Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Ισπανικές Μέρες Αλεξάνδρειας



http://cambiopolitico.com/critica-literaria-los-dias-de-alejandria-de-dimitris-stenfanakis/13105/#.T-9q6G-YaDc.facebook
Francisco Vélez Nieto (Desde España. Especial para ARGENPRESS CULTURAL)


Dimitris Stenfanakis
Los días de Alejandría
Traducción de María Méndez
Editorial Lumen
Μετάφραση στα Ελληνικά: Αλίκη Δραγώνα

Με τις Μέρες της Αλεξάνδρειας ξεκινά κανείς μια περιπλάνηση μέσα από μια γραφική και πολυποίκιλτη βεντάλια χαρακτήρων, οι οποίοι μας μεταφέρουν σαν απαλό αεράκι στο σκηνικό των παραμονών του Μεγάλου Πολέμου της Ευρώπης, που εγκαινίασε μια διαδοχική τραγωδία και που με έμβλημα τις μεγάλες αγριοτήτες, θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε ένα δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος με τη σειρά του γέννησε τις πιο σκληρές δικτατορίες που γνώρισε η Γηραιά Ήπειρος κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου. Η ιστορία προσδιορίζεται ακριβώς τη στιγμή που ο Νάσσερ, ο ιδεολόγος αρχηγός του αιγυπτιακού κράτους, πραγματοποιεί την εθνικοποίηση των βιομηχανιών και των τραπεζών, καθώς και τις συγκρούσεις με το Ισραήλ. Οι πρωταγωνιστές αυτής της αφήγησης που κινείται ανάμεσα στη μυθοπλασία και το πραγματικό, γεμίζουν 714 σελίδες ευχάριστης ανάγνωσης, συνθέτοντας ένα θαυμάσιο έργο από το οποίο δεν λείπει τίποτε και το οποίο διατηρείται σε ένα σωστό επίπεδο από την αρχή μέχρι το τέλος, με οδηγό το νέο Έλληνα συγγραφέα που αποβιβάζεται στη μυθική και μαγική πόλη της Αλεξάνδρειας προς αναζήτηση της επιτυχίας στον κόσμο των επιχειρήσεων και της υψηλής κοινωνίας.


Ο μελλοντικός αναγνώστης που επιθυμεί να διαβάσει τη ζωή μιας οικογενειακής φατρίας η οποία περιδιαβαίνει ανάμεσα σε πόλεις διαφόρων χωρών και ηπείρων να μη διστάσει. Κάτω από την πατρική ράβδο αυτού του νέου ΄Ελληνα, ο οποίος πλεονεκτεί σε ωριμότητα και σε ανάστημα, τίποτα δεν απομένει να φανερωθεί και συγχρόνως να ζωντανέψει στην πόλη που έζησε ο συμπατριώτης του και μαγικός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933), «Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος./Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι/που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά/θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους». Πορτρέτα εξαίρετα, ηδονές μιας υψηλής μπουρζουαζίας, τόσο προοδευτικής και μορφωμένης, τόσο ταξικής και σπάταλης απέναντι στις πιο εκλεπτυσμένες απολαύσεις, μιας αστικής τάξης που εμφανίζεται υπεράνω ενός κόσμου σε πλήρη αναβρασμό, όπως είναι αυτός του 20ου αιώνα. Αλλά τίποτε δεν εμποδίζει, τίποτε δεν αντιτίθεται στη σφοδρή της επιθυμία για εξουσία, στην απόλαυση του εξεζητημένου αδιαφορώντας για την κατασπατάληση και τη βαρύτητα του κόστους. Σε όλο αυτό προστίθεται η μεγάλη περιουσία μιας συζύγου, παραδόξως κλεπτομανούς και παθιασμένης συλλέκτριας των πιο ποθητών έργων τέχνης και της αιγυπτιακής κουλτούρας.


Στην Αλεξάνδρεια, με το πνεύμα, τη δημιουργική του ικανότητα και την αιώνια ελληνική επιδεξιότητα και σωστή διαχείριση, ο Αντώνης Χαραμής καταφέρνει να δημιουργήσει μια σημαντική βιομηχανική αυτοκρατορία με την κατασκευή των περίφημων αιγυπτιακών τσιγάρων. Μια κραταιά επιχείρηση, τα κέρδη της οποίας ικανοποιούν όλες τις απαιτήσεις και τις ορέξεις της οικογενειακής του αυλής. Εραστές του λεπτού γούστου και των εξεζητημένων απολαύσεων, απαιτητικοί γιοι και πολυέξοδοι, οι οποίοι, από τα ύψη της πολυμορφίας και του τρόπου ζωής που βρίσκονται, από την ταξική κοινωνία και τις διαφορετικές της κουλτούρες, είναι ολότελα ξένοι προς στην πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Και στη σκιά αυτών, παρακολουθούμε τη γέννηση στην Ευρώπη του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού, στον οποίο προσχωρούν με ευλαβική αφοσίωση οι δύο γιοι του μεγιστάνα που απολαμβάνουν τις ηδονές του Βερολίνου και του Μονάχου της δεκαετίας του ’20, διότι « Η διαστροφή βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από τη φαντασία μας. Κι ίσως η αίσθηση υπεροχής που προσφέρει το νοητικό άλμα ενός βίτσιου είναι η ψευδαίσθηση της ηδονής από την οποία η διεστραμμένη συνείδηση δεν είναι επ’ ουδενί διατεθειμένη να παραιτηθεί».
Από αυτό το περιβάλλον και τις συνήθειές του, ο αφηγητής μας εισάγει σταδιακά σε κόσμους όπου παρελαύνουν οι πιο διάσημοι και πολύμορφοι χαρακτήρες, οι οποίοι μαζί με τα συγκεκαλυμμένα νοήματα της καβαφικής ποίησης κάνουν το πέρασμά τους στην ιστορία. Χαρακτήρες όπως η Σάρα Μπερνάρ, που διαφημίζει τα διάσημα αιγυπτιακά τσιγάρα με τα οποία ο μεγιστάνας προμηθεύει τον αγγλικό στρατό, μια έξυπνη εμπορική και πολιτική εξάσκηση στη λογική του ‘σου πουλάω με αντάλλαγμα...’. Η βαρύτητα του Τόμας Μαν και της συνταρακτικής λογοτεχνικής του μαρτυρίας με το «Μαγικό Βουνό». Οι στενές σχέσεις του Μάχου, του Βενιαμίν της οικογένειας Χάραμη, με τον Ρούντολφ Ες και οι εξαιρετικές υπηρεσίες που του παρέχει ο ήρωας λόγω του θαυμασμού του. Η αιτία να γίνει ο ίδιος μέλος ενός τόσο φανατικού κόσμου μέσα στους φρενήρεις μετασχηματισμούς που βιώνει η Ευρώπη και που αναστατώνουν και πλήττουν την Ελλάδα και την Αλεξάνδρεια, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν μεμονωμένα γεγονότα. Η αντίσταση, οι εθνικισμοί, ο διωγμός των Ελλήνων, ο παναραβισμός του Νάσσερ. Ένας εξωφρενικός αλλά πραγματικός κόσμος, από τον οποίο δεν λείπει η σκιά του Ρόμμελ, ο οποίος έχει μετατραπεί σε «ψυχή της ερήμου», σκιά και πραγματικότητα που αντιπροσωπεύει την «άφιξη των βαρβάρων».
«Υπάρχουν πόλεις που μας θυμίζουν μια έξυπνη και όμορφη γυναίκα: γοητευτικές, ουσιώδεις, συχνά επικίνδυνες, ζητούν από κάποιον να διηγηθεί την ιστορία του, ανακαλώντας όχι μόνο τα γεγονότα αλλά ακόμα και τη γεύση του δέρματος του». Σ’ αυτή την ανάκληση της επιθυμίας που γράφει ο Καβάφης, βρίσκεται επίσης η μιζέρια των φτωχών, αποτύπωμα της κοινωνίας στην οποία ζούμε σήμερα, που υποδέχεται τους φτωχοδιάβολους που έρχονται από το εξωτερικό, από τόσο μακριά. Είναι τα «φτηνά εργατικά χέρια!». Οι οποίοι, όταν τα πράγματα πάνε καλά γίνονται δεκτοί, αλλά «αλλά στην εποχή των ισχνών αγελάδων τους εγκαταλείπουμε στην τύχη τους να ψοφήσουν and we don’t give a damn».
Ο Δημήτρης Στεφανάκης, ένας Έλληνας συγγραφέας που έχει μυηθεί στη λογοτεχνία μεταφράζοντας συγγραφείς του μεγέθους των Μπέλοου και Απντάικ, έχει διακριθεί στη Γαλλία για αυτό το δαιδαλώδες μυθιστόρημα με το Prix Mediterrané καλύτερου ξένου μυθιστορήματος, ένα βραβείο με το οποίο έχουν τιμηθεί μεταξύ άλλων ο Ουμπέρτο Έκο και ο Άμος Οζ.
και Ισπανικά:
Crítica literaria: “Los días de Alejandría”, de Dimitris Stenfanakis
Francisco Vélez Nieto (Desde España. Especial para ARGENPRESS CULTURAL)
Los días de Alejandría
Dimitris Stenfanakis
Los días de Alejandría
Traducción de María Méndez
Editorial Lumen
Los días de Alejandría inicia su andadura dentro de un pintoresco y variado abanico de personajes que van aireando con suave brisa el panorama en las vísperas de la Gran Guerra de Europa, aquella que inició una sucesiva tragedia, la que pausadamente, con el sigma de las grandes barbaries, llevaría a otra segunda guerra mundial produciendo las dictaduras más crueles conocidas en el viejo continente hasta mucho después de la Segunda Guerra Mundial. La historia concluye justamente cuando Nasser el ideólogo y jefe de Estado egipcio lleva a cabo la nacionalización de industrias y bancos y los enfrentamientos con Israel. Los protagonista de esta narración entre la ficción y mucho de real palpitante, ocupa 714 páginas de amena lectura, logrando una obra espléndida a la que no le sobra nada, manteniéndose dentro de un nivel justo desde su comienzo hasta el final, conducida por ese joven griego que arriba a la embrujadora y fabulosa ciudad de Alejandría en busca del éxito en el mundo de los negocio y la alta sociedad.
De manera posible lector, no lo dude, si le apetece leer la vida de una saga familiar que discurre entre ciudades de diversos países y continentes, donde no queda nada que mostrar y darle vida bajo la batuta patriarcal de ese joven griego a la vez que gana en madurez y alturas en la ciudad donde vivía su compatriota y mágico poeta Kavafis, Konstantin (1863-1933), “Pide que el camino sea largo. Que sean muchas las mañanas de verano en que llegues, ¡con qué placer y alegría! , A puertos antes nunca vistos” Los retratos son exquisitos, los placeres de tan alta burguesía emprendedora y culta, clasista y derrochadora en los más finos gozos, por encima de ese mundo en plena agitación como fue el siglo XX. Pero nada, interrumpió, se opuso, a sus ansias de poder, al placer de lo más refinado sin importar el derroche, la cuantía del costo. Al que se suma la gran fortuna de su mujer, paradójicamente cleptómana, apasionada coleccionista de las más codiciadas piezas del arte y la cultura egipcia.
En Alejandría con espíritu, capacidad creadora y la finura helena de los siglos para el buen trato, Andonis Járamis logra crear un importante imperio industrial con la fabricación de los famosos cigarrillos egipcios. Todo un poder cuyos beneficios dan para las exigencias a todos los apetitos que su corte familiar quiere. Amante de finos gustos y placeres, hijos exigentes y dilapidadores ajenos a la realidad desde las alturas de la variedad y amplitud de vida desde la sociedad clasista y sus diferentes culturas. Y a su sombra el nacimiento en Europa del nacional socialismo hitleriano, al que los dos hijos del magnate que disfrutan de los placeres del Berlín y Munich de los años veinte, se adhieren con devoción a participar, porque “La perversión va siempre más lejos que la imaginación. La sensación de superioridad que procura el vicio se alimenta quizá más de placeres engañosos, pero el espíritu que se entrega a ello siente una necesidad compulsiva”.
Desde estos ámbitos y hábitos el narrador nos va introduciendo en esos mundos por el que desfilan los más afamados y variados personajes que, junto al velado transfondo de la lírica de Cavafis, van pasando por la historia. Personajes tales como Sarah Bernhardt que hace publicidad de los famosos cigarrillos egipcios con los que el magnate provee al ejército inglés, sutil ejercicio comercial y político de te vendo a cambio de. .. El peso de Thomas Mann y su abrumadora testificación literaria con La montaña mágica. Las estrechas relaciones de Kotis el hijo mayor de Járamis con Rudolf Hess y los excelentes servicios que por su admiración le presta al personaje y la causa, hasta formar parte de tan fanático mundo, en lo más enloquecido y envolvente de las transformaciones que vive Europa y que, como no existen hechos aislados, también se padecen y conmueven en Grecia y Alejandría, la ocupación, la resistencia, los nacionalismo, la persecución a los griegos, en Panarabismo de Nasser. Mundo desmesurado pero real el donde no falta la sombra de Rommel convertido en el “amo del desierto”, sombra y realidad que representa “la llegada de los bárbaros”.
“Hay ciudades que se nos recuerdan a una mujer inteligente y hermosa: fascinante, imprescindibles, a menudo peligrosas, piden que alguien cuente su historia, evocando no solo los hechos sino también el sabor de su piel” Y en esta evocación de deseo que escribe Cavafis, también se halla la miseria de los pobres, incluso esa estampa cruel semejante a la que actualmente vivimos acoge a “los pobres diablos que vienen del extranjero, de tan lejos. Son la mano de obra barata!” Que cuando las cosas van bien se reciben, pero que cuando “llega la temporada de las vacas flacas, los abandonamos a sus tristes suertes” aunque revienten.
Dimitris Stefanakis, un autor griego que se inició en la literatura traduciendo a autores de la talla de Bellow y Updike, ha ganando en Francia con esta envolvente novela el Prix Méditerranée a la mejor novela extranjera, un galardón que recibieron, entre otros, Umberto Eco y Amos Oz. La novela bien traducida, no obstante, es necesario señalar que su traducción no viene directa de la lengua original sino de la versión francesa.
http://www.larazon.es/noticia/130-una-alejandria-entre-burdeles
Μια Αλεξάνδρεια ανάμεσα σε κακόφημα σπίτια
Ο Δημήτρης Στεφανάκης παρουσιάζει ένα μνημειώδες πορτρέτο της πόλης τυλιγμένο στην αχλή του μύθου της.
Το να γράφει κανείς για την πόλη της Αλεξάνδρειας είναι σαν να μπαίνει σε ένα μυθικό χώρο από τον οποίο η επιτυχής έξοδος είναι μια αρκετά δύσκολη διαδικασία. Αυτό δοκίμασε ο Δημήτρης Στεφανάκης στις «Μέρες της Αλεξάνδρειας», με αναμενόμενα αποτελέσματα. Η τοιχογραφία είναι μνημειώδης, γεμάτη από παράλληλες ιστορίες που διασταυρώνονται σε μια τυπική δομή οικογενειακής φατρίας που συναντάμε στο μυθιστόρημα-ποταμό του δεκάτου ενάτου αιώνα. Στις «Μέρες της Αλεξάνδρειας» γίνεται προσπάθεια να αναδειχθεί ως κυρίαρχος ήρωας η πόλη της Αλεξάνδρειας, «η πρωτεύουσα της ανάμνησης», όπως την αποκάλεσε ο Ε.Μ.Φόρστερ. Μια πόλη που έζησε τη στιγμή της κοσμοπολίτικης λαμπρότητας και μεγαλοπρέπειας κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα.

Πολύχρωμη κοινωνία
Αυτή την ιστορική και εμπορική πόλη όπου διασταυρώνονταν «πέντε φυλές, πέντε γλώσσες και δεκάδες θρησκείες» ξεπερνά η λογοτεχνική Αλεξάνδρεια του Ε.Μ. Φόρστερ, του ανθρώπου που ανακάλυψε και μετέφρασε στα αγγλικά το έργο του Κ.Καβάφη. Είναι η ίδια πόλη που ανακτά ο Στεφανάκης μέσα από τη νοσταλγία για την αφήγηση της ζωής μιας ελληνικής οικογένειας στη φιλόδοξη Αλεξάνδρεια μιας μπουρζουαζίας, σχηματισμένης από βιομήχανους Έλληνες, Λιβανέζους, Σύρους και Τούρκους, από την αιγυπτιακή ολιγαρχία και από τους διπλωματικούς των αυτοκρατορικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της αγγλικής κατοχής. Μια πόλη-χοάνη απ’όπου αναδύεται μια ποικιλόχρωμη κοινωνία όπου η απόλαυση των παθών ελαχιστοποιείται μόνο από μια κάποια αστική επιφυλακτικότητα. Την Αλεξάνδρεια του Φόρστερ την ξεπερνά αυτή που δημιούργησε ο Λόρενς Ντάρελ στο «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο», που συγκίνησε τον λογοτεχνικό κόσμο της δεκαετίας του ’60 και ’70, αυτό το αφηγηματικό πείραμα το οποίο έδινε την ιστορία μέσα από τέσσερις διαφορετικές οπτικές, όπως το «Ρασομόν» του Κουροσάβα. Πάλι, στην αλεξανδρινή τοιχογραφία του Ντάρελ εμφανιζόταν ως μυθικός εκπρόσωπος της πόλης των αντιθέσεων, του Γιοτ Κλαμπ, της παραλιακής οδού Corniche και των σοκακιών, η φιγούρα του ποιητή Καβάφη να σέρνει τους πρωταγωνιστές του στις τρώγλες και τα μπορντέλα μέσα σε μια συγκεχυμένη οχλαγωγία από εφηβικά σώματα και πάθη. Είναι η ίδια ατμόσφαιρα που ανακαλύπτει εκ νέου ο Στεφανάκης. Η πόλη που ο Ντάρελ αποκαλεί «ιερόδουλη απ’ όλες τις πόλεις». Μια Αλεξάνδρεια που ο Στεφανάκης προσπαθεί να επιβάλει ως πρωταγωνίστρια, η οποία όμως δεν ξεπερνά την οντότητα των προσώπων που την κατοικούν, πρόσωπα φτιαγμένα με την ίδια πρώτη ύλη από όλα εκείνα τα εξωτικά δράματα με την ανατολίτικη γεύση.

Σχετικά τον συγγραφέα
Έχει κάνει μεγάλη επιτυχία με αυτό το μυθιστόρημα –ποταμό γύρω από τους κοσμοπολίτες κατοίκους της συγκεκριμένης πόλης
Ιδανικό για...
Όλους αυτούς που αρέσκονται στις αναπαραστάσεις μιας εποχής, όπως η Μπελ Επόκ
Ένα ελάττωμα
Ίσως κάποιοι το βρουν υπερβολικά «κλασικό»…
Ένα προτέρημα
Η αναδόμηση της συγκεκριμένης εποχής.
( «Best-seller» internacional )

Una Alejandría entre burdeles

Dimitris Stefanakis presenta un monumental pero desdibujado retrato de la ciudad
«los días de alejandría»
Dimitris Stefanakis
Lumen. 736 páginas, 15,99 euros.
Alejandría (en una foto de principios del siglo XX) cautivó a muchos escritores
Diccionario Inteligente
15 Marzo 12 - - Lluís FERNÁNDEZ
Escribir sobre la ciudad de Alejandría es evocar un territorio mítico del que es difícil salir airoso. Lo ha intentado Dimitris Stefanikis en «Los días de Alejandría», con resultados previsibles. El fresco es monumental, repleto de historias paralelas que se entrecruzan en una estructura de saga familiar típica de la novela río decimonónica, donde trata de sobresalir, como personaje principal, la ciudad de Alejandría, «la capital del recuerdo», como la llamó E.M. Forster. Aquella que tuvo su momento de esplendor cosmopolita durante la primera mitad del pasado siglo.

Sociedad variopinta
A esta Alejandría histórica y comercial, en la que se entrecruzaban «cinco razas, cinco lenguas y docenas de religiones», se superpone la literaria de E. M. Forster, el descubridor y traductor al inglés de Kostatin Kavafis. La misma que Stefanakis recupera desde la nostalgia para narrar la vida de una familia griega en la Alejandría pujante de una burguesía formada por industriales griegos y libaneses, sirios y turcos, la oligarquía egipcia y diplomáticos de las potencias imperiales, durante la ocupación británica. Un crisol que dio como resultado una variopinta sociedad en la que el goce de las pasiones sólo lo atemperaba cierto recato burgués. A la Alejandría de Forster hay que superponer la creada por Lawrence Durrell en «El cuarteto de Alejandría», que conmocionó el mundo literario en los años 60 y 70 con este experimento narrativo en el que se contaba la historia desde cuatro perspectivas distintas, como «Rashomon», de Kurosawa. De nuevo, en el fresco alejandrino de Durrell aparecía como representante mítico de la ciudad de los contrastes, del Yacht Club, de la Corniche y las callejuelas, la figura del poeta Kavafis arrastrando a sus protagonistas a los tugurios y burdeles en una promiscua algarabía de cuerpos efébicos y pasiones. Es el mismo ámbito el que redescubre Stefanakis. La ciudad que Durrell llama «ramera entre todas la ciudades». Una Alejandría que Stefanakis trata de imponer como protagonista pero que apenas supera la entidad de los personajes que la habitan, hechos con la estopa con que se fabrican los melodramas exóticos con regusto orientalista.

Sobre el autor
Ha cosechado un gran éxito con esta novela río sobre los cosmopolitas habitantes de dicha ciudad
Ideal para...
todos aquellos a los que les gustan las recreaciones de una época, como puede ser la Belle Epoque
Un defecto
Cierto convencionalismo literario para una novela con pretensiones de autor
Una virtud
La reconstrucción que hace de aquellos años
Puntuación 6


 

2 σχόλια:

  1. Να σας ευχαριστήσω και εγώ με τη σειρά μου για την ευγενική σας κίνηση και να πω οτι η ανάγνωση του βιβλίου σας ήταν ένα πολύ ευχάριστο ταξίδι στον κόσμο της οικογένειας Χάραμη και στη μαγευτική Αλεξάνδρεια του Μεσοπολέμου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι πολύ αν κατάφερα να σας εμπνεύσω με αυτό το βιβλίο...

      Διαγραφή