πού όλοι θα θέλαμε να είχαμε ζήσει και ας ήταν δύσκολη , μια ιστορία άγνωστη στους περισσότερους από μας, αλλά ιδιαίτερα σημαντική και καταλυτική κάποιες φορές στην διαμόρφωση της ιστορίας και κατάστασης της ίδιας της χώρας μας , στις αρχές του 20ου αιώνα. Ένα ταξίδι στις μεγάλες μητροπόλεις του κόσμου με σημείο αναφοράς το Παρίσι .

Εικόνες που « έπαιξαν » εκείνο το βράδυ μας έβαλαν για καλά στο κλίμα της εποχής …Κάποιες στιγμές ένιωθες τη βουή μέσα στο Café de la Paix, άκουγες τον ήχο από το τραίνο πάνω στον συρμό, μύριζες την μυρωδιά του καπνού, τα αρώματα της Πόλης του Φωτός. Άκουγες φωνές, συζητήσεις , αποφάσεις . Ταξίδευες μαζί με τους ήρωες στο Λονδίνο, την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα … Αν έκλεινες για λίγο τα μάτια και άκουγες την απίθανη αφήγηση των Σταύρου Ζαλμά, Περικλή Λιανού και Όλγας Νικολαΐδη θα μεταφερόσουν αμέσως σε εκείνη την εποχή και θα έβλεπες όλους τους ήρωες να ζωντανεύουν μπροστά σου και συ να θέλεις να είσαι μέρος αυτής της τόσο σαγηνευτικής και απίστευτης ιστορίας …



Ερυφίλη Μαρωνίτη - Δημ. Στεφανάκης (φωτο : Τέσυ Μπάιλα)

Η βραδιά είχε συντονίστρια την κ. Ερυφίλη Μαρωνίτη δημοσιογράφο και συγγραφέα…


Άφησα τελευταίο τον συγγραφέα γιατί νομίζω ότι το νέο του αυτό βιβλίο είναι από τα καλύτερα του …Ένα μυθιστόρημα κοσμοπολίτικο όπως λέει ο ίδιος που διαβάζοντάς το ανακαλύπτεις σιγά- σιγά τις αξίες και τα νοήματα στα οποία θέλει να μας « μυήσει». Ο Δημήτρης Στεφανάκης δεν στέκεται μόνο στην απλή ιστορική καταγραφή, ούτε στη βιογραφική παρουσίαση ενός ανθρώπου που έπαιξε έναν τόσο σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια Ιστορία της εποχής του αλλά παρουσίασε τους θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους με τους οποίους οι κοινωνίες χτίζουν το παρόν και το μέλλον τους. Μέσα από την ιστορία του Βασίλειου Ζαχάρωφ κατορθώνουμε να δούμε όλες εκείνες τις παραμέτρους που νοηματοδότησαν το προφίλ μιας ολόκληρης εποχής και να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με την ιστορική πραγματικότητα έτσι τουλάχιστον που επισήμως μας έμαθαν. Ένα βιβλίο « ταξίδι » για άλλους , « σενάριο ταινίας » για μένα. Ένα βιβλίο που νομίζω ότι θα συζητηθεί αρκετά και θα έχει την τύχη να διαβάζεται για πολλά χρόνια και σε πολλές γλώσσες…


Ευχαριστούμε για την υπέροχη βραδιά και για την αίσθηση που μου προκάλεσε διαβάζοντάς το..…


Ελένη Μπετεινάκη

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Ντοστογιέφσκι: το μαγικό βουνό του μυθιστορήματος




Εκτείνοντας την πραγματικότητα όπως τεντώνει κανείς ένα τόξο, ο Ντοστογιέφσκι πειραματίστηκε σε όλη τη λογοτεχνική διαδρομή του με τα όρια της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης. Τον κατηγόρησαν ότι, παρά την αριστουργηματική αναπαράσταση ακραίων καταστάσεων, δεν τα κατάφερε εξίσου καλά με τις ομαλές εκφάνσεις του βίου. Είναι όμως αυτό αρμοδιότητα της μεγάλης λογοτεχνίας; Αποστολή της είναι να διδάσκει και να καθοδηγεί ή να δημιουργεί και να εμπνέει ανήσυχους αναγνώστες, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να υπερασπίζονται περαιτέρω τις δικές τους σκέψεις;


Κάθε φορά που ο Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ αναφερόταν στον Ντοστογιέφσκι, επέμενε πως ο συγγραφέας των Αδελφών Καραμάζωφ δεν ήταν παρά μια μετριότητα που παρήγαγε χέρσα τοπία λογοτεχνικής κοινοτοπίας χωρίς τη σφραγίδα της διαχρονικότητας και της προσωπικής μεγαλοφυΐας. Σε ανάλογο ύφος, ο νομπελίστας Τζ. Μ. Κούτσι απαξιώνει με πιο εύσχημο τρόπο τη σημασία του ντοστογιεφσκικού έργου, όταν ισχυρίζεται ότι η Ρωσία ανέδειξε ασφαλώς τεράστια λογοτεχνικά μεγέθη, αλλά ως καλλιτέχνες οι Ρώσοι δεν έχουν τίποτε να μας διδάξουν.

Το ότι δύο από τους σύγχρονους μαιτρ της γραφής αποκαθηλώνουν τον γίγαντα της ρωσικής λογοτεχνίας δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει. Ο Ναμπόκωφ, όπως και ο Κούτσι, θεωρούνται κατ' εξοχήν στυλίστες, πραγματικοί αριστοτέχνες του λόγου, εκφραστές της μοντέρνας μυθιστορηματικής τάσης η οποία επιτάσσει τη λέξη προς λέξη γραφή και ανάγνωση του μυθιστορήματος. Η τάση αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους κανόνες γραφής και ανάγνωσης του κλασικού μυθιστορήματος. Ορθά αναρωτιέται ο Ρολάν Μπαρτ στην Απόλαυση του κειμένου: «Διάβασε κανείς ποτέ λέξη προς λέξη τον Προυστ, τον Μπαλζάκ ή το Πόλεμος και Ειρήνη;» Προτείνει μάλιστα: «Διαβάστε αργά, διαβάστε ολόκληρο ένα μυθιστόρημα του Ζολά – το βιβλίο θα σας πέσει από τα χέρια· διαβάστε στα γρήγορα, κομματιαστά, ένα μοντέρνο κείμενο – το κείμενο γίνεται σκοτεινό, κλειστό στην απόλαυσή σας...»

Η ειδοποιός αυτή διαφορά μετέβαλε τα δεδομένα στη σύγχρονη λογοτεχνία. Οι μυθιστοριογράφοι σήμερα έχουν ξεχάσει σχεδόν πώς κτίζεται ο μεγάλος κόσμος των κλασικών μυθιστορημάτων και δεν επικεντρώνονται τόσο στους αρμούς της ιστορίας όσο στα παιγνιδίσματα της γλώσσας. Παρ' όλες τις κατακτήσεις τους σε πειραματικό επίπεδο, ακόμα και οι άριστοι του είδους έχουν απολέσει βασικές αρετές του μυθιστοριογράφου, περιορίζοντας σημαντικά τις ιδεολογικές αναζητήσεις τους. Έτσι σήμερα δεν υπάρχουν πια τα μυθιστορήματα-βιβλιοθήκες, ένα εκ των οποίων αρκούσε κάποτε για να έχει κανείς μια συνολική θεώρηση του κόσμου. Αυτός είναι ένας λόγος για την κριτική στάση απέναντι σε συγγραφείς όπως ο Ντοστογιέφσκι, την οποία ενισχύει το γεγονός ότι όλοι σχεδόν οι κλασικοί υπήρξαν στην εποχή τους όχι μόνο λογοτεχνικό αλλά και εκδοτικό φαινόμενο. Η αναφορά τους στην πλατιά μάζα, κάτι σχεδόν αδιανόητο για τους επιφανείς συγγραφείς του καιρού μας, προκαλεί αναμφιβόλως ανάμεικτα αισθήματα φθόνου και απαξίωσης. Οι λογοτεχνικές προσωπικότητες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν στοχεύουν πια στο ευρύ κοινό αλλά στον ιδεατό αναγνώστη – ή, αλλιώς, στον σκληρό πυρήνα που υποδέχεται το έργο τους. Στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν ένα κόσμο δυσνόητο και πολύπλοκο, υιοθετούν μια απόκρυφη, σχεδόν συνωμοτική γλώσσα και αφήγηση, αποθαρρύνοντας τον μέσο αναγνώστη. Δεν συνέβαινε όμως έτσι στην εποχή του Ντοστογιέφσκι. Ακόμα και η ελίτ της λογοτεχνίας στόχευε χωρίς καμία αιδώ στο ευρύ κοινό και καθιερωνόταν μέσα από αυτό.


ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ, ΜΑΝΙΩΔΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Έτσι κι αλλιώς η περίπτωση Ντοστογιέφσκι είναι εξαιρετικά πολύπλοκη για να την προσεγγίσει κανείς μονοσήμαντα και αφοριστικά. Ο τρόπος που έδρασε λογοτεχνικά, ακόμα και την εποχή της ακμής του, προσιδιάζει μάλλον σε συγγραφέα λαϊκών αναγνωσμάτων, όμως μόνο κατά τα φαινόμενα. Γιατί μπορεί να δημοσίευσε ένα μεγάλο μέρος του έργου του μέσα από την άχαρη διαδικασία της επιφυλλίδας, αλλά η κοινοτοπία του πράγματος περιορίζεται μόνο σε αυτό, καθ' ότι το περιεχόμενο και η μορφή των γραπτών του κάθε άλλο παρά κοινοτοπίες θεωρούνται. Υπάρχουν πάντα κάποιες παρανοήσεις που συνοδεύουν τους πιο ταλαντούχους δημιουργούς.

Ο Ντοστογιέφσκι δεν ήταν ένα ανεπεξέργαστο διαμάντι, ούτε του υπαγόρευε ψιθυριστά ο Θεός στο αυτί τα μεγάλα έργα. Τα μείζονα μυθιστορήματά του αποτελούν ασφαλώς απαράμιλλα επιτεύγματα, σηματοδοτούν όμως ταυτόχρονα το τελικό στάδιο μιας μακράς, επίπονης και απόλυτα συνεπούς ανέλιξης. Μια ενδελεχής εξέταση της ζωής του αποδεικνύει πως, αν μη τι άλλο, υπήρξε εξαρχής μανιώδης αναγνώστης με σαφή λογοτεχνικό προσανατολισμό. Στις πρώιμες αναγνώσεις του συγκαταλέγονται έργα του Μπαλζάκ, του Ουγκώ, του Σίλλερ, του Γουώλτερ Σκοτ, του Ντίκενς και της Γεωργίας Σάνδη. Σπάνια αναφέρεται ότι στη λογοτεχνία πήρε το βάπτισμα με τη μετάφραση στα ρωσικά της Ευγενίας Γκραντέ του Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Η μεταφραστική διαδικασία θεωρείται το καλύτερο σχολείο για έναν συγγραφέα, πόσω μάλλον για ένα εξαιρετικά γόνιμο ταλέντο όπως ο Ντοστογιέφσκι. Γαλουχημένος από την απεραντοσύνη των γαλλικών μυθιστορημάτων, από την αμείλικτη παρατηρητικότητα του Γκόγκολ αλλά και από το κριτικό μεγαλείο του Μπελίνσκι, ο πρωτοεμφανιζόμενος Ντοστογιέφσκι εισέρχεται με το θράσος του ταλέντου σε μια λογοτεχνική σκηνή που αρδεύεται από την πλούσια παράδοση του Πούσκιν.

Όσοι εξακολουθούν να θεωρούν αυτό τον ρώσο γίγαντα προικισμένο «προχειρογράφο» θα πρέπει να θυμούνται ότι ήδη στο πρώτο του έργο, ένα σύντομο μυθιστόρημα με τίτλο Οι φτωχοί, χρειάστηκε να αλλάξει τρεις φορές το κείμενο. Ίσως λοιπόν έδινε πολύ μεγαλύτερη σημασία στην επεξεργασία του γραπτού του από όσο του αποδίδεται. Η θερμή υποδοχή των Φτωχών χάρισε στον νεαρό συγγραφέα μια απρόσμενη δημοσιότητα. Τα φιλολογικά σαλόνια της Πετρούπολης του άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες τους. Στον θανάσιμο πειρασμό της πρόωρης επιτυχίας, ωστόσο, αντιστάθηκε με εκπληκτική ωριμότητα. Ο Σωσίας ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη για το κοινό που ανέμενε με αγωνία μια συνέχεια ανάλογη του πρώτου μυθιστορήματος.

Πόσο σοβαρά λάμβανε υπ' όψη του ο Ντοστογιέφσκι τη λογοτεχνία το αντιλαμβάνεται κανείς από την ιδεολογική ακολουθία του έργου του. Στην πραγματικότητα, το ένα βιβλίο μοιάζει να γεννιέται μέσα από το άλλο. Η στρατηγική του στην ανάπτυξη ιδεών αλλά και λογοτεχνικών συλλήψεων είναι τόσο συνεπής και συγκεκριμένη, ώστε στο τέλος να δίνεται η εντύπωση ενός ενιαίου βιβλίου, όπου τα επί μέρους λογοτεχνήματα δεν είναι παρά μεμονωμένες σελίδες του.

Μικρά διηγήματα όπως «Ο κύριος Προχάρτσιν», «Αθάνατη καρδιά», «Ο έντιμος κλέφτης», «Πολσουνκώφ», νουβέλες όπως Η σπιτονοικοκυρά, Λευκές Νύχτες και το ημιτελές μυθιστόρημα Νέτσοβα Νεσβάνοβα ολοκληρώνουν τον πρώτο δημιουργικό κύκλο της ζωής του.

Η σύλληψη του Ντοστογιέφσκι με την κατηγορία της συμμετοχής του σε προδοτική συνωμοσία τον φέρνει ενώπιον ενός έκτακτου στρατοδικείου και ανοίγει έναν νέο κύκλο, που με τον τρόπο του θα μπορούσε να θεωρηθεί εξίσου δημιουργικός. Η φυλακή και η εξορία στη Σιβηρία είναι ένα δράμα που ξεκινά ως παρωδία, με την εικονική εκτέλεση των βασικών κατηγορουμένων κατ' εντολήν του Τσάρου. Τα τέσσερα χρόνια καταναγκαστική εργασία που του επιδίκασαν τα εξέτισε στη φυλακή του Ομσκ και, παρ' ότι η συγγραφική του φήμη έκανε γι' αυτόν πιο εύκολη τη σκληρή εκείνη δοκιμασία, για πολλούς ο παλιός Ντοστογιέφσκι είχε ήδη πεθάνει για να πάρει τη θέση του ο νέος και αναβαπτισμένος δημιουργός.

Έχουν ειπωθεί πολλά για την μαρτυρική αυτή περίοδο της ζωής του. Τα περισσότερα, ωστόσο, οι βιογράφοι του τα εικάζουν από τα δύο πρώτα σημαντικά έργα του μετά την εξορία, που έφεραν τους εμβληματικούς τίτλους, Ταπεινοί και καταφρονεμένοι και Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων – δημοσιεύτηκαν σε συνέχειες στο περιοδικό Χρόνος του αδελφού του Μιχαήλ.


ΧΩΡΙΣ ΙΔΕΟΛΗΨΙΕΣ

Το σίγουρο είναι ότι, το διάστημα αυτό, ο άτυχος συγγραφέας συναγελάστηκε με πρόσωπα τα οποία δεν θα συναναστρεφόταν ποτέ υπό κανονικές συνθήκες: δολοφόνους, ληστές και άλλους εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου, πρόσωπα με απίστευτη αντοχή στον πόνο, στις ταλαιπωρίες και στις στερήσεις, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν απωθήσει αν δεν είχαν κιόλας απολέσει κάθε έννοια συνείδησης. Στο μέλλον επρόκειτο να γράψει μυθιστορήματα που θα είχαν κυρίαρχο μοτίβο το έγκλημα αλλά και την τιμωρία που συνεπιφέρει – την ουσία και το νόημα της επιβολής ποινών. Ωστόσο αυτό δεν καλύπτει την συνολική προσφορά του.

Ο βαρύς ιδεολογικός άξονας του έργου του αποτέλεσε εξ αρχής πραγματική σπαζοκεφαλιά για τους ειδικούς. Κανείς δεν αμφιβάλλει πια ότι η διαχρονική ισχύς του οφείλεται σε ένα φιλοσοφικό σύμπαν που ανάλογό του είχαμε να δούμε από τον καιρό του Πλάτωνα. Ο Ντοστογιέφσκι καταπιάστηκε με όλα σχεδόν τα κεφαλαιώδη ερωτήματα του ανθρώπου. Ωστόσο οι περισσότεροι θεωρητικοί δυσπιστούν για τις καλές του προθέσεις, αρκετοί από αυτούς τον βάφτισαν «αντιδραστικό» και άλλοι «πράκτορα της χριστιανικής ορθοδοξίας».

Εκείνοι που προσεγγίζουν το έργο του με ανάλογες προκαταλήψεις βρίσκονται συχνά σε προφανή αδυναμία προκειμένου να εξηγήσουν για παράδειγμα πώς ένα βιβλίο, όπως οι Δαιμονισμένοι, το οποίο ξεκίνησε ως λίβελος εναντίον του σοσιαλισμού και του μηδενισμού, καταλήγει ένα δριμύ κατηγορώ εναντίον όλων των ιδεολογιών. Ωστόσο η εξήγηση είναι απλή: ο ρώσος συγγραφέας μπορεί να διατυμπάνιζε με κάθε ευκαιρία τον πολιτικό συντηρητισμό και τη θρησκοληψία του, όταν όμως έμπαινε στην περιπέτεια της συγγραφής ενός μυθιστορήματος άφηνε κατά μέρος τις προθέσεις του. Γνώριζε καλά ότι δεν υπάρχουν σκοπιμότητες στη λογοτεχνία. Η υπαγωγή ενός έργου στις προθέσεις του συγγραφέα του, θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική τόσο για το δημιούργημα όσο και για τον δημιουργό.

Εν τέλει, ο Ντοστογιέφσκι πέτυχε λιγότερο χάρις στις συγγραφικές του προθέσεις και περισσότερο χάρις στο ταλέντο του. Μια επιπλέον «παρενέργεια» αυτής της λογοτεχνικής ιδιοφυΐας είναι το ότι συχνά δίνει τις απαντήσεις χωρίς να θέτει τα ερωτήματα. Κι αυτό ίσως εξηγεί την αδυναμία της κριτικής να συλλάβει ενίοτε το ευρύτερο ιδεολογικό φάσμα του έργου του. Στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας ακολουθεί τη φυσική διαδικασία, όπου κάποιος διαπιστώνει αρχικά το αποτέλεσμα και μετά αναζητά το αίτιο. Στην περίπτωση δε της λογοτεχνίας, δεν χρειάζεται πάντοτε να υποδεικνύουμε την αιτία, ειδικά όταν αυτή ευκόλως εννοείται.

Εξ ίσου άδικο είναι να μεταφέρουμε τον πολιτικό συντηρητισμό του συγγραφέα στις λογοτεχνικές του αναζητήσεις. Ο Ντοστογιέφσκι υπήρξε καινοτόμος και ανανεωτής του μυθιστορήματος. Και αν αυτό δεν του αναγνωρίζεται ευρέως, συμβαίνει αφ' ενός γιατί τους νεωτερισμούς τους απορρόφησε σε μεγάλο βαθμό το φιλοσοφικό του μεγαλείο και αφ' ετέρου γιατί, όπως όλοι οι πραγματικά μεγάλοι τεχνίτες, δεν επέτρεψε ποτέ στην τεχνική να υπερκαλύψει την τέχνη του προκειμένου να εντυπωσιάσει. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τζόυς και η Βιρτζίνια Γουλφ εκφράζονται τόσο κολακευτικά γι' αυτόν, αναγνωρίζοντας ίσως σε ορισμένες πτυχές του έργου του τον άτυπο πατριάρχη του μοντερνισμού. Τα μυθιστορήματά του είναι ριζοσπαστικά και σε επίπεδο μορφής προώθησαν, όσο τίποτε άλλο, τις εξελίξεις στην παγκόσμια λογοτεχνία. Σε σχέση με τον Λέοντα Τολστόι, στον οποίο αναγνωρίζουμε την μοναδική αρτιότητα της Άννας Καρένινα και τον απαράμιλλο πολιτικό οραματισμό του Πόλεμος και Ειρήνη, ο Ντοστογιέφσκι έχει να αντιπαρατάξει έναν αέναο πειραματισμό που μας εκπλήσσει συνεχώς, κάποτε μάλιστα δυσάρεστα. Στη νοητή γραμμή που συνδέει τα μείζονα έργα του, μπορούμε να προβούμε σε κάποιες βασικές διαπιστώσεις.

Στο Έγκλημα και Τιμωρία, για παράδειγμα, ανατρέπει το συμβατικό σχήμα ενός αστυνομικού μυθιστορήματος που θέλει τον πραγματικό δράστη να αποκαλύπτεται στο τέλος. Ο φονιάς αποκαλύπτεται εξ αρχής και το σκηνικό του φόνου περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια. Με τον τρόπο αυτό θα νόμιζε κανείς πως αναιρείται η αγωνία και το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Όμως ο συγγραφέας γνωρίζει καλύτερα από τον οποιονδήποτε την ανθρώπινη ψυχή και το αποδεικνύει με αυτή του την επιλογή. Μεταφέρει τη δράση στην ψυχή του «αιρετικού» Ρασκόλνικωφ, δραματοποιώντας αριστουργηματικά τις εσωτερικές του συγκρούσεις, μέρος των οποίων επιστρέφει στην πραγματικότητα. Η αγωνία του αναγνώστη επικεντρώνεται τώρα στο κατά πόσον θα καταφέρει ο πρωταγωνιστής να ισορροπήσει μέσα του. Η συνειδησιακή του παλινδρόμηση απειλεί να τον ξεσκεπάσει ανά πάσα στιγμή. Με τον τρόπο αυτό, ο Ντοστογιέφσκι μάς καθιστά συνένοχους και εφ' εξής παρακολουθούμε με κομμένη ανάσα την αντιπαράθεση του Ρασκόλνικωφ με τον δαιμόνιο ανακριτή του, τον Πορφίρι Πετρόβιτς. Αν ο πρώτος διατηρεί ακόμα κάποιους ηθικούς ενδοιασμούς, θα έρθει να τους αναιρέσει εκ βάθρων ο απόλυτος κυνισμός του Ζβιντιργκάιλωφ. Ωστόσο, όλα αυτά μπορεί τελικά να μην είναι παρά αντανακλάσεις της ψυχής του Ρασκόλνικωφ και η δράση του μυθιστορήματος να μην ξέφυγε ποτέ από τα στενά όρια της ψυχής του.

Στον Ηλίθιο ο Ντοστογιέφσκι ξεδιπλώνει φαρδιά πλατιά το λάβαρο της φιλοσοφίας, αλλά το κάνει ως μυθιστοριογράφος. Χωνεύει τον μεγαλύτερο όγκο των ιδεών του μέσα στους διαλόγους, τεχνική που παραπέμπει στον Πλάτωνα, και καταφέρνει να δώσει ανάλαφρο τόνο σε ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται τα βαριά χαρτιά της φιλοσοφίας. Αυτή τη φορά, παρωδεί το ερωτικό μυθιστόρημα ανατρέποντας τους κανόνες του. Για να διευκολύνει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, προτάσσει τον Πρίγκιπα Μίσκιν, μια φιγούρα συγκινητικά κωμική. Η τραγική αδυναμία του ήρωα και η αδεξιότητά του στις προσωπικές του σχέσεις προκαλεί ένα αίσθημα υπεροχής στον αναγνώστη. Καθ' όλη την αφήγηση έχουμε την εντύπωση πως διαβάζουμε ερωτικό μυθιστόρημα. Αναζητώντας όμως τον πρωταγωνιστή του, δεν μπορούμε να τον ταυτίσουμε με τον αφελή και αθώο νεαρό ο οποίος στις πιο δυνατές στιγμές του παραδίδει το πολύ πολύ μερικά μαθήματα ανθρωπιάς, αλλά δεν μοιάζει ικανός να εμπνεύσει το μοιραίο πάθος. Έχουμε κάθε λόγο να αμφιβάλλουμε κατά πόσον αυτός ο άνθρωπος είναι σε θέση να γοητεύσει καλλονές όπως η Ναστάσια Φιλίπποβνα ή η Αγλαΐα. Ο συγγραφέας έχει καταφέρει για μια ακόμα να ανατρέψει τους κανόνες παρωδώντας στη συγκεκριμένη περίπτωση το ερωτικό μυθιστόρημα.

Στους Δαιμονισμένους σειρά έχει το πολιτικό μυθιστόρημα. Ένας απρόσεκτος αναγνώστης θα ορκιζόταν ότι το βιβλίο αυτό στρέφεται κατά κύριο λόγο στις καταστρεπτικές συνέπειες των «μοντέρνων ιδεών». Εύκολα θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει χονδροειδή λίβελο αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Στην πραγματικότητα είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που επιζητεί να προκαλέσει σύγχυση στο αναγνωστικό του κοινό. Ανάλογα με τον παραλήπτη τα μηνύματα διαφοροποιούνται. Η αρχική εντύπωση πως πρόκειται για στηλίτευση της αναρχίας και του μηδενισμού βασίζεται κυρίως στην εκ των υστέρων γνώση πως την αφορμή για τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος την έδωσε η γνωστή υπόθεση Νετσάγιεφ. Ο φανατισμένος αυτός ριζοσπάστης, αρχηγός μιας επαναστατικής φοιτητικής ομάδας δεν ανέχεται την αμφισβήτησή του από τον φοιτητή Ιβάνωφ και διατάσσει την δολοφονία του. Πώς τώρα ένα βιβλίο που καυτηριάζει τις ακρότητες εξεγερμένων ανθρώπων καταλήγει εξουθενωτική κριτική κάθε είδους ιδεολογίας, εξηγείται και πάλι από το ότι ο Ντοστογιέφσκι δεν θα έθετε επ' ουδενί σε κίνδυνο την τέχνη του για χάρη των προθέσεών του. Και είναι βέβαιο πως η τελική μορφή των Δαιμονισμένων υπερβαίνει κατά πολύ και τη δική του ιδεολογία. Η τήρηση ίσων αποστάσεων από ιδέες και πρόσωπα αποτελεί, αν μη τι άλλο, συγγραφική δεοντολογία που ένας μεγάλος συγγραφέας ξέρει να σέβεται.

Οι καινοτομίες του Ντοστογιέφσκι, ωστόσο, δεν περιορίζονται μονάχα σε ιδεολογικό επίπεδο. Ένα μυθιστόρημα που ξεκινά με την ιλαρότητα της κωμωδίας κλιμακώνεται δραματικά καταλήγοντας σε τραγωδία. Αυτή η εναλλαγή της ατμόσφαιρας δεν είναι τόσο εύκολη όσο ακούγεται. Υπάρχει πάντα κίνδυνος να ξεπέσει κανείς στο επίπεδο της αφηγηματικής αφέλειας. Όμως όλα βαίνουν κατ' ευχήν και, κυρίως, πλάθεται ένας από τους πιο γοητευτικούς χαρακτήρες της ρωσικής μυθοπλασίας, ο Σταβρόγκιν, αναβαθμισμένος συνδυασμός Ρασκόλνικωφ και Ζβιντιργκάιλωφ. Σατανική προσωπικότητα που χάρις στο δαιμονικό μεγαλείο της υπερβαίνει τους μικρούς και μεγάλους δαίμονες της συγκλονιστικής υπόθεσης. Ο εν λόγω ήρωας αντιπροσωπεύει μια εκλεπτυσμένη εκδοχή του Κακού και θα κυριαρχούσε απόλυτα στις προτιμήσεις των αναγνωστών, αν δεν υπήρχε απέναντί του η ασκητική μορφή του μοναχού Τίχωνα. Η γραπτή εξομολόγηση του πρώτου στον δεύτερο έμεινε αρχικά εκτός μυθιστορήματος. Ο λόγος ήταν ότι μέσα σε αυτήν περιγράφεται ένα ειδεχθές έγκλημα με θύμα κάποιο ανήλικο κορίτσι. Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν ο Ντοστογιέφσκι αναγκάστηκε όντως με βαριά καρδιά να παραλείψει αυτό το κεφάλαιο. Η αμφίσημη γοητεία του Κακού θα πρέπει να είναι ακαταμάχητος πειρασμός για ένα συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση το κείμενο αποκαταστάθηκε στη συνέχεια. Η αρχική απάλειψη της ομολογίας του Σταβρόγκιν παραμένει το διασημότερο επεισόδιο λογοκρισίας στην παγκόσμια λογοτεχνία, ίσως όμως ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι το δέχθηκε με ανακούφιση.


ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΕΚΤΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Ακολουθεί το πρώτο μυθιστόρημα που γράφεται υπό κανονικές συνθήκες, καθώς τα οικονομικά του συγγραφέα είναι ως ένα βαθμό τακτοποιημένα. Στον Έφηβο προσπαθεί ακόμη μια φορά να ενώσει στη μορφή του Βερσίλωφ τους δύο πόλους της ανθρώπινης ύπαρξης. Εδώ το Καλό και το Κακό δεν διαμερισματοποιούνται όπως στην περίπτωση του Ρασκόλνικωφ. Η πρώτη φορά που συνδέθηκαν τα δύο άκρα είναι στον πρίγκιπα Μίσκιν, στον Ηλίθιο, χωρίς το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Το πείραμα του Εφήβου μάλλον πετυχαίνει, κι αυτό είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για τον συγγραφέα ο οποίος έχει θέσει σκοπό της ζωής του να αποδείξει την αναγκαιότητα της θρησκείας. Όπως στην περίπτωση της Σόνιας Μαρμελάντοβα στο Έγκλημα και Τιμωρία, έτσι και στον Έφηβο η καλοσύνη φαίνεται να χειραφετείται όχι μόνο από τον χριστιανισμό αλλά και από τη θρησκεία γενικότερα. Ο Ντοστογιέφσκι, βέβαια, σε αντίθεση με τους συγγραφείς της εποχής μας, δεν αποθεώνει τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά δέχεται a priori την πολυπλοκότητα των ανθρώπων και την αλήθεια της καθημερινής ζωής, όπου Καλό και Κακό αναμειγνύονται σε ποικίλες δόσεις.

Οι Αδελφοί Καραμάζωφ είναι το τελευταίο και ασφαλώς το σημαντικότερο μυθιστόρημά του σε μορφικό και ιδεολογικό επίπεδο. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού στην περιπέτεια της συγγραφής του εισήλθε πιο ώριμος αλλά και πιο ήρεμος από ποτέ. Τα οικονομικά προβλήματα που τον κατάτρυχαν έχουν τώρα ξεπεραστεί, όπως και τα αγεφύρωτα φιλοσοφικά διλήμματα των προηγούμενων χρόνων. Στο κορυφαίο εγχείρημά του παραμένει ανοιχτός σε κάθε είδους πειραματισμούς. Αρχίζει έτσι ένα βιβλίο που, παρά τον όγκο των σελίδων του, παραμένει συναρπαστικό από την αρχή ώς το τέλος – κι αυτό το καταφέρνει μεταθέτοντας συνεχώς το κέντρο βάρους από τον άξονα στην περιφέρεια της αφήγησης. Το βασικό αφηγηματικό μοτίβο επαναλαμβάνεται κατά διαστήματα περισσότερο ως υπόκρουση σε άλλα γεγονότα, μέχρις ότου κυριαρχήσει στην εξέλιξη της ιστορίας. Όταν πια ο μεγάλος αδερφός Καραμάζωφ φθάνει να κατηγορηθεί για τον φόνο του πατέρα του, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι πέφτει σε μυθιστορηματικό «κενό αέρος», δεν μπορεί όμως και να παραπονεθεί γι' αυτό στον συγγραφέα ο οποίος από την αρχή του βιβλίου δεν παρέλειπε να προειδοποιεί για κάποιο συγκλονιστικό γεγονός.

Γνωρίζοντας ασφαλώς πόσο σημαντική είναι η εικονοποιία σε ένα μυθιστόρημα, ο Ντοστογιέφσκι σκηνοθετεί σπαρταριστά επεισόδια που παραμένουν ανεξίτηλα στη μνήμη του αναγνώστη, όπως η γονυκλισία του Ζωσιμά ενώπιον του Ντιμίτρι ή ο πετροπόλεμος των παιδιών μπροστά στον Αλιόσα. Κατά τα άλλα, στο κύκνειο άσμα του ο ρώσος συγγραφέας προβαίνει σε ανακεφαλαίωση, τόσο ιδεολογική όσο και λογοτεχνική.

Δημιουργεί ένα αστυνομικό μυθιστόρημα (Έγκλημα και Τιμωρία), όπου κυριαρχεί ένα οικογενειακό δράμα (Έφηβος), γεμάτο από μικρούς και μεγάλους δαίμονες (Δαιμονισμένοι) και στο πρόσωπο του Αλιόσα Καραμάζωφ προβάλλει έναν αναβαπτισμένο πρίγκιπα Μίσκιν (Ηλίθιος).

Παρ' ότι γνωρίζει πως έχει στα χέρια του μια συναρπαστική ιστορία, δεν ζητά να εκμεταλλευθεί την αγωνία του αναγνώστη, ο οποίος πρωτοδιαβάζει τους Αδελφούς Καραμάζοφ (όπως και τους Δαιμονισμένους), σε συνέχειες, στο περιοδικό Ταχυδρόμος της Ρωσίας. Πολλές φορές επιβραδύνει την πλοκή, δίνοντας χώρο στους ήρωές του προκειμένου να μιλήσουν για τον εαυτό τους, για τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Κι αυτοί, άλλοτε επιλέγουν να εκφραστούν προφορικά, όπως στην περίπτωση του διαλόγου Αλιόσα και Ιβάν με τον εγκιβωτισμένο μύθο του Ιεροεξεταστή, άλλοτε διατυπώνουν τις σκέψεις τους γραπτώς, όπως ο μοναχός Ζωσιμάς. Αν όμως πρόκειται για γυναικείους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, αφήνουν να μιλήσουν οι πράξεις για λογαριασμό τους. Όλα αυτά ελάχιστα προωθούν την υπόθεση του μυθιστορήματος ή επηρεάζουν την συμπεριφορά των ηρώων. Προσθέτουν όμως πολύτιμες ψηφίδες φιλοσοφίας που αναβαθμίζουν τη σημασία του.

Αναζητώντας κανείς τον πρωταγωνιστή αυτού του βιβλίου, αδυνατεί να τον εντοπίσει με βεβαιότητα. Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι υποδεικνύει τον μικρότερο αδερφό, τον Αλιόσα, προαναγγέλλοντας μάλιστα ένα δεύτερο μυθιστόρημα, όπου ο ήρωάς του θα είναι πια σε ώριμη ηλικία. Ωστόσο, κύριο πρόσωπο από άποψη δράσης είναι ασφαλώς ο μεγαλύτερος, ο Μίτια, ενώ από άποψη ιδεών ο Ιβάν. Στην πραγματικότητα, δεν πρωταγωνιστεί ένας άνθρωπος αλλά μία οικογένεια. Οι Καραμάζωφ συνθέτουν έναν ετερόκλητο μικρόκοσμο στον οποίο εμπεριέχονται όλες οι αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο πατέρας Καραμάζωφ είναι η μυθιστορηματική επιτομή του «Κακού», ένας βδελυρός, ολοζώντανος χαρακτήρας, για τον οποίο ο δημιουργός του πρέπει να υπήρξε πολύ υπερήφανος. Μετά τη δολοφονία του, το καθήκον της συνέχισης του Κακού ανατίθεται στον εξώγαμο γιο του. Ο Σμερντιακώφ δολοφονεί τον βιολογικό του πατέρα πεπεισμένος πως εκτελεί εντολή του Ιβάν. Ο Μίτια επιθυμούσε κι αυτός με τη σειρά του τον θάνατο του Φιοντόρ Καραμάζωφ και ήταν έτοιμος να τον σκοτώσει. Ο φόνος αυτός συνιστά επί της ουσίας συλλογικό έγκλημα, που θυμίζει έντονα την δολοφονία του Σάτοφ στους Δαιμονισμένους. Παρόμοια αντιστοιχία με τους Δαιμονισμένους υπάρχει και στην πλευρά του «Καλού»: ο Ζωσιμάς είναι η εξέλιξη του μοναχού Τίχωνα. Κι αυτή τη φορά, όμως, ο εκπρόσωπος του Καλού δεν έχει τη δύναμη να ανακόψει την εξέλιξη και να αποτρέψει το έγκλημα. Τουλάχιστον εδώ καταφέρνει να το προβλέψει. Εν τέλει το ζήτημα δεν φαίνεται να είναι η πατροκτονία αλλά το αν υπάρχει πνευματική συνενοχή στο έγκλημα. Κι όσο για τις κύριες γυναικείες μορφές –Γκρουσένκα και Κατερίνα Ιβάνοβνα–, δεν έχουν ίσως ιδεολογική συνεισφορά στο μυθιστόρημα, παίζουν ωστόσο μείζονα ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Μολονότι εντυπωσιακές και κατά κάποιον τρόπο μοιραίες, είναι σαφώς υποδεέστερες από ηρωίδες όπως η Ναστάσια Φιλίπποβνα στον Ηλίθιο.

Για το πρόσωπο του αφηγητή, ο συγγραφέας προκρίνει λύση παρόμοια με εκείνη των Δαιμονισμένων. Μόνο που, εδώ, ο ανώνυμος κάτοικος της «πόλης μας», δρώντας ως χρονικογράφος, δεν επιφορτίζεται απλώς με την έκθεση των γεγονότων, αλλά αφήνει να εννοηθεί ότι ο ίδιος γράφει το μυθιστόρημα.

Εκτείνοντας την πραγματικότητα όπως τεντώνει κανείς ένα τόξο, ο Ντοστογιέφσκι πειραματίστηκε σε όλη τη λογοτεχνική διαδρομή του με τα όρια της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης. Τον κατηγόρησαν ότι, παρά την αριστουργηματική αναπαράσταση ακραίων καταστάσεων, δεν τα κατάφερε εξίσου καλά με τις ομαλές εκφάνσεις του βίου. Είναι όμως αυτό αρμοδιότητα της μεγάλης λογοτεχνίας; Αποστολή της είναι να διδάσκει και να καθοδηγεί ή να δημιουργεί και να εμπνέει ανήσυχους αναγνώστες, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να υπερασπίζονται περαιτέρω τις δικές τους σκέψεις;

ΕΝΑΣ ΕΠΙΔΡΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Πολλή συζήτηση έχει γίνει επίσης για τη γλώσσα του Ντοστογιέφσκι και για τις «μαύρες τρύπες» στα βιβλία του. Κι αυτός είναι ένας λόγος που στυλίστες σαν τον Ναμπόκωφ ζήτησαν επανειλημμένα την αποκαθήλωσή του. Είναι αλήθεια ότι στα κείμενά του εμφιλοχωρούν χωρία αφρόντιστα και ελαφρώς χοντροκομμένα, που τον εκθέτουν στα μάτια των κριτικών και των αναγνωστών. Στις περισσότερες περιπτώσεις ευθύνεται η πίεση του χρόνου και οι επαχθείς οικονομικές συμφωνίες με τους εκδότες, ή η εξ ίσου επαχθής επιφυλλιδογραφία. Όσοι λοιδορούν τον επιφυλλιδογράφο Ντοστογιέφκσι, ας μη λησμονούν πως μέσα από την ιστορία μιας άσημης οικογένειας κατάφερε να αναδείξει όλες τις παραμέτρους του σύγχρονου κράτους – τη δύναμη του Τύπου, τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, τη σημασία της εκκλησίας, της εκπαίδευσης, το ζήτημα της πολιτικής και της εθνικής προπαγάνδας.

Εάν το μέγεθος ενός συγγραφέα υπολογίζεται με την ενορατική του δύναμη και το φιλοσοφικό του βάρος, τότε ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι δικαίως θεωρείται σήμερα το μαγικό βουνό της λογοτεχνίας. Οι αντιήρωές του, απαλλαγμένοι από τη δογματική βεβαιότητα του «Καλού» και του «Κακού», μετέδωσαν το μικρόβιο της αμφιβολίας σε πολλούς χαρακτήρες της παγκόσμιας μυθοπλασίας. Οι κατακτήσεις του σε επίπεδο ύφους και ιδεών έγιναν κτήμα μιας ευρύτερης κοινότητας διανοουμένων και η επιρροή του είναι κατάδηλη σε συγγραφείς όπως ο Καμύ, ο Κάφκα, ο Προυστ, ο Μοράβια ή ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς, καθώς και σε φιλοσόφους όπως ο Νίτσε και ο Βιτγκενστάιν.



- Από τον Δημήτρη Γ. Στεφανάκη

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Ένας Έλληνας στον κόσμο, του Νίκου Βατόπουλου


εφημερίδα Καθημερινή 7/7/12



Ο Δημήτρης Στεφανάκης κερδίζει διεθνή αναγνώριση με τα ιστορικά μυθιστορήματά του
Του Νικου Βατόπουλου

Η εντύπωση που αφήνει ο Δημήτρης Στεφανάκης είναι αυτή ενός ανθρώπου με εσωτερική αρμονία, ανοικτού, διψασμένου για γνώση και επικοινωνία. Δεν μου έκανε εντύπωση ότι μετά τις «Μέρες Αλεξάνδρειας» (μεταφρασμένο στα γαλλικά, τα ισπανικά και σύντομα στα αραβικά, τιμημένο με το Prix Mediterranee Etranger), προχώρησε σε ένα εξίσου δύσκολο εγχείρημα. Το «Φιλμ Νουάρ» (εκδ. Ψυχογιός), το πιο πρόσφατο βιβλίο του, ρίχνει φως στη σκοτεινή, αμφιλεγόμενη, αινιγματική και συναρπαστική προσωπικότητα του Βασίλη Ζαχάρωφ, που μέσα από τις επιχειρηματικές και παρασκηνιακές δραστηριότητές του, φέρνει στο προσκήνιο την Ευρώπη της μπελ επόκ ως μία μισοφωτισμένη σκηνή θεάτρου.

Κοσμοπολιτισμός
Για τον Δημήτρη Στεφανάκη είναι σαφές ότι η υπόθεση λογοτεχνία είναι αποτέλεσμα μιας σκληρής και μεθοδικής δουλειάς, έρευνας και διαβάσματος των πηγών, καθώς τα βιβλία του (ακόμη και το «Θα πολεμάς με τους θεούς», εκδ. Πατάκη, 2010. είχε ως θέμα την αρχαία Σπάρτη), έχουν ιστορικό υπόβαθρο. Φαίνεται ότι έχει βρει τον ρυθμό του και με τις «Μέρες Αλεξάνδρειας» (πρώτη έκδοση 2007, συνεχείς ανατυπώσεις και διεθνή καριέρα) ξεκίνησε μια σοβαρή ενασχόληση με αυτό που θα ονόμαζε ελληνικό κοσμοπολιτισμό της περιόδου 1860-1940, με την ευρύτερη δυνατή έννοια και γεωγραφική εξακτίνωση. Δεν είναι τυχαίο ότι οι «Μέρες Αλεξάνδρειας» μεταφράζονται και στα αραβικά από το Εθνικό Κέντρο Μετάφρασης του Καΐρου και ότι η πλοκή του βιβλίου μπορεί άνετα να γίνει σενάριο για τηλεοπτική ή κινηματογραφική μεταφορά.
Το «Φιλμ Νουάρ» προχωράει πάνω στις ράγες που έστρωσαν οι «Μέρες Αλεξάνδρειας» και συνδυάζει στοιχεία μυθιστορηματικής βιογραφίας, αστυνομικού μυστηρίου και ψυχαγωγικής λογοτεχνίας. Ο Δημήτρης Στεφανάκης, μέλος πλέον της κριτικής επιτροπής του Prix Mediterranee de la Poesie Nikos Gatsos, καθώς και του Prix Mediterranee Etranger, έχει αποκτήσει μια διεθνή εμπειρία για την κινητικότητα που μπορεί να έχει ένα μυθιστόρημα στις αγορές. Τα βιβλία του, καθώς είναι διαβαστερά και έχουν πλοκή, καθώς συνδυάζουν έρευνα και κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, άρεσαν στους Γάλλους, που τον έβγαλαν πρώτοι στη διεθνή αγορά. Το «Φιλμ νουάρ» μεταφράζεται ήδη στη Γαλλία από τον εκδοτικό οίκο Viviane Hamy (που έβγαλε και τις «Μέρες Αλεξάνδρειας») και θα κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2013 στα γαλλικά βιβλιοπωλεία.
Αυτό που μου αρέσει στον Δημήτρη Στεφανάκη είναι η μεγάλη αγάπη που έχει στην κλασική λογοτεχνία, στον Ντοστογιέφσκι, στον Τολστόι, στον Φλωμπέρ, στον Μπαλζάκ. Μεταφραστής και ο ίδιος, άνθρωπος με επικοινωνιακό χάρισμα, ωραία φωνή, άνεση να σταθεί σε διεθνές περιβάλλον, προτρέπει διαρκώς το κοινό του να αναζητήσει τους πυλώνες της λογοτεχνίας του 19ου και του 20ού αιώνα. Θεωρεί βασική αρετή για κάθε αναγνώστη να έχει μια λογοτεχνική «προπαίδεια» ούτως ώστε να αισθάνεται ότι αποτελεί μέρος μιας παράδοσης.
Ισως γιατί και ο ίδιος μπαίνει στη θέση του αναγνώστη που αναζητεί μια καλή ιστορία με πολλές πληροφορίες, να είναι αυτό που δίνει στον Δημήτρη Στεφανάκη το χάρισμα και τη δύναμη να χτίζει τις πλοκές του με γνώμονα την ψυχαγωγία του αναγνώστη.
Εχω την αίσθηση ότι βαδίζει προς ολοκλήρωση μιας τριλογίας (έχοντας ήδη βγάλει δύο αυτοτελή, πολυσέλιδα μυθιστορήματα), η οποία θα επαναφέρει προς συζήτηση πολλά θέματα που πηγάζουν από την εποχή του κοσμοπολιτισμού. Ασκεί μια ιδιαίτερη έλξη όλη αυτή η περίοδος από τα τέλη του 19ου αιώνα ώς τις αρχές του 20ού, με τις μεγάλες κοινότητες των Ελλήνων, συμπαγείς ή διάσπαρτες, να αλληλεπιδρούν, να γεννούν πλούτο και να ακμάζουν. Κάπου, εκεί ανάμεσα, αναζητούμε όψεις του σύγχρονου εαυτού μας.
- Δημήτρης Στεφανάκης, «Μέρες Αλεξάνδρειας» και «Φιλμ Νουάρ», εκδόσεις Ψυχογιός.

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Ο Γιάννης Αντωνιάδης γράφει για το Φιλμ Νουάρ

Είναι πλέον διαδεδομένο πως ησύγχρονη λογοτεχνική εποχή δεν μας έχει δώσει και τα καλύτερα δείγματα αξιοπιστίας ως προς το αποτέλεσμα της …γραφής για κάποιον που έχει επιβεβαιωμένη την επιτυχία ενός βιβλίου ευπώλητου και αναγνωρισμένου.Και θα αναρωτηθείτε που το πάω με αυτήν μου την φράση. Μην τρομάζετε, εξηγούμαι κατευθείαν. Όσοι διαβάσατε το βιβλίο Μέρες Αλεξάνδρειας του Δημήτρη Στεφανάκη θα έχετε καταλάβει πως γράφονται ακόμα καλά βιβλία που μας ανταμείβουν και μας συγκινούν όχι με την δραματική και επιφανειακή έννοια, αλλά με την έννοια πως μας πληρώνουν πίσω το αντίτιμο που καταθέσαμε για να το αγοράσουμε, με λίγα λόγια διασκεδάζουμε την ανάγνωση και δεν μετανιώνουμε για την επένδυσή μας.

Αυτή η διευκρίνιση είναι άκρως αναγκαία όταν μετά από ένα βιβλίο όπως το Μέρες Αλεξάνδρειας, το οποίο απέσπασε δύο διεθνή βραβεία βιβλίου (Διεθνές βραβείο Καβάφη και Prix Mediterrannee Etranger το 2011) και μεταφράστηκε σε τρεις ξένες γλώσσες (γαλλικά, ισπανικά και αραβικά), ο συγγραφέας αυτός με την στόφα κλασσικής λογοτεχνίας επανέρχεται με ένα βιβλίο όχι μόνο ισάξιο του προηγούμενου αλλά ακόμα πιο ώριμου, πιο μεστού και πιο ατμοσφαιρικού γιατί ο όρος ιστορικού δεν μου ταιριάζει. Αυτό το βιβλίο που θα σας παρουσιάσω ευθύς αμέσως, το Φιλμ νουάρ, έρχεται απλά να επιβεβαιώσει πως τίποτα δεν γίνεται τυχαία.

Διαβάζοντας το ήδη από τις πρώτες σελίδες κατάλαβα πως έχω να κάνω με μία συνέχεια. Η διατήρηση ενός συγγραφέα σε υψηλά επίπεδα έκφρασης είναι και το δύσκολο. Πολύ περισσότερο όταν η γραφή που συναντάμε είναι ακόμα πιο ρευστή και θα τολμούσα να πω καθηλωτική για τον αναγνώστη και οι διάλογοι ακόμα πιο εύστροφοι και με μία δόση καλοδουλεμένου χιούμορ που δεν συναντήσαμε τόσο στο προηγούμενο. Η πλοκή του βιβλίου διαδραματίζεται πάνω κάτω στην ίδια περίοδο με τις Μέρες Αλεξάνδρειας μόνο που αυτήν την φορά εκτυλίσσεται σε άλλη πολιτισμική σφαίρα και μακριά από τον ελλαδικό χώρο, αφορά όμως σε ένα πρόσωπο πολύ αμφιλεγόμενο, σκοτεινό και γιατί όχι μυστηριώδες ως προς την δράση του. Αυτός στον οποίο αναφέρομαι δεν είναι άλλος από τον Βασίλειο Ζαχάρωφ. Έλληνας, Γάλλος, Ρώσος ή υπήκοος κάποιας άλλης χώρας; Μάλλον προς Έλληνα της ομογένειας θα έκλινα. Θα πούμε σίγουρα πως πρόκειται για έναν άνθρωπο με πολλαπλές ταυτότητες, εγκεφαλικό, με DNA που σίγουρα παραπέμπει σε Έλληνα της διασποράς. Αυτός ο άνθρωπος, ο έμπορος όπλων, ο ευφυής, ο διαφθορέας, ο διπλωμάτης, ο ικανός, χειραγωγούσε πρόσωπα και όριζε καταστάσεις στα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι και το ξέσπασμα του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.

Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με τον πολύκροτο βίο μίας μεγαλοφυΐας προς το καλό ή προς το κακό, η οποία έλυνε και έδενε όπως λένε λαϊκά στις κατακόμβες της παγκόσμιας ιστορίας και διπλωματίας συναναστρεφόμενος μεγάλες προσωπικότητες κύρους και εμβέλειας όπως ο Ζορζ Κλεμανσό (Γάλλος πρωθυπουργός), ο Λόυντ Τζόρτζ (Άγγλος πρωθυπουργός) και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Στα σαλόνια των αρχηγών αυτών σύχναζε, με αυτούς έτρωγε και έπινε, την γνώμη του με το αζημίωτο παρείχε, συμφωνίες για εμπόριο όπλων πάνω και κάτω από το τραπέζι έκλεινε και σε κάθε περίπτωση το άτομό του ήταν παρόν σε συζητήσεις που έκρυβαν ρίσκο και απαιτούσαν εκ μέρους του ειδικές αποστολές για να πετύχει με θράσος, επιμονή αλλά και ταλέντο αναγνωρισμένο όλα αυτά για τα οποία έμεινε γνωστός στην ιστορία. Χρηματοδότησε σύμφωνα με ιστορικές πηγές μέχρι και την Μικρασιατική εκστρατεία με τέσσερα εκατομμύρια λίρες και κάθε φορά έπασχε με την Ελλάδα που χρεοκοπούσε, που πληγωνόταν από τα δεινά του πολέμου και από τις άκομψες και μικροκομματικές πολιτικές των εκάστοτε Ελλήνων ηγετών, οι οποίοι έλαμπαν δια της ανικανότητάς τους να την εκπροσωπήσουν και να δικαιώσουν την θέση της.

Ο Ζαχάρωφ, αν και σκληρός και δύστροπος άνθρωπος, έκρυβε μία ρομαντικότητα και μία ευαισθησία όχι τόσο για τις γυναίκες που πέρασαν από την ζωή του όσο για την Ελλάδα, την οποία πάντα σκεφτόταν και πονούσε έστω και αν ζούσε μακριά από τα πάτρια εδάφη. Ωστόσο αυτή του η αγάπη δεν αναιρεί το ύπουλο του χαρακτήρα του, το μεγαλείο της ανήθικης πολλές φορές συμπεριφοράς του που μπροστά στα συμφέροντα του όταν απειλούνταν μαστίγωνε κάθε είδος δικαίου για να ικανοποιήσει τον εγωισμό του και την λατρεία του για επιτυχία και εξουσία.

Αλλά και αυτό απαιτεί πολύ μεγάλο ταλέντο: το να χρησιμοποιήσεις την δύναμη που σου έδωσε η φύση για το καλό ή το κακό ή και τα δύο αλλά έχοντας πλήρη επίγνωση πάντοτε του τι κάνεις. Όπως είναι λογικό για μία τέτοια προσωπικότητα, είχε φανατικούς φίλους ή ίσως και περισσότερους άσπονδους εχθρούς και μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου θα καταλάβουμε πως από τύχη γλίτωσε την δολοφονία του σε έναν δρόμο του Παρισιού όταν η σφαίρα πέρασε ξυστά και τραυμάτισε τον οδηγό του. Αλλά αυτό ήταν μέρος του παιχνιδιού και το ήξερε και το αποδεχόταν. Αυτός ο σκοτεινός ιππότης των περίεργων και «βρώμικων» υποθέσεων μετατρέπεται σε άσπρο καβαλάρη, ο οποίος ενσαρκώνεται μέσα από την αφήγηση του Στεφανάκη και ο τελευταίος με στοιχεία μυθοπλασίας αλλά και βασισμένος σε αρχεία μυστικών υπηρεσιών ξεδιπλώνει όλο το φάσμα των απρόβλεπτων γεγονότων εκείνης της μαύρης περιόδου για την ευρωπαϊκή ήπειρο.


Αυτός δεν είναι και ένας από τους σπουδαιότερους ρόλους ενός συγγραφέα που του έδωσε η φύση την δύναμη της γραφής? Μέσα από ένα μυθιστόρημα να μας κάνει να διαβάσουμε την ιστορία μίας εποχής που αλλιώς θα μας ήταν πολύ βαρετό;

Οι ίντριγκες και οι δολοπλοκίες του ανδρός αυτού ξαναζωντανεύουν εν έτει 1939 μέσα από τον Μιγκέλ Θαραμπόν, έναν Ισπανό αναρχικό, ο οποίος τύχαινε να είναι στενός φίλος του Βασίλειου και γνώριζε άγνωστες πτυχές των σκοτεινών δραστηριοτήτων του καθώς και λεπτομέρειες της ιδιαίτερα πλούσιας ερωτικής και συναισθηματικής του ζωής. Αυτές τις πληροφορίες θέλει να αντλήσει και να καταγράψει ο φιλόδοξος Φιλίπ Τεμπό, νεαρος Γάλλος δημοσιογράφος, ο παππούς του οποίου γνώριζε επίσης τι εστίΒασίλειος Ζαχάρωφ και με αφορμή ένα άρθρο που καλείται να γράψει για την εφημερίδα στην οποία εργάζεται ζητάει από τον Μιγκέλ Θαραμπόν να τον καθοδηγήσει στα μονοπάτια της ιστορίας και της πολιτικής.
Είναι λογικό σε μία έντονη προσωπικότητα σαν και αυτήν να «αναζητήσουμε την γυναίκα»: το βιβλίο εξιχνιάζει τον μεγάλο έρωτα του Βασίλη Ζαχάρωφ με την Μαρία ντελ Πιλάρ, μία Ισπανίδα δούκισσα που τον στοιχειώνει, πράγμα πρωτόγνωρο για τον δύσκολο στα ερωτικά θέματα Βασίλειο. Με αυτήν την γυναίκα-πλανεύτρα θα βιώσει μία άλλη πραγματικότητα, θα ζήσει μία σχέση πάθους, μίσους και έντονων συναισθημάτων και όλη αυτή η αύρα που σας περιγράφω είναι έκδηλη στους διαλόγους που ανταλλάσσουν οι δύο εραστές.


Είναι πραγματικά ένα μυθιστόρημα που έχει όλα τα στοιχεία ανατροπής, κατασκοπείας, ιστορίας και ερωτισμού που συνδυάζουν μία πολυμορφία, μεταφέρουν τον αναγνώστη σε κάτι διαφορετικό, ασυνήθιστο και νοσταλγικό σε μία εποχή που είχε πολλά να μας διδάξει και που δυστυχώς ή ευτυχώς κάποια γεγονότα ιστορικά επαναλαμβάνονται ακόμα και σήμερα.
Αν θεωρήσω πως εξάντλησα τα του Ζαχάρωφ – αν είναι δυνατόν – θέλω να γυρίσω στον συγγραφέα. Ο Δημήτρης Στεφανάκης με τα δύο αυτά βιβλία συγκεκριμενοποιεί πλέον την γραφή του, αποκτά στέρεη βάση στο λογοτεχνικό στερέωμα και απόδειξη αυτού είναι πως το βιβλίο μεταφράζεται ήδη στα γαλλικά γιατί είναι άξιο τέτοια βιβλία να ταξιδεύουν στο εξωτερικό και μαζί να ταξιδεύει η Ελλάδα της δημιουργίας και της ποιοτικής λογοτεχνίας. Το μόνο που έχω να σας μεταφέρω ως ευχή είναι να ρουφήξετε το Φιλμ νουάρ όσο περισσότερο μπορείτε, να μπείτε στο κινηματογραφικό του γίγνεσθαι και να νιώσετε τον παλμό της πλοκής. Με λίγα λόγια βουτήξτε στην ιστορία, απολαύστε την χωρίς ανάσα και διδαχθείτε: η έντονη προσωπικότητα μπορεί να εκδηλώνεται θετικά ή αρνητικά. Ο νόμος της ελευθερίας λειτουργεί!



Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Η Αλίκη Δραγώνα μεταφράζει τις κριτικές για την Ισπανική έκδοση του Μέρες Αλεξάνδρειας



Η Αλίκη Δραγώνα είχε την καλοσύνη να μεταφράσει τις κριτικές που δημοσιεύθηκαν στην Ισπανία μετά την κυκλοφορία του βιβλίου μου Μέρες Αλεξάνδρειας στην Ισπανική γλώσσα.
Την ευχαριστώ πολύ!

Francisco Vélez Nieto (Desde España. Especial para ARGENPRESS CULTURAL)
Dimitris Stenfanakis
Los días de Alejandría
Traducción de María Méndez

http://cambiopolitico.com/critica-literaria-los-dias-de-alejandria-de-dimitris-stenfanakis/13105/#.T-9q6G-YaDc.facebook

Με τις Μέρες της Αλεξάνδρειας ξεκινά κανείς μια περιπλάνηση μέσα από μια γραφική και πολυποίκιλτη βεντάλια χαρακτήρων, οι οποίοι μας μεταφέρουν σαν απαλό αεράκι στο σκηνικό των παραμονών του Μεγάλου Πολέμου της Ευρώπης, που εγκαινίασε μια διαδοχική τραγωδία και που με έμβλημα τις μεγάλες αγριοτήτες, θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε ένα δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος με τη σειρά του γέννησε τις πιο σκληρές δικτατορίες που γνώρισε η Γηραιά Ήπειρος κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου. Η ιστορία προσδιορίζεται ακριβώς τη στιγμή που ο Νάσσερ, ο ιδεολόγος αρχηγός του αιγυπτιακού κράτους, πραγματοποιεί την εθνικοποίηση των βιομηχανιών και των τραπεζών, καθώς και τις συγκρούσεις με το Ισραήλ. Οι πρωταγωνιστές αυτής της αφήγησης που κινείται ανάμεσα στη μυθοπλασία και το πραγματικό, γεμίζουν 714 σελίδες ευχάριστης ανάγνωσης, συνθέτοντας ένα θαυμάσιο έργο από το οποίο δεν λείπει τίποτε και το οποίο διατηρείται σε ένα σωστό επίπεδο από την αρχή μέχρι το τέλος, με οδηγό το νέο Έλληνα συγγραφέα που αποβιβάζεται στη μυθική και μαγική πόλη της Αλεξάνδρειας προς αναζήτηση της επιτυχίας στον κόσμο των επιχειρήσεων και της υψηλής κοινωνίας.
Ο μελλοντικός αναγνώστης που επιθυμεί να διαβάσει τη ζωή μιας οικογενειακής φατρίας η οποία περιδιαβαίνει ανάμεσα σε πόλεις διαφόρων χωρών και ηπείρων να μη διστάσει. Κάτω από την πατρική ράβδο αυτού του νέου ΄Ελληνα, ο οποίος πλεονεκτεί σε ωριμότητα και σε ανάστημα, τίποτα δεν απομένει να φανερωθεί και συγχρόνως να ζωντανέψει στην πόλη που έζησε ο συμπατριώτης του και μαγικός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933), «Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος./Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι/που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά/θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους». Πορτρέτα εξαίρετα, ηδονές μιας υψηλής μπουρζουαζίας, τόσο προοδευτικής και μορφωμένης, τόσο ταξικής και σπάταλης απέναντι στις πιο εκλεπτυσμένες απολαύσεις, μιας αστικής τάξης που εμφανίζεται υπεράνω ενός κόσμου σε πλήρη αναβρασμό, όπως είναι αυτός του 20ου αιώνα. Αλλά τίποτε δεν εμποδίζει, τίποτε δεν αντιτίθεται στη σφοδρή της επιθυμία για εξουσία, στην απόλαυση του εξεζητημένου αδιαφορώντας για την κατασπατάληση και τη βαρύτητα του κόστους. Σε όλο αυτό προστίθεται η μεγάλη περιουσία μιας συζύγου, παραδόξως κλεπτομανούς και παθιασμένης συλλέκτριας των πιο ποθητών έργων τέχνης και της αιγυπτιακής κουλτούρας.
Στην Αλεξάνδρεια, με το πνεύμα, τη δημιουργική του ικανότητα και την αιώνια ελληνική επιδεξιότητα και σωστή διαχείριση, ο Αντώνης Χαραμής καταφέρνει να δημιουργήσει μια σημαντική βιομηχανική αυτοκρατορία με την κατασκευή των περίφημων αιγυπτιακών τσιγάρων. Μια κραταιά επιχείρηση, τα κέρδη της οποίας ικανοποιούν όλες τις απαιτήσεις και τις ορέξεις της οικογενειακής του αυλής. Εραστές του λεπτού γούστου και των εξεζητημένων απολαύσεων, απαιτητικοί γιοι και πολυέξοδοι, οι οποίοι, από τα ύψη της πολυμορφίας και του τρόπου ζωής που βρίσκονται, από την ταξική κοινωνία και τις διαφορετικές της κουλτούρες, είναι ολότελα ξένοι προς στην πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Και στη σκιά αυτών, παρακολουθούμε τη γέννηση στην Ευρώπη του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού, στον οποίο προσχωρούν με ευλαβική αφοσίωση οι δύο γιοι του μεγιστάνα που απολαμβάνουν τις ηδονές του Βερολίνου και του Μονάχου της δεκαετίας του ’20, διότι « Η διαστροφή βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από τη φαντασία μας. Κι ίσως η αίσθηση υπεροχής που προσφέρει το νοητικό άλμα ενός βίτσιου είναι η ψευδαίσθηση της ηδονής από την οποία η διεστραμμένη συνείδηση δεν είναι επ’ ουδενί διατεθειμένη να παραιτηθεί».
Από αυτό το περιβάλλον και τις συνήθειές του, ο αφηγητής μας εισάγει σταδιακά σε κόσμους όπου παρελαύνουν οι πιο διάσημοι και πολύμορφοι χαρακτήρες, οι οποίοι μαζί με τα συγκεκαλυμμένα νοήματα της καβαφικής ποίησης κάνουν το πέρασμά τους στην ιστορία. Χαρακτήρες όπως η Σάρα Μπερνάρ, που διαφημίζει τα διάσημα αιγυπτιακά τσιγάρα με τα οποία ο μεγιστάνας προμηθεύει τον αγγλικό στρατό, μια έξυπνη εμπορική και πολιτική εξάσκηση στη λογική του ‘σου πουλάω με αντάλλαγμα...’. Η βαρύτητα του Τόμας Μαν και της συνταρακτικής λογοτεχνικής του μαρτυρίας με το «Μαγικό Βουνό». Οι στενές σχέσεις του Μάχου, του Βενιαμίν της οικογένειας Χάραμη, με τον Ρούντολφ Ες και οι εξαιρετικές υπηρεσίες που του παρέχει ο ήρωας λόγω του θαυμασμού του. Η αιτία να γίνει ο ίδιος μέλος ενός τόσο φανατικού κόσμου μέσα στους φρενήρεις μετασχηματισμούς που βιώνει η Ευρώπη και που αναστατώνουν και πλήττουν την Ελλάδα και την Αλεξάνδρεια, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν μεμονωμένα γεγονότα. Η αντίσταση, οι εθνικισμοί, ο διωγμός των Ελλήνων, ο παναραβισμός του Νάσσερ. Ένας εξωφρενικός αλλά πραγματικός κόσμος, από τον οποίο δεν λείπει η σκιά του Ρόμμελ, ο οποίος έχει μετατραπεί σε «ψυχή της ερήμου», σκιά και πραγματικότητα που αντιπροσωπεύει την «άφιξη των βαρβάρων».
«Υπάρχουν πόλεις που μας θυμίζουν μια έξυπνη και όμορφη γυναίκα: γοητευτικές, ουσιώδεις, συχνά επικίνδυνες, ζητούν από κάποιον να διηγηθεί την ιστορία του, ανακαλώντας όχι μόνο τα γεγονότα αλλά ακόμα και τη γεύση του δέρματος του». Σ’ αυτή την ανάκληση της επιθυμίας που γράφει ο Καβάφης, βρίσκεται επίσης η μιζέρια των φτωχών, αποτύπωμα της κοινωνίας στην οποία ζούμε σήμερα, που υποδέχεται τους φτωχοδιάβολους που έρχονται από το εξωτερικό, από τόσο μακριά. Είναι τα «φτηνά εργατικά χέρια!». Οι οποίοι, όταν τα πράγματα πάνε καλά γίνονται δεκτοί, αλλά «αλλά στην εποχή των ισχνών αγελάδων τους εγκαταλείπουμε στην τύχη τους να ψοφήσουν and we don’t give a damn».
Ο Δημήτρης Στεφανάκης, ένας Έλληνας συγγραφέας που έχει μυηθεί στη λογοτεχνία μεταφράζοντας συγγραφείς του μεγέθους των Μπέλοου και Απντάικ, έχει διακριθεί στη Γαλλία για αυτό το δαιδαλώδες μυθιστόρημα με το Prix Mediterrané καλύτερου ξένου μυθιστορήματος, ένα βραβείο με το οποίο έχουν τιμηθεί μεταξύ άλλων ο Ουμπέρτο Έκο και ο Άμος Οζ.

Una Alejandría entre burdeles
http://www.larazon.es/noticia/130-una-alejandria-entre-burdeles

Μια Αλεξάνδρεια ανάμεσα σε κακόφημα σπίτια

Ο Δημήτρης Στεφανάκης παρουσιάζει ένα μνημειώδες πορτρέτο της πόλης τυλιγμένο στην αχλή του μύθου της.
Το να γράφει κανείς για την πόλη της Αλεξάνδρειας είναι σαν να μπαίνει σε ένα μυθικό χώρο από τον οποίο η επιτυχής έξοδος είναι μια αρκετά δύσκολη διαδικασία. Αυτό δοκίμασε ο Δημήτρης Στεφανάκης στις «Μέρες της Αλεξάνδρειας», με αναμενόμενα αποτελέσματα. Η τοιχογραφία είναι μνημειώδης, γεμάτη από παράλληλες ιστορίες που διασταυρώνονται σε μια τυπική δομή οικογενειακής φατρίας που συναντάμε στο μυθιστόρημα-ποταμό του δεκάτου ενάτου αιώνα. Στις «Μέρες της Αλεξάνδρειας» γίνεται προσπάθεια να αναδειχθεί ως κυρίαρχος ήρωας η πόλη της Αλεξάνδρειας, «η πρωτεύουσα της ανάμνησης», όπως την αποκάλεσε ο Ε.Μ.Φόρστερ. Μια πόλη που έζησε τη στιγμή της κοσμοπολίτικης λαμπρότητας και μεγαλοπρέπειας κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα.
Πολύχρωμη κοινωνία
Αυτή την ιστορική και εμπορική πόλη όπου διασταυρώνονταν «πέντε φυλές, πέντε γλώσσες και δεκάδες θρησκείες» ξεπερνά η λογοτεχνική Αλεξάνδρεια του Ε.Μ. Φόρστερ, του ανθρώπου που ανακάλυψε και μετέφρασε στα αγγλικά το έργο του Κ.Καβάφη. Είναι η ίδια πόλη που ανακτά ο Στεφανάκης μέσα από τη νοσταλγία για την αφήγηση της ζωής μιας ελληνικής οικογένειας στη φιλόδοξη Αλεξάνδρεια μιας μπουρζουαζίας, σχηματισμένης από βιομήχανους Έλληνες, Λιβανέζους, Σύρους και Τούρκους, από την αιγυπτιακή ολιγαρχία και από τους διπλωματικούς των αυτοκρατορικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της αγγλικής κατοχής. Μια πόλη-χοάνη απ’όπου αναδύεται μια ποικιλόχρωμη κοινωνία όπου η απόλαυση των παθών ελαχιστοποιείται μόνο από μια κάποια αστική επιφυλακτικότητα. Την Αλεξάνδρεια του Φόρστερ την ξεπερνά αυτή που δημιούργησε ο Λόρενς Ντάρελ στο «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο», που συγκίνησε τον λογοτεχνικό κόσμο της δεκαετίας του ’60 και ’70, αυτό το αφηγηματικό πείραμα το οποίο έδινε την ιστορία μέσα από τέσσερις διαφορετικές οπτικές, όπως το «Ρασομόν» του Κουροσάβα. Πάλι, στην αλεξανδρινή τοιχογραφία του Ντάρελ εμφανιζόταν ως μυθικός εκπρόσωπος της πόλης των αντιθέσεων, του Γιοτ Κλαμπ, της παραλιακής οδού Corniche και των σοκακιών, η φιγούρα του ποιητή Καβάφη να σέρνει τους πρωταγωνιστές του στις τρώγλες και τα μπορντέλα μέσα σε μια συγκεχυμένη οχλαγωγία από εφηβικά σώματα και πάθη. Είναι η ίδια ατμόσφαιρα που ανακαλύπτει εκ νέου ο Στεφανάκης. Η πόλη που ο Ντάρελ αποκαλεί «ιερόδουλη απ’ όλες τις πόλεις». Μια Αλεξάνδρεια που ο Στεφανάκης προσπαθεί να επιβάλει ως πρωταγωνίστρια, η οποία όμως δεν ξεπερνά την οντότητα των προσώπων που την κατοικούν, πρόσωπα φτιαγμένα με την ίδια πρώτη ύλη από όλα εκείνα τα εξωτικά δράματα με την ανατολίτικη γεύση.

Σχετικά με τον συγγραφέα
Έχει κάνει μεγάλη επιτυχία με αυτό το μυθιστόρημα –ποταμό γύρω από τους κοσμοπολίτες κατοίκους της συγκεκριμένης πόλης
Ιδανικό για...
Όλους αυτούς που αρέσκονται στις αναπαραστάσεις μιας εποχής, όπως η Μπελ Επόκ
Ένα ελάττωμα
Ίσως κάποιοι το βρουν υπερβολικά «κλασικό»…
Ένα προτέρημα
Η αναδόμηση της συγκεκριμένης εποχής.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Η Εριφύλη Μαρωνίτη παρουσιάζει το ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ


                         

 ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ –  Ο πόλεμος των παρασκηνίων

Με εφαλτήριο τις «Μέρες Αλεξάνδρειας», βραβευμένες με το Prix Méditerranée Ėtranger 2011, ο Δημήτρης Στεφανάκης προχωρά σε μια νέα τριλογία, που εγγράφεται στο τόξο του κοσμοπολιτισμού, στη Μεσόγειο και την Ευρώπη των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Το Φιλμ Νουάρ, που μόλις κυκλοφόρησε, είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας, με ήρωα τον ελληνικής καταγωγής Βασίλειο Ζαχάρωφ, έναν βαθύπλουτο έμπορο όπλων με κρίσιμη εμπλοκή στις διεθνείς πολιτικές εξελίξεις.

Μυθιστορηματική βιογραφία, αστυνομικό μυθιστόρημα - όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, «Φιλμ Νουάρ» – κοινωνικό αφήγημα ή μυθιστορία; Το νέο βιβλίο (Ψυχογιός) του Δημήτρη Στεφανάκη δύσκολα κατατάσσεται σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Ο ίδιος ο συγγραφέας μιλά για «μυθιστορηματική αναδρομή με όρους και τεχνοτροπία αστυνομικού αφηγήματος, μια ιστορία με μεγιστάνες, πολιτικούς και κατασκόπους, χρήμα και συνωμοσίες σ’ ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες, που παραπέμπει μεν στην ομότιτλη κατηγορία του νουάρ, αλλά αναφέρεται παράλληλα και στην παράδοση των μεγάλων κλασικών πεζογραφημάτων, όπως το «Έγκλημα και Τιμωρία» ή οι «Αδελφοί Καραμαζώφ»  του Ντοστογιέφσκι».
  Η πολυσέλιδη διήγηση, που ξεκινά in media res, μ’ ένα αμφίσημο, αν όχι οξύμωρο για τα δρώμενα που ακολουθούν πρόσημο, «το καλό υπάρχει μέσα μας, το κακό το επινοούμε..» (σε παραλλαγή η φράση, «το καλό υπάρχει μέσα μας και είναι η πιο απλή εκδοχή των πραγμάτων», είναι η κατακλείδα του βιβλίου) εξαρχής χωρίζεται στα δυο.
  Στο πρώτο επίπεδο, και στο αφηγηματικό παρόν του μυθιστορήματος, ένας νεαρός Γάλλος δημοσιογράφος, ο Φιλίπ Τεμπό,  που αναζητά στοιχεία για τον μεγάλο, παράνομο, έρωτα μιας Ισπανίδας δούκισσας και ενός μυστηριώδους Έλληνα εμπόρου όπλων, ο οποίος διέθετε ασύλληπτο πλούτο και επιρροή, θα βρει πρόθυμο συνομιλητή και πολύτιμη πηγή ανεκτίμητων και άγνωστων πληροφοριών, στο πρόσωπο του Ισπανού Μιγκέλ Θαραμπόν, παλιού αναρχικού, αριστοκρατικής καταγωγής, και φίλου του παππού του! Βρισκόμαστε στο Παρίσι, τον Απρίλιο του 1939, όταν «ο πόλεμος δεν ήταν ακόμα παρά φήμη στα σύνορα της χώρας», με την ναζιστική Γερμανία να έχει ήδη εισβάλει στην Τσεχοσλοβακία και να ετοιμάζεται για την Πολωνία. Ένα Παρίσι βυθισμένο – σύμφωνα με τα αφηγούμενα – σε μια δυσεξήγητη μακαριότητα, απρόθυμο να συνειδητοποιήσει τον επερχόμενο κατακλυσμιαίο πόλεμο, μια παραλυτική απάθεια που θα μπορούσε να εκληφθεί και ως δειλία, μια «ψευδαίσθηση πως τα κακό θα μπορούσε να αποτραπεί, πως η ζωή θα συνεχιζόταν ειρηνικά..». Απαλλαγμένος από ανάλογες ψευδαισθήσεις, και με την πικρή εμπειρία του Ισπανικού εμφυλίου που έχει πριν από λίγο καιρό τελειώσει με την επικράτηση του Φράνκο, ο παλιός αναρχικός και αριστοκράτης Μιγκέλ, θα διηγηθεί στο νεαρό Γάλλο δημοσιογράφο και σε διαδοχικές συναντήσεις, όχι απλώς την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα, αλλά την πολυτάραχη ζωή ενός αμφιλεγόμενου και μυστηριώδους προσώπου, ενός αμείλικτου πρωταγωνιστή, του Βασίλειου Ζαχάρωφ.

 Οι διηγήσεις του Μιγκέλ, με συχνές αναδρομές ή προδρομικά άλματα στα μελλούμενα, τέμνουν και τέμνονται  από το δεύτερο επίπεδο του μυθιστορήματος, τη δράση του Ζαχάρωφ στο πρόσφατο αφηγηματικό παρελθόν. Από τα παρισινά καφέ των εξιστορήσεων, στο ιλιγγιώδες γεωγραφικό φάσμα, σχεδόν όλου του τότε  γνωστού κόσμου, της δράσης του Βασιλείου, (και τούμπαλιν) η σκυτάλη της αφήγησης εναλλάσσεται με μαεστρία, ευρηματικές συνδέσεις και γρήγορες εναλλαγές. Για έναν άνθρωπο που «κοιμήθηκε, χωρίς υπερβολή, με την Ιστορία»  και η «ζωή του μοιάζει με εγκυκλοπαίδεια», αλλά και για την αφηγηματική μεταγραφή στο πλαίσιο μιας μυθοπλασίας που εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς, η πλοκή επιστρατεύει όλους τους προωθητικούς μηχανισμούς, αποφεύγοντας, όπως λέει ο συγγραφέας, «τις εκτενείς περιγραφές, και ενσωματώνοντας τα περισσότερα πραγματολογικά και αφηγηματικά στοιχεία της ιστορίας, στους διαλόγους». Όσο για τον έρωτα, μετά την πρώτη εμβληματική και αισθησιακή σκηνή αποπλάνησης της Ισπανίδας δούκισσας σε βαγόνι του Όριαν Εξπρές από τον Βασίλειο, αποδεικνύεται ένας σταθερός αλλά μάλλον δευτερεύων συνδετικός κρίκος, που μπορεί να συνδέει το Βασίλειο, με τον Μιγκέλ (και τον δικό του έρωτα με την Ιρένε) και τον Φιλίπ (και την ερωτική του σχέση με τη Ζιζέλ), αλλά περνά σε δεύτερο πλάνο. « Γράφεται ιστορία. Έρωτας μπορεί να περιμένει»!

Ποιος όμως ήταν ο Βασίλειος;
                
Ο Βασίλειος Ζαχάρωφ, ή Βασίλειος Ζαχαρίου ή Sir Basil Zaharoff είναι πρόσωπο υπαρκτό, πλην όμως η μυστηριώδης, πολυτάραχη ζωή του και η αινιγματική, αμφιλεγόμενη προσωπικότητά του εντοπίζονται σχεδόν εκ προοιμίου στο μεταίχμιο φαντασίας και πραγματικότητας. Γεννιέται στα Μούγλα της Τουρκίας (1849), από Έλληνες γονείς ή από μάνα Ελληνίδα και Βούλγαρο πατέρα. Άνθρωπος των παρασκηνίων και εξαρχής φιλόδοξος, πέρασε φτωχικά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, κάνοντας διάφορες δουλειές στην Κωνσταντινούπολη (τον πυροσβέστη, τον δραγουμάνο, τον αργυραμοιβό ή και τον «σωματοφύλακα σε οίκους ανοχής»!). Η πολυμάθεια, οι ξένες γλώσσες και οι συνεχείς μετακινήσεις μαζί με την αυξανόμενη παραβατική συμπεριφορά, την υπεξαίρεση χρημάτων, την εκλεπτυσμένη εμφάνιση, τις δολοπλοκίες και τις ίντριγκες αποτελούν από νωρίς αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του, δημιουργώντας  έναν « εκρηκτικό συνδυασμό»! Με τις κατάλληλες γνωριμίες και ενέργειες, (κρίσιμο ρόλο στην ανέλιξή του θα παίξει και ο βαθύπλουτος Έλληνας, Στέφανος Σκουλούδης και μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας) γρήγορα ενεπλάκη με το εμπόριο όπλων. Οι πολιτικές συγκυρίες και τα διαδοχικά πολεμικά μέτωπα αποτέλεσαν πρόσφορο έδαφος για να μετατραπεί ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα σε έναν από τους πιο πλούσιους ανθρώπους της Ευρώπης. Κινούμενος και ενεργώντας στη σκιά των γεγονότων αποκτά εντυπωσιακή ισχύ και διεθνή πολιτική επιρροή. Κατακτά το μονοπώλιο του οπλοπολυβόλου Μαξίμ, και άλλων νέων όπλων μαζικής εξόντωσης που μεταβάλλουν ριζικά της εξίσωση της πολεμικής αναμέτρησης («..ένα μικρό απόσπασμα 50 αστυνομικών εξοπλισμένο με πέντε οπλοπολυβόλα Μαξίμ αντιμετωπίζει 5000 αυτόχθονες αφήνοντας 3000 νεκρούς στο πεδίο της μάχης σε ενενήντα λεπτά»), στη συνέχεια και  υποβρυχίων. Αργότερα γίνεται βασικός παίκτης στην βιομηχανία πετρελαίου αλλά και αγοραστής και ιδιοκτήτης των χρεοκοπημένων τότε καζίνο του Μόντε Κάρλο. Διαθέτοντας τέσσερις υπηκοότητες (οθωμανική, αγγλική, γαλλική και ελληνική) φέρεται αναμεμειγμένος σε εκατοντάδες σκάνδαλα και δολοπλοκίες, στην υπόθεση Ντρέιφους – σύμφωνα με ορισμένους - και τη δολοφονία του Ρασπούτιν. Υπήρξε συνεργάτης ή και φίλος διάσημων κατασκόπων αλλά και αρχηγών μυστικών υπηρεσιών, και με τις κατάλληλες διασυνδέσεις έφτασε να είναι επίσημος συνομιλητής των τότε πρωθυπουργών Κλεμανσό, Λόυντ Τζόρτζ αλλά και του Ελευθέριου Βενιζέλου. Αναφέρεται μάλιστα, και από ιστορικές πηγές, ότι ήταν ο άνθρωπος που διεμήνυσε στον Βενιζέλο την απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων για την απόβαση του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, ενώ αρκετές φορές εξαργύρωσε τον μακρόθεν πατριωτισμό του για τη «μητέρα Ελλάδα» με χορηγίες, δωρεάν πολεμικό υλικό και δάνεια.      Πανίσχυρος και αμοραλιστής, «έμπορος θανάτου» και «μυστήριο της Ευρώπης», είχε πολυχρόνο δεσμό με την Ισπανίδα δούκισσα Πιλάρ, σύζυγο του ψυχικά ασθενούς πρίγκιπα Φρανσίσκο, της βασιλικής οικογένειας των Βουρβώνων.
  Ζωή θρύλος! Μύθος πρόσφορος για λογοτεχνική μεταγραφή ; Με τις αμφισημίες, τις αποσιωπήσεις, τις άγνωστες και σκοτεινές πτυχές που περιβάλλουν τη «θρυλική» ζωή, τη δυσδιάκριτη γραμμή φαντασίας και πραγματικότητας; Ή δίκοπο μαχαίρι; Εξαρτάται πού και πώς θα εστιάσει ο συγγραφέας τον φακό του.

 « Άνθρωποι σαν τον Ζαχάρωφ, είναι, κατά την άποψή μου, ο σπασμένος κρίκος των δύο Παγκόσμιων Πολέμων», θα πει ο Στεφανάκης. Άνθρωποι των παρασκηνίων, που αγνοούν οι πολίτες και υποτιμούν εντέλει οι πολιτικοί. Άνθρωποι που γράφουν, αν όχι εξίσου, πάντως μαζί με τις  προσωπικότητες, την Ιστορία». Ή όπως θα συμπλήρωνε ο ήρωας του, Μιγκέλ εξιστορώντας στο νεαρό Γάλλο δημοσιογράφο, λίγο πριν το ξέσπασμα του δεύτερου μεγάλου πολέμου, τα έργα και ημέρες του Βασιλείου : « Η πραγματική ιστορία Φιλίπ, φτιάχνεται από τη ζωή των απλών ανθρώπων που διηγείται ο ένας στον άλλον. Όλα τα άλλα είναι φούμαρα και υπερβολές. Στο ερώτημά αν ο Ναπολέοντας σας είναι μεγαλοφυία ή εγκληματίας δεν δυσκολεύομαι να δώσω απάντηση. Ελπίζω μόνον να μην έρθει μια μέρα που θα τίθεται το ίδιο ερώτημα και για τον Χίτλερ ή τον Φράνκο».
  Η σχέση λογοτεχνίας και Ιστορίας, οι διαφορετικές αναγνώσεις της επίσημης ιστορίας από την λογοτεχνική διήγηση, ο συγκερασμός ιστορικών προσώπων και γεγονότων με φανταστικά, είναι ζητήματα που ο Δημήτρης Στεφανάκης έχει θέσει και αντιμετωπίσει από τις «Μέρες Αλεξάνδρειας». Και στο «Φιλμ Νουάρ» η αναδρομή στο παρελθόν προσφέρει ένα πλούσιο πεδίο περισσότερο ή λιγότερο προφανών – στην αναχρονιστική τους χρήση – αναλογιών : από τους κίβδηλους οραματιστές της ελευθερίας, τα παθητικά, συντηρητικά πλήθη που γοητεύονται από φιγούρες σαν τον Χίτλερ, τη διαφθορά στην κατασκευή μεγάλων δημόσιων έργων, μέχρι την κριτική της οικογένειας, την απροσδόκητη πτώχευση ενός κράτους, την έλλειψη μιας στιβαρής πατριωτικής αριστοκρατίας στην Ελλάδα, το παράλογο διοργάνωσης ολυμπιακών αγώνων σε μια πτωχευμένη χώρα ή τη μεγάλη απογοήτευση του Μιγκέλ που, όταν επισκέπτεται την Αθήνα στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες, διαπιστώνει ότι « η πατρίδα του Σωκράτη και του Πλάτωνα δεν ήταν παρά μια επαρχία ρημαγμένη από τη μανία της ιστορίας». Και φυσικά το αειθαλές «σύστημα Ζαχάρωφ», δηλαδή: δωροδοκία, εκβιασμός, παραπληροφόρηση, δημιουργία τεχνητής αντιπαράθεσης, εξαγορά μέσων ενημέρωσης, έλεγχος και επιρροή. «Αξιοποιώντας τον μύθο μιλάμε για το παρόν», λέει ο Στεφανάκης.
« Αλλιώς γιατί να μας διαβάσει ο αναγνώστης; Η επίσημη ιστορία έχει απαλείψει ένα μεγάλο τμήμα της αλήθειας. Είναι υπερβολικά προσωποκεντρική και πολεμοχαρής. Αγνοεί τη σημασία των απλών ανθρώπων, ενώ τα διαστήματα ειρήνης, μοιάζουν άμοιρα ενδιαφέροντος».
  Δίχως αμφιβολία, στο «Φιλμ Νουάρ» ο συγγραφέας στοχεύει σε μία άλλη ανάγνωση του πολέμου και των δύο Πολέμων. Ανάγοντας πάντως τον Ζαχάρωφ, στον άνθρωπο που «σκηνοθέτησε» (όπως διαβάζουμε αρκετές φορές) ή και πυροδότησε τον Πρώτο Παγκόσμιο, αλλά σε εκείνον που αν ζούσε θα μπορούσε να αποτρέψει τον επερχόμενο Δεύτερο Παγκόσμιο, στο αφηγηματικό παρόν, επιχειρεί μεν μια διαφορετική σημασιοδότηση και ερμηνεία, να μας δείξει το ύφασμα από την ανάποδη δηλαδή, όχι όμως της μικρο- ιστορίας, αλλά των μεγάλων ιστορικών αποφάσεων και γεγονότων. Οι προσωπικότητες, πολιτικές ή μη, πραγματικές ή όχι, αποδεικνύονται αναγκαίες, πόσω μάλλον όταν το θέμα της αφήγησης συνηγορεί, ή και δεσμεύει προς αυτήν την κατεύθυνση. Υποβαθμίζοντας λοιπόν την παράμετρο της πολιτικής ο συγγραφέας επανέρχεται στο οικείο (από τις «Μέρες Αλεξάνδρειας»), φαινομενικά απολιτικό, σημαίνον του κοσμοπολιτισμού, «ενός μαγικού όπλου …που με τη δύναμη του μπορεί να διαλύσει τον ζόφο του σκοταδισμού και της προκατάληψης αιώνων που ταλανίζουν ακόμα και αυτή την ίδια την Ευρώπη». Ή για να θυμηθούμε την πρώτη φράση από τις «Μέρες Αλεξάνδρειας», τον πόλεμο και το εμπόριο [που] είναι τα δύο πόδια του πολιτισμού.
  Όσο το μήνυμα;
«Καμιά φορά αξίζει να χειροκροτούμε το κακό και την αδικία όταν οι εκπρόσωποί τους αριστεύουν σε τέτοιο βαθμό, τι λες;» ρωτά ο παλιός αναρχικός Μιγκέλ το νεαρό Φιλίπ.
«Έχουμε την εντύπωση ότι δημιουργούμε. Ψευδαίσθηση : Την ίδια στιγμή μεταμορφωνόμαστε από το δημιούργημά μας» , διαβάζουμε από τον Βίτολντ Γκομπρόβιτς, στην προμετωπίδα του Φιλμ Νουάρ.
 Διαλέγουμε και παίρνουμε - αν πρέπει να διαλέξουμε. Οι καιροί είναι πονηροί και οι συνειρμοί ακόμη  ενίοτε παραπλανητικοί.