Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Η Τέσυ Μπάιλα γράφει για το "Χορό των Ψευδαισθήσεων" στο diastixo.gr

Το τάγκο είναι ο χορός του πάθους και της μελαγχολίας, του αυτοσχεδιασμού και της αρχέγονης πάλης ανάμεσα στο αρσενικό και στο θηλυκό. Και είναι ακράτητος χορός, δυναμικός.
Αυτόν τον χορό διάλεξε, διόλου τυχαία, άλλωστε τίποτα δεν είναι τυχαία παράθεση στο έργο του, ο Δημήτρης Στεφανάκης για να συμβολίσει όλα όσα θέλει να πει στο νέο του βιβλίο, Ο χορός των ψευδαισθήσεων. Η ιλιγγιώδης δυναμική των αργεντίνικων βημάτων έγινε συνειδητή επιλογή του συγγραφέα και ο τρόπος του να μιλήσει για όλα όσα στροβιλίζονται στη σκέψη όλων μας αναφορικά με τη σημερινή κατάσταση στη χώρα.
Αποφασισμένος να αναμετρηθεί, ευθέως αυτή τη φορά, με τη σημερινή εποχή, ο Δημήτρης Στεφανάκης συγκρούεται με όλα όσα προκάλεσαν την οικονομική και κυρίως την ηθική κρίση στη χώρα μας, καταγγέλλοντας παράλληλα την αδράνεια και την αμηχανία αυτού του λαού, τη συμμετοχή ή την απύθμενη ανοχή του απέναντι σε όλα όσα τελικά τον εγκλώβισαν μέσα σ' αυτή. Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι με σθένος και αποφασιστικότητα τολμά να παραμερίσει τους μεγάλους κόσμους της γνωστής και βραβευμένης τριλογίας του και αυτοαναιρείται με ευχαρίστηση, αποδεικνύοντας ότι δεν φοβάται να προσδιορίσει εκ νέου τις συντεταγμένες της αφηγηματικής του έκφρασης και να αναζητήσει παράλληλους συμβολισμούς, πέρα από εκείνους που του χάρισαν τη διεθνή αναγνώριση.
Η «κινηματογραφική θέαση των πραγμάτων» του Προυστ και ο φιλοσοφικός στοχασμός του Καμί γίνονται πράξη σε ένα κείμενο που στέκεται με σεβασμό απέναντι στο κλασικό μυθιστόρημα. Ορθώνει ωστόσο το δικό του ανάστημα, εισάγοντας μια ευρωπαϊκού επιπέδου οπτική στο σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα και αποδεικνύει, ακόμη μια φορά, το συγγραφικό ήθος του Δημήτρη Στεφανάκη.
Έτσι, στο νέο του βιβλίο αφήνει πίσω του τον συγγραφέα των μεγάλων αφηγηματικών κόσμων του παρελθόντος και επικεντρώνεται στην αναζήτηση του καίριου και του ακριβούς μέσα από μια σύγχρονη ιστορία. 
Το σκηνικό στήνεται περίτεχνα γύρω από μια αυτοκτονία. Ο χρόνος μοιάζει να σταματά τον Νοέμβρη του 2011, όταν ο Αλέξανδρος Σάντσας δίνει τέλος στη ζωή του. Ο Στεφανάκης γνωρίζει καλά την αγωνία του Αλμπέρ Καμί όταν έγραφε πως: «Ένα έργο τέχνης είναι μια εξομολόγηση» και έχει ήδη καταθέσει ο ίδιος παλαιότερα ότι η αφήγηση είναι εξομολόγηση. Έτσι, λοιπόν, με εξομολογητικό τόνο ο ήρωας του Στεφανάκη, ο Μάνος Πιερίδης, θυμάται όλα όσα τον συνέδεσαν με τον αυτόχειρα και όλα όσα έζησαν στην κοινή τους νεανική πορεία κατά τη δεκαετία του '90, την εποχή δηλαδή που στήθηκαν οι μεγαλύτερες ψευδαισθήσεις και ένας ολόκληρος λαός άρχισε να χορεύει στον ρυθμό τους.
Στο επίκεντρο των αναμνήσεών του βρίσκεται η Έλια, ο νεανικός και αξεπέραστος έρωτάς του, η δασκάλα χορού που επιστρέφει από την Ευρώπη της διεθνούς καριέρας την περίοδο της κρίσης και μαζί της επιστρέφει ο πόθος, και ο Σέργιος, ο δικηγόρος φίλος του που είχε ακολουθήσει τον μεγαλομανή Αλέξανδρο στους δρόμους του ύποπτου νεοπλουτισμού και της σαθρής επιτυχίας.
Οι πρωταγωνιστές του έργου κινούνται μέσα σε έναν κόσμο που καταρρέει, σε μια κοινωνία βουτηγμένη στη σήψη και στην έκπτωση των αξιών, σε έναν κόσμο που σχοινοβατεί στο χείλος της καταστροφής και ο Μάνος Πιερίδης το βλέπει και το επισημαίνει. Παράλληλα ζουν τις δικές τους μικρές ιστορίες, βιώνουν τον έρωτα και την απόρριψή του και ακροβατούν ανάμεσα στα προσωπικά όνειρα της νιότης και τις βιωμένες διαψεύσεις της ενηλικίωσης.
Ο συγγραφέας περιγράφει την ψυχοσύνθεση της ματαίωσης που βιώνουν οι ήρωές του και ταυτόχρονα φέρνει στην επιφάνεια το καλοστημένο πολιτικό και οικονομικό πανηγύρι δεκαετιών, που στήθηκε στη χώρα, με τις ολέθριες συνέπειές του.
Ο νεοπλουτισμός, η άκρατη πορεία προς το συμφέρον, η κεκτημένη ταχύτητα προς την ουτοπία, οι φιλίες που δοκιμάζονται και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες είναι μερικά από τα σημεία στα οποία στέκεται η συγγραφική σκέψη, ενώ ταυτόχρονα περιδιαβαίνει ανάμεσα στα βιβλιοπωλεία και τα καφέ των Εξαρχείων, την παραλιακή ζώνη της Γλυφάδας, την Αθήνα του χτες, του σήμερα και, γιατί όχι, του αύριο.
Για μια ακόμη φορά ο Δημήτρης Στεφανάκης συνθέτει παράλληλα τον φιλοσοφικό του στοχασμό και τον παραθέτει μέσα στο βιβλίο, καταγράφοντας τις ιδέες του με τέτοιον τρόπο, ώστε μπορεί κανείς να απομονώσει φράσεις κεφαλαιώδους σημασίας που αρκούν για να αποκαλύψουν στον αναγνώστη τις διανοητικές περιηγήσεις του συγγραφέα. Ενδεικτικά παραθέτω: «Ανέκαθεν πίστευα, και ίσως ήταν κάτι που μου δίδαξε η ζωή, πως οι φιλίες και οι έρωτες δεν κρατούν αιώνια. Συναντάς κάποιον και συνοδοιπορείς μαζί του για ένα διάστημα, χωρίς να γνωρίζεις πάντοτε τον λόγο. Ύστερα, οι δρόμοι χωρίζουν και χάνεστε το ίδιο ξαφνικά και ανεξήγητα». Και σε άλλο σημείο γράφει: «Ο άνθρωπος που στέκεται αναποφάσιστος ανάμεσα στο γέλιο και στο κλάμα βρίσκεται, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, στο πιο ψηλό σημείο της θλίψης του».

Από την άλλη, ο χωρισμός του κειμένου σε μικρά κεφάλαια επιτρέπει μια ανάσα στην αναγνωστική διαδικασία και παράλληλα δίνει μια μουσικότητα στο κείμενο, έναν ρυθμό ανάλογο με εκείνον του τάγκο. Μικρά, σταθερά, κοφτά βήματα στον χορό, μικρά, κοφτά, σταθερά κεφάλαια στο βιβλίο, με την κορύφωση κάθε φορά της ευρηματικότητας, ακριβώς όπως σε μια τέλεια χορευτική φιγούρα.
Παράλληλα, αφήνει το κείμενό του να συνομιλήσει κινηματογραφικά με τον αναγνώστη. Η «κινηματογραφική θέαση των πραγμάτων» του Προυστ και ο φιλοσοφικός στοχασμός του Καμί γίνονται πράξη σε ένα κείμενο που στέκεται με σεβασμό απέναντι στο κλασικό μυθιστόρημα. Ορθώνει ωστόσο το δικό του ανάστημα, εισάγοντας μια ευρωπαϊκού επιπέδου οπτική στο σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα και αποδεικνύει, ακόμη μια φορά, το συγγραφικό ήθος του Δημήτρη Στεφανάκη.
http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/3741-xoros-psevdesthiseon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου