Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Συνέντευξη στην Ελένη Κίτσου και το diavasame.gr για το Χορό των Ψευδαισθήσεων

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Στεφάνακη
Με αφορμή το καινούριο μυθιστόρημά του, «Ο χορός των ψευδαισθήσεων» (εκδόσεις Ψυχογιός) –ένα μυθιστόρημα για τη δοκιμασία της ζωής και του έρωτα με φόντο την πολύκροτη κρίση–, ο Δημήτρης Στεφανάκης μιλάει στο Diavasame.gr και την Ελένη Κίτσου.

http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=SPG2702#.VTlWgzIGTCU.facebook

Ο Δημήτρης Στεφανάκης ως παιδί πώς ήταν; Κατά πόσο εκείνα τα χρόνια επηρέασαν τον Δημήτρη του σήμερα ως συγγραφέα;
Ήμουν ένα παιδί που του άρεσε να παίζει στις αλάνες της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα. Έζησα στην ελληνική επαρχία της εποχής κι ονειρευόμουν συνεχώς τις μεγάλες πόλεις. Είχε μια παράξενη ομορφιά ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας, μικρές στιγμές γεμάτες σημασία, που σε έκαναν, θέλοντας και μη, μυθιστοριογράφο.

Τι σας ώθησε να γίνετε συγγραφέας; Συγγραφείς-πρότυπα για σας που σας δίδαξαν και ακολουθείτε τα βήματά τους πιστά; Ή και βιβλία που αγαπάτε ιδιαίτερα.
Είναι γνωστό το επεισόδιο με την ανάγνωση του Καπετάν Μιχάλη κάτω από τη ροτόντα του σαλονιού και δεν θα το αναφέρω ξανά. Θα επαναλάβω μόνο ότι η συγγραφή ή είναι προορισμός ή δεν είναι τίποτα. Είναι επίσης γνωστή η αγάπη μου για τον Καμύ, η εμμονή μου με τον «Ξένο» του, η ταύτισή μου με τον Κάφκα, ο θαυμασμός μου για τον Ντοστογιέφσκι, η αφοσίωσή μου στους αρχαίους Έλληνες, στον Πλάτωνα, τον Σοφοκλή, τον Όμηρο κι η αγάπη μου για τη φιλοσοφία. Νομίζω όμως ότι οι αναγνώσεις συνεχίζονται ακόμα και σήμερα με μεγαλύτερο πάθος. Αποκτώ νέες αναγνωστικές φιλίες, καινούργιους έρωτες, αλλά οι παλιές αγάπες παραμένουν αναλλοίωτες.

Από τον κοσμοπολιτισμό και τις μεγάλες μητροπόλεις των προηγούμενων βιβλίων σας («Μέρες Αλεξάνδρειας», «Φιλμ νουάρ», «Άρια») στην Αθήνα των τελευταίων χρόνων και της ονομαζόμενης «κρίσης». Γιατί αυτή η στροφή; Έγινε συνειδητά;
Οι μεγάλοι κόσμοι του παρελθόντος με σαγήνεψαν για χρόνια. Μου άρεσε να περπατώ στους δρόμους του παρελθόντος και της φαντασίας. Να περιγράφω πρόσωπα και καταστάσεις μιας άλλης εποχής. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε να συνεχίζεται εσαεί. Ήρθε η ώρα να επιστρέψω στην εποχή μου, να αναμετρηθώ μαζί της και να ξαναγίνω αυτό που είμαι: Ένας συγγραφέας του σήμερα.

Το παρόν βιβλίο θα αποτελέσει μέρος μιας νέας σειράς βιβλίων με ενιαίο συνδετικό κρίκο; Και αν ναι, ποιος θα είναι αυτός;
Έχω δηλώσει από καιρό την επιθυμία μου να οικοδομήσω, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, έναν μύθο για την Αθήνα μας. Άλλωστε πιστεύω πια πως στα μυθιστορήματα πρωταγωνιστούν οι τόποι και όχι τα πρόσωπα.

Οι ήρωες του «Χορού» είναι «αρχετυπικοί» χαρακτήρες, θα έλεγα, και κινούνται μέσα σε μια μικρογραφία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτούς. Όπως και για το background τους.
Οι ήρωές μου είναι οικεία πρόσωπα. Μπορεί να τους αναγνωρίσει κανείς δίπλα του κάθε στιγμή. Είναι όμως και χαρακτήρες μυθιστορήματος, όπερ σημαίνει ότι έχουν το θάρρος να εκτεθούν περισσότερο στα μάτια του αναγνώστη. Ο Μάνος, ο αφηγητής, είναι επηρεασμένος από τους κόσμους των μεγάλων μυθιστορημάτων που διαβάζει. Στοχάζεται κι ονειρεύεται, ζει τον χρόνο σε όλες τις διαστάσεις του. Στο χτες, στο σήμερα και στο αύριο. Πατά με το ένα πόδι στη φαντασία και με το άλλο στην πραγματικότητα. Η Έλια είναι το θηλυκό αρχέτυπο. Δεν αποτελεί μόνο την ερωτική εμμονή του αφηγητή, δεν δρα σύμφωνα με τις επιθυμίες του και αυτό είναι, νομίζω, που την κάνει επιθυμητή και ενδιαφέρουσα. Ο Αλεκίνος είναι ο Ζορμπάς της εποχής μας στην εκλεπτυσμένη του εκδοχή. Συμβολίζει τον «υπαρκτό σουρεαλισμό» της νεοελληνικής κοινωνίας. Μαζί του αυτοκτονεί η εθνική νοοτροπία των τελευταίων δεκαετιών. Όσο για τον Σέργιο, φέρνει μαζί του το σφρίγος του Έλληνα επαρχιώτη μιας άλλης εποχής αλλά και τον αχαλιναγώγητο κυνισμό του.

Στα βιβλία σας συνηθίζετε να ενσωματώνετε μέσα στην αφήγηση φιλοσοφικά σχόλια και σκέψεις του αφηγητή ή των ηρώων, κάτι που ωθεί τους αναγνώστες να σκεφτούν περαιτέρω. Στο νέο βιβλίο, θα έλεγε κανείς, ότι η αφήγηση περιορίζεται δίνοντας περισσότερο χώρο σε τέτοια «αποφθέγματα». Είχατε κάποιο συγκεκριμένο λόγο που κάνατε κάτι τέτοιο;
Ο Καμύ έλεγε συχνά: «Θες να φιλοσοφήσεις; Γράψε μυθιστόρημα». Μου αρέσει να στοχάζομαι την αφήγηση κι είναι κάτι που οι Έλληνες συγγραφείς αποφεύγουν δυστυχώς. Δεν συμφωνώ όμως ότι στο καινούργιο μυθιστόρημα η αφήγηση περιορίζεται για χάρη του στοχασμού. Θα έλεγα μονάχα πως υπάρχει μεγαλύτερη οικονομία στις περιγραφές. Αναφέρεται ό, τι ακριβώς πρέπει να αναφερθεί. Τίποτε περισσότερο.

Με τον «χορό των ψευδαισθήσεων» σε τι αναγνώστες απευθύνεστε, στους σύγχρονους μόνο ή και στους μελλοντικούς, και τι επιθυμείτε να τους πείτε;
Αλίμονο αν ένας συγγραφέας γράφει σκεπτόμενος μόνο τους αναγνώστες της εποχής του. Είναι εκ των προτέρων καταδικασμένος να λησμονηθεί από τους μεταγενέστερους. Η λογοτεχνία δεν είναι ένα φλερτ με το εφήμερο.
Νέο βιβλίο, νέα θεματολογία, νέος διαφορετικός τρόπος γραφής. Ο Δημήτρης Στεφανάκης εξελίσσεται μαζί με τη γραφή του (ως συγγραφέας και ως άνθρωπος);
Ποτέ δεν φαντάστηκα τον εαυτό μου να γράφει μια σειρά από πανομοιότυπα μυθιστορήματα. Δεν αντέχω την αφόρητη πλήξη της επανάληψης. Για τον λόγο αυτό διαβάζω συνεχώς, στοχάζομαι, δοκιμάζω, πειραματίζομαι. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αφηγηθείς μια ιδέα. Ξέρω πως δεν θα προλάβω στη διάρκεια μιας ζωής να τους αξιοποιήσω. Θα προσπαθήσω όμως να πω τις ιστορίες μου με όσους περισσότερους τρόπους μπορέσω κι έτσι θα ξέρω πως εξελίσσομαι διαρκώς.

1 σχόλιο:

  1. Συγχαρητήρια Ελένη για τις οξυδερκείς ερωτήσεις που έδωσαν την ευκαιρία στούς αναγνώστες να πληροφορηθούν τόσες πτυχές της προσωπικότητας και του έργου του Δημήτρη Στεφανάκη! Σου εύχομαι πάντα επιτυχίες!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή