Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

Η Άρια Σωκράτους γράφει για το Χορό των Ψευδαισθήσεων στον Εθνικό Κήρυκα

Ο χορός των ψευδαισθήσεων
Εθνικός Κήρυκας 5/9/15
«Κάτι με παίρνει πίσω σ’εκείνα τα χρόνια και αναθυμάμαι ασήμαντες λεπτομέρειες μιας καθημερινότητας που δεν υπάρχει πια. Να είναι ο χορός; Δεν ξέρω ακόμα αν μου άρεσε πραγματικά να χορεύω.»
Ο χορός των ψευδαισθήσεων του Μάνου, της Έλιας, του Σέργιου και του Αλεκίνου  δεν ακολουθεί ποτέ τα ίδια βήματα.
Ξεκινά ως ένα εκρηκτικό αμάλγαμα λάτιν, σάλσα και τσα τσα τσα, μετεξελίσσεται σε μια παθιασμένη ρούμπα και καταλήγει σ’ένα απελπισμένο ταγκό.
Ονειροπόλοι και ξέγνοιαστοι φοιτητές στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’90, την κρυστάλλινη εποχή των κίβδηλων υποσχέσεων όπου όλα φάνταζαν ιδανικά μέσα από το πρίσμα μιας πασπαλισμένης χρυσόσκονης από κάρβουνο, συναντώνται σ’ένα στούντιο χορού στα Εξάρχεια κι ενώνονται με μια αόρατη υπόσχεση συνοδοιπορίας.
Οι τέσσερις πρωταγωνιστές συνιστούν ένα συνονθύλευμα αντιφατικών ιδιοτήτων: πανουργίας και αφέλειας, αγνότητας και φιληδονίας, μυθεύματος και αλήθειας, απλότητας κι επιτήδευσης, όπως ακριβώς είναι και οι άνθρωποι που ζουν ανάμεσα μας, όπως ίσως είμαστε κι εμείς.
Η συμπεριφορά τους έχει τις ρίζες της στην ηθική τους στάση και στις φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους, συγχωνεύοντας έτσι πλοκή, μύθο και κεντρική ιδέα σ’ένα και μόνο δυναμικό σύνολο.
Ο αφηγητής, ο Μάνος Πιερίδης, είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός και μοναχικός επιμελητής κειμένων. Χωρίς ίχνος φιλοδοξίας, παραμένει αμετανόητος λάτρης της λογοτεχνίας, αφουγκράζεται  τους ηχηρούς ρυθμούς του κέντρου της Αθήνας και δημιουργεί μια δική του θεμελιώδη μυθοπλασία, με κεντρική ηρωίδα την Έλια, τη φλογερή και φιλόδοξη δασκάλα χορού, η οποία γίνεται πρωθιέρεια της καρδιάς του και του ανεκπλήρωτου έρωτα του.
Ο έρωτας του, σταθερός, δυνατός κι ακμαίος χορεύει στα βήματα ενός αργεντίνικου τάνγκο, που διατηρεί αναλλοίωτη την αίγλη και τη δυναμική του στο πέρασμα των χρόνων.
Η μορφή του Μάνου ίσως να φαντάζει κάπως ξέθωρη και υστερεί σε αδρότητα από την έντονη και δυναμική παρουσία των υπολοίπων, όμως θεωρώ πως είναι κάτι περισσότερο από ένα πορτρέτο, είναι η απάντηση του συγγραφέα στην ταραχή, στην άρνηση, στην αμφιβολία και στους κλυδωνισμούς μιας εποχής και μιας χώρας που πνέει τα λοίσθια, έτοιμη να παραδώσει τα όπλα στους αδηφάγους εχθρούς της.
Η αντιπαραβολή ενός σταθερού άξονα αξιών σ’ένα ευμετάβλητο κόσμο πτώσης και παρακμής.
Η Έλια, η πιο κυρίαρχη ίσως μορφή μαζί με τον Αλεκίνο, έχει μια εμβληματική και παθιασμένη προσωπικότητα. Στροβιλίζεται στη δίνη του χορού με το ίδιο πάθος που αφουγκράζεται την ίδια τη ζωή και θέτοντας στόχους για μια διεθνή καριέρα στο εξωτερικό, ξεφεύγει από τα στενά όρια και τους περιορισμούς της χώρας της που παρόλη την απαράμιλλη ομορφιά της, της στερεί το δικαίωμα στο όνειρο και της υλοποίησης των πιο μύχιων επιθυμιών.
Η πλαστικότητα της κίνησης της συμβαδίζει και παραλληλίζεται με τη σκέψη και την ιδιοσυγκρασία της, γι’αυτό και της είναι δύσκολο να καταλάβει όταν επιστρέφει πως «οι άνθρωποι συγχωρούν εύκολα τη φυγή σου αλλά δεν συγχωρούν την επιστροφή σου.
Ο Αλεκίνος ή Αλέξανδρος Σάντσας σηματοδοτεί ολόκληρη την εποχή των ψευδαισθήσεων. Ένας χαρισματικός απατεώνας, διαβολικά ευφυής κι ευφάνταστος. Ένας αρλεκίνος που για εκείνον η ζωή είναι απλά και μόνο μια σκηνή πάνω στην οποία ξεδιπλώνει τις επιτηδευμένες χάρες του για να γητέψει, να παρασύρει και να ξεγελάσει τα ανυποψίαστα θύματα του.
Όταν τα σχέδια του καταρρέουν ως χάρτινος πύργος και η κατασκευαστική εταιρία του αφανίζεται, συμπαρασύροντας και πλήθος κόσμου που τον πίστεψε, δίνει την μεγαλύτερη παράσταση της ζωής του, πέφτει από τον πέμπτο όροφο και βάζει τέλος στην πολυτάραχη ζωή του.
Ο Σέργιος, ο κυνικός και ορθολογιστής δικηγόρος είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Από τον Σέργιο λείπει η απλότητα κι η ζεστασιά, δεν έχει ούτε πίστη ούτε αγάπη. Τα σχέδια του είναι εγκεφαλικά και η συμπεριφορά του βασίζεται πάνω σε απόλυτα ορθολογιστικούς υπολογισμούς.
Το έργο διαπνέεται έντονα από μια ρετρό και νοσταλγική χροιά μιας Αθήνας πόλης σύμβολο, που διακατέχεται από μια γοητεία μυστηριώδη κι ανεξίτηλη ακόμη και στους πιο σκοτεινούς δρόμους και γωνιές της.
Ο «χορός των ψευδαισθήσεων» δεν πραγματεύται ίσως τους μεγαλειώδεις κόσμους της Αλεξάνδρειας, του Παρισιού και του Καίρου που μας περιέγραψε ο συγγραφέας στα προηγούμενα έργα του. Πραγματεύεται όμως το μεγαλείο της Αθήνας του πριν και του σήμερα, των απλών καθημερινών ανθρώπων που απέχουν μόλις μια ανάσα από τις εμβληματικές κι εκρηκτικές προσωπικότητες των μεγάλων μυθιστορημάτων και από την ένταση των ίδιων συναισθημάτων που βιώνουμε κι εμείς παράλληλα μαζί τους.
«Για ποιόν αγαπάμε αν όχι για μας τους ίδιους;», στοχάζεται κάπου ο αφηγητής μέσα στο βιβλίο.
Μόνο για μας, φτάνει ν’αγαπάμε αυτό που είμαστε κι αυτό που πρεσβεύουμε χωρίς ουτοπίες και ψευδαισθήσεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου