Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

"ΛΕΓΕ ΜΕ ΚΑΪΡΑ" κυκλοφορεί 21/4/16, από τις εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Τοπίο αγνώριστο πια η παιδική μου ηλικία με τη φημισμένη ταβέρνα του Ατρέμου και τα θρυλικά Πουτανάδικα να δεσπόζουν πάνω απ’ την παλιά γειτονιά με τα διάσπαρτα σπίτια και τους χωματόδρομους. Ο χρόνος τα πήρε όλα μαζί του κι άφησε μόνο αναμνήσεις: Το μυστήριο της Καΐρας, την ανεκδιήγητη οργάνωση του Μπούλη που θα ανέτρεπε τη Χούντα, τη μορφή του παππού, μυθική, τρυφερή, οικεία. Τόσα χρόνια στρίβω τη γωνία και νομίζω κάθε φορά πως θα ξαναδώ την αλάνα όπου παίζαμε παιδιά κι όχι τις πολυκατοικίες, στα θεμέλια των οποίων αναπαύεται η δόξα των ποδοσφαιρικών αγώνων της Πάνω και Κάτω Γειτονιάς…
Ένα οδοιπορικό της μνήμης στην εποχή που νομίζαμε πως θα αλλάζαμε τον κόσμο.

http://www.psichogios.gr/site/Books/show/1003479/lege-me-kaira

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Η Μαρία Ντότσικα γράφει για το "Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει την ψυχή"

Στο πέλαγος της λογοτεχνίας, ο ασκός του Αιόλου δεν συγκρατεί κανέναν άνεμο. Το μόνο βέβαιο είναι η αβεβαιότητα. Συγγραφέας και αναγνώστης, μόλις που αγγίζουν τα ενδύματα των απαντήσεων. Γδυτοί, σαν άλλοι ναυαγοί, στυλώνουν μαζί το βλέμμα τους στον ορίζοντα των ερωτηματικών.
Μιλά για αυτό η κριτική σήμερα; Όχι. Γιατί; Δεν συμπαθεί τις αβεβαιότητες, τις αλλαγές. Οπλίζεται με το σύμπλεγμα μιας δημαγωγίας, που υπόσχεται δεκανίκια κρατώντας στο χέρι όλες τις απαντήσεις, και δημοκοπεί απαξιώνοντας τη μεταβλητότητα του δημιουργικού στοχασμού.
Σε μια εποχή, λοιπόν, κατά την οποία η λογοτεχνική κριτική εμφανίζεται ως έγκριση, επίκριση, κατάκριση και κυρίως ανεδαφική σύγκριση, αλλά δεν συνιστά απόρροια μελέτης της ρευστότητας του λογοτεχνικού βιώματος, προτιμώ να ακούσω τους ίδιους τους λογοτέχνες που, με τη βασική τους ιδιότητα αυτή του επαρκούς αναγνώστη, εκθέτουν το εργαστήρι της δημιουργικότητάς στον λόγο. 
Ναι. Τους κατηγορούν ως υποκειμενικούς, ως ιδιοτελείς. Είναι. Υπάρχει αντικειμενικά σκεπτόμενος και ανιδιοτελής άνθρωπος; Αλλά μήπως και η λογοτεχνία δεν είναι παρά μια υποκειμενική, και γι' αυτό επαναστατική, ποιότητα, που εξεγείρεται ιδιοτελώς και μεταβάλλεται διαρκώς, απέναντι στη φαινομενική, ουτοπική, ψευτοανιδιοτελή, και επομένως στατική, αντικειμενικότητα; 
Με ποια εχέγγυα να βυθιστείς μέχρι τον πυθμένα της λογοτεχνίας; Οι προθέσεις σου αφοπλίζονται, η μεταμορφωτική της επίδραση είναι σχεδόν αναπότρεπτη, γι’ αυτό και αναδύεσαι στην επιφάνεια αλλαγμένος. 
Στη χαρτογράφηση της λογοτεχνίας, τα δοκιμασμένα όργανα συχνά ακυρώνονται. Αν καταφέρεις να επιπλεύσεις, θα είναι γιατί συνειδητοποίησες "πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή". Η προσωπική εμπειρία του Δ. Στεφανάκη δίνει μια καλή μαρτυρία, κίνητρο για τους ανήσυχους της σκέψης, αντικίνητρο για εκείνους που ψάχνουν συνταγές και στη ζωή και στη γραφή.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Δημήτρης Στεφανάκης: «Είμαστε παιδιά της λογοτεχνίας» Συνέντευξη στον Διονύση Μαρίνο

Αν αρχίσει να βρέχει βιβλία; Αν γίνει πράξη το δυστοπικό μέλλον του Φαρενάιτ 451; Αν τίποτα ακραίο δεν συμβεί κι όλα κυλήσουν ομαλά, θα συνεχίσουμε να διαβάζουμε; Και αν, ναι, ποιοι; Και για ποιο λόγο; Ωσαύτως, ο αριθμός των δημιουργών θα αυξηθεί, θα μειωθεί ή θα μείνει αναλλοίωτος; Τι υπάρχει πίσω από την τυπωμένη σελίδα και γιατί θέλουμε –κάποιοι- να την ξεκοκαλίζουμε με ζέση;
«Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή». Αν είσαι ζηλωτής το ξέρεις, το αντιλαμβάνεσαι. Αλλιώς, η κατάφαση της πρότασης ακούγεται περισσότερο ως αξίωμα. Η αλλαγή προϋποθέτει τον αδάμαστο δέκτη που δεν σταματάει να διαβάζει και να αναμετράται με το γραπτό κείμενο• οι άλλοι, έτσι και αλλιώς, θα προσπεράσουν τη «θέση». Ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης θέτει εξαρχής το πεδίο και στη συνέχεια μέσω μικρών, ευσύνοπτων παραδειγμάτων γράφει για τον βαθύ και καίριο τρόπο που η λογοτεχνία καταφέρνει να εισχωρήσει στον πυρήνα της βιωτής ενός εκάστου και να της αλλάξει συντεταγμένες και κατεύθυνση. Έστω, να την νοηματοδοτήσει μέσα από ένα πλήθος αναφορών, ηρώων, δράσεων και μύθων. Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε εξηγεί τους λόγους που κάνουν τη λογοτεχνία οργανικό κομμάτι της ανθρώπινης περίπτωσης.
Γιατί γράφουμε; Ισχύει αυτό που έλεγε ο Αργύρης Χιόνης «ό,τι περιγράφω με περιγράφει»;
Ισχύει μάλλον αυτό που έλεγε ο Γκομπρόβιτς: «Νομίζουμε ότι δημιουργούμε∙ πλάνη! Στην πραγματικότητα αναβαπτιζόμαστε από το δημιούργημά μας». Θέλω να πω ότι συχνά ή σχεδόν πάντα γυρεύουμε να εξελιχθούμε οι ίδιοι μέσα από τα γραπτά μας.
 Κατ’ αντιστοιχία, γιατί διαβάζουμε; Αν είναι μια καταδηλωτική ανθρώπινη ενέργεια, τότε πώς ζουν κάποιοι δίχως να έχουν διαβάσει έστω ένα βιβλίο;
Διαβάζουμε για να γυμνάσουμε τη δική μας σκέψη. Αν δεν το κάνουμε αυτό, δεν ξέρω πόση σημασία έχει πραγματικά η ανάγνωση. Υπάρχουν άνθρωποι που επιτυγχάνουν το ίδιο αποτέλεσμα με άλλους τρόπους. Γι αυτό και δεν χρειάζεται να διαβάσουν κανένα βιβλίο.
Τι είναι ένα μυθιστόρημα; Το ύφος; Οι χαρακτήρες; Η πλοκή;
Πρωτίστως είναι χαρακτήρες. Σκεφθείτε τι θα ήταν ο Ξένος χωρίς τον Μερσό ή το Μηδέν και το άπειρο  χωρίς τον Ρουμπάσοφ. Κατά δεύτερον είναι ιδέες. Χωρίς μια γενναία δόση φιλοσοφίας δεν υφίσταται μυθιστόρημα. Αυτό μας διδάσκουν τα μεγάλα βιβλία.  Στον εικοστό αιώνα το ύφος απέκτησε, και συνεχίζει να έχει, κεφαλαιώδη σημασία. Απολύτως κατανοητό, αφού η πεζογραφία αναζωογονήθηκε με το αίμα της ποιητικής γλώσσας. Οι κορυφαίοι σύγχρονοι συγγραφείς αναγνωρίζουν ως  προγόνους τους περισσότερο τον Γκόγκολ, τον Φλομπέρ ή τον Κάφκα από ό,τι τον Μπαλζάκ και τον Ντοστογιέφσκι.
 Το βιβλίο σας είναι ένα εγκώμιο του μυθιστορήματος έναντι άλλων λογοτεχνικών ειδών. Μάλλον θα σας αντικρούσουν πλείστοι όσοι διηγηματογράφοι (Έλληνες και ξένοι).
Έχετε δίκιο.  Στην Νεοελληνική λογοτεχνία άλλωστε οι διηγηματογράφοι είναι αυτοί που μεγαλουργούν. Διαθέτουμε, πάντοτε διαθέταμε, εξαιρετικούς τεχνίτες στη μικρή φόρμα από τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη μέχρι τους σημερινούς νέους διηγηματογράφους οι οποίοι αποδεικνύονται έτοιμοι να πάνε την πεζογραφία μας λίγο πιο μακριά. 
Επίσης, είναι φανερή η αναγνωστική πρόσδεσή σας στα «κλασικά» βιβλία. Να επιστρέψουμε στις πηγές, λοιπόν;
Όχι απαραίτητα. Ένας λογοτέχνης οφείλει να γνωρίζει τι γράφεται στην εποχή του. Θα συμφωνήσετε όμως ότι δεν υπήρξε μεγάλος ποιητής ή πεζογράφος στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό που δεν είχε μια στέρεα γνώση του τι προηγήθηκε.
 Γίνεται ελάχιστη μνεία σε ελληνικά μυθιστορήματα; Υπάρχει εξήγηση;
Ευκαιρία, λοιπόν, να αναφερθώ εδώ σε έλληνες μυθιστοριογράφους που αγαπώ, αρχίζοντας από τον Ροΐδη, τον Καραγάτση, τον Τσίρκα, μνημονεύοντας τον Αλεξάνδρου για το αριστουργηματικό του «Κιβώτιο» και εποδοκιμάζοντας τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του Καζαντζάκη…
 Είμαστε καταναλωτές της λογοτεχνίας ή θεράποντες;
Είμαστε παιδιά της, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.
 Η μετανεωτερική κοινωνία διαστέλλει τους όρους «προσωπικότητα», «εγώ», «κοινωνική οντότητα». Η λογοτεχνία, μια κατεξοχήν δράση ανθρώπων, μπορεί να αντισταθεί;
Ασφαλώς! Η λογοτεχνία αντιστέκεται σε κάθε εποχή, γιατί δημιουργεί μια δική της επικαιρότητα μέσα από την οποία προσπαθεί να «διορθώσει» τον κόσμο της πραγματικότητας.
 Η λογοτεχνία οφείλει να «σχολιάζει» τα τρέχοντα κοινωνικά ζητήματα ή έχει άλλους χρόνους δράσης και ανάλυσης;
Σημασία έχει πάντα ο τρόπος  με τον οποίο σχολιάζει κανείς την εποχή του.  Σας θυμίζω τα αντανακλαστικά του Ντοστογιέφσκι στο μυθιστόρημά του Δαιμονισμένοι. Με αφορμή τη δολοφονία του φοιτητή Ιβάνοφ κατόπιν εντολής του Νετσάγιεφ έφτιαξε ένα αριστούργημα. Αν μπορεί κανείς να ανδραγαθήσει με τόσο μικρό χρονικό ορίζοντα, πιστέψτε με, δεν θα είχα καμία μα καμία αντίρρηση.
 Τα ροζ φληναφήματα που καμώνονται ότι είναι οργανικό κομμάτι της λογοτεχνίας κάνουν κακό; Αλλάζουν την αισθητική μας απόδοση;
Ό,τι  δεν με αφορά, δεν υπάρχει ή αλλιώς δεν κινδυνεύω από ό,τι δεν με αφορά.
 Συμβαίνει πολλές φορές –κυρίως στους βιβλιοφάγους- να μπερδεύουν βιβλία, ήρωες, να χάνουν εντέλει το ξάφνιασμα του «ερασιτέχνη» αναγνώστη. Υπάρχει αντίδοτο σε αυτή την ασθένεια;
Χρειάζεται ίσως να ιεραρχήσει κανείς τις λογοτεχνικές του αγάπες.  Οι αναγνώσεις  είναι μικροί και μεγάλοι έρωτες. Ο καθένας μας ξέρει, ή πρέπει να ξέρει, σε ποια βιβλία θα δοθεί με πάθος και  ποια θα προσπεράσει αδιάφορος.
 Υπάρχουν συγγραφείς που επαίρονται ότι δεν έχουν διαβάσει πολλά βιβλία (συνήθως λένε «λίγα και καλά») ή ό,τι δεν τους αφορούν (φερ’ ειπείν) οι ξένοι συγγραφείς. Τι μπορούμε να πούμε γι’ αυτούς τους δημιουργούς;
Να επαναλάβω εδώ πως σήμερα κανείς δεν γίνεται μεγάλος συγγραφέας από τύχη.  Χρειάζεται μια βαθιά, καθολική γνώση της λογοτεχνικής παράδοσης.  Αν παρομοιάζαμε τον λογοτέχνη, ποιητή ή πεζογράφο, με αυτοκίνητο, θεωρείστε πως το διάβασμα είναι η βενζίνη.
 Το λέτε κι εσείς, δεν έχουν γραφτεί τα πάντα. Ωστόσο, μπορούν να διαβαστούν τόσα πολλά βιβλία; Στην Ελλάδα εκδίδονται περισσότερα βιβλία από όσοι είναι οι αναγνώστες.
Είναι πράγματι πολύ σοβαρό αυτό το ζήτημα που θίγετε.  Δεν συμμερίζομαι την αγρονομική αντίληψη ορισμένων για τη λογοτεχνία και δεν περιμένω από τη σοδιά κάθε χρονιάς πληθώρα αριστουργημάτων.  Χρειάζεται φειδώ και περίσκεψη στις αναγνωστικές μας επιλογές.  Ο χρόνος μας δεν είναι απεριόριστος.
 Συναφές με το προηγούμενο ερώτημα: μήπως η πλησμονή εκδοτικής δραστηριότητας ακυρώνει κάποια πραγματικά καλά βιβλία που χάνονται στο σωρό;
Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως είναι δυνατόν να χαθεί ένα καλό βιβλίο. Σίγουρα ο εκδοτικός πληθωρισμός «σκεπάζει» συχνά μια σημαντική στιγμή της λογοτεχνίας αλλά αυτό συμβαίνει προσωρινά. Ευτυχώς, θα υπάρχουν πάντα οι μεγάλοι αναγνώστες που απονέμουν την λογοτεχνική δικαιοσύνη.
 Αν η λογοτεχνία αλλάζει τη ζωή μας, η ζωή μας αλλάζει τη λογοτεχνία;
Σαφέστατα! Η ζωή είναι ένα πολύ ισχυρό φίλτρο για να αφήνει αδιάφορους τους δημιουργούς. Νομίζω μάλιστα ότι η κάθε εποχή υπαγορεύει στη λογοτεχνία την κατεύθυνση που θα πάρει.

stef1
Τόσες λέσχες ανάγνωσης, μαθήματα δημιουργικής γραφής, κείμενα επί κειμένων στο διαδίκτυο και στα κοινωνικά δίκτυα; Υπάρχουν πολλοί που γράφουν ή θέλουν να γράψουν. Γιατί δεν υπάρχουν τόσοι που θέλουν να διαβάσουν;
Ιδού μια απορία που συμμερίζομαι απόλυτα! Γι αυτό και στα δικά μου εργαστήρια προσπαθώ να προάγω κυρίως την τέχνη της ανάγνωσης. Υποθέτω και άλλοι ομότεχνοι κάνουν ή θα κάνουν στο μέλλον, το ίδιο πράγμα.

Η τεχνολογία μπορεί να γίνει ο «δολοφόνος» της τυπωμένης σελίδας και της ανάγνωσης;
Μου φαίνεται απίθανο. Η λογοτεχνία είναι ακριβό άρωμα και δεν απευθύνεται στους πολλούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι αιχμαλωτίζονται σήμερα σαν τα έντομα στον ιστό της τεχνολογίας. Δεν νοιάζονται για τη λογοτεχνία αλλά και η λογοτεχνία δεν  νοιάζεται για αυτούς.
 Υπάρχει κάποια «χρησιμοθηρική» διάσταση στην ανάγνωση ή το κάνουμε για την αισθητική του πράγματος;
Θα έλεγα ότι υπάρχει μια «χρησιμοθηρική» διάσταση στην ίδια την αισθητική.  Γιατί πιστεύουμε αλήθεια ότι η αισθητική είναι πολυτέλεια;  Χωρίς αυτήν είναι δύσκολο να ορίσουμε τι σημαίνει ομορφιά, ελευθερία, δικαιοσύνη και ελπίδα σε αυτό τον κόσμο.
http://fractalart.gr/dimitris-stefanakis-interview/

Δημήτρης Στεφανάκης: «Θήτευσα και θητεύω ακόμα στην αμφιβολία», συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη

Επέλεξε την Πάτρα ως αφετηρία της σειράς των παρουσιάσεων του νέου του βιβλίου «Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή» (εκδ. «Ψυχογιός») εξ ου και βρέθηκε στο «Βυζαντινό» την Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου. Ο Δημήτρης Στεφανάκης μιλάει στην «ΠτΚ» για τη «γέννηση» του βιβλίου του, τονίζει την αξεπέραστη αξία των κλασικών συγγραφέων, αποκαλύπτει τις αλλαγές που έχει επιφέρει η λογοτεχνία στον ίδιο. Δηλώνει δε έτοιμος να ανταποκριθεί σε μια διαπίστωση-πρόκληση του Γκαίτε.
«Πώς αλλάζει τη ζωή μας η λογοτεχνία». Δοκίμιο με διάθεση εξομολογητική. Από ποια ανάγκη σας «γεννήθηκε»;
Ηθελα για μια φορά να δώσω πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδια τη λογοτεχνία και στους αναγνώστες της. Στο κάτω της γραφής κι εγώ ο ίδιος είμαι πρωτίστως αναγνώστης. Από την άλλη δεν κρύβω ότι είχα ανέκαθεν θεωρητικές ανησυχίες. Υπήρχαν ζητήματα για τα οποία ήθελα να συνομιλήσω σε πρώτο πρόσωπο με όσους αγαπούν τα βιβλία.
Ομολογείτε ότι στα δεκαοκτώ σας συγχέατε τη λογοτεχνία με οιοδήποτε άλλο γνωστικό αντικείμενο, εξ ου και η -προσωρινή- ρήξη σας μαζί της. Η σχέση της με τους σημερινούς εφήβους υφίσταται χειρότερες πιέσεις, λέτε;
Η λογοτεχνία δεν είναι για όλους. Αυτή είναι η αλήθεια, όσο κι αν μας πληγώνει. Η σχέση μας με τα βιβλία μεστώνει με τα χρόνια. Δεν έχω απαίτηση από τη σημερινή νεολαία να καταβροχθίζει το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Πέρα από τη λογοτεχνία, υπάρχει η ζωή κι αυτό πρωτίστως πρέπει να αναζητά κανείς. Αφήνω πως αρκετοί νέοι διαβάζουν και μάλιστα με πιο γόνιμο τρόπο από ό,τι η δική μου γενιά. Πρέπει, επιτέλους, να αντιληφθούμε ότι η λογοτεχνία δεν έχει ανάγκη το αναγνωστικό κοινό, αλλά το αντίθετο. Εμείς έχουμε την ανάγκη της.
Θίγετε, μεταξύ άλλων, το «αμάρτημα» της γλωσσικής εκζήτησης και ακατανοησίας, στο οποίο υποπίπτουν κάποιοι συγγραφείς χάριν εντυπωσιασμού. Πόσο επικίνδυνο είναι;
Δυστυχώς, πρόκειται για παγίδα, στην οποία όλοι λίγο πολύ έχουμε πέσει κατά καιρούς. Δεν εξαιρώ τον εαυτό μου από τις συγγραφικές αμαρτίες. Πρέπει απλώς να μη λησμονούμε την ουσία των πραγμάτων: Γιατί γράφουμε, τι σημαίνει λογοτεχνία και λογοτεχνική γλώσσα, τι είναι σημαντικό και τι επουσιώδες…
«Πολιτική, θρησκεία, επιστήμη και Ιστορία» γράφετε «αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία ως ένα είδος τσαρλατανισμού», ενώ οι ίδιες «οδηγούν σε χρεοκοπία τα μελλοντικά μας οράματα». Πού έγκειται αυτή η απαξίωση εκ μέρους τους;
Νομίζω ότι δίνεται μεγάλη σημασία στην επιστημονική ακρίβεια, στο δόγμα, στην εξουσία και στη λεγόμενη ιστορική αλήθεια. Επιτρέψτε μου να πω ότι όλα αυτά είναι αυθαίρετα σχήματα. Η επιστημονική ακρίβεια αναιρείται την επόμενη στιγμή, το δόγμα οδηγεί σε καθολικά εγκλήματα, η εξουσία γίνεται ανάλγητη και βάναυση και η ιστορική αλήθεια… είναι ένα ωραίο κατασκεύασμα, μεγαλύτερο παραμύθι από την ίδια τη λογοτεχνία.
Δηλώνετε απερίφραστα την αγάπη σας για τους κλασικούς, κάνοντας λόγο για την «ανεξίτηλη γοητεία του παλιού». Εχει συμβεί να τους «νιώσετε» πλάι σας ή να «επισκεφθούν» τη σκέψη σας όταν γράφετε;
Κανείς δεν πάει μακριά χωρίς τους κλασικούς. Χωρίς καμιά δόση υπερβολής αυτό είναι το μικρό μυστικό κάθε σημαντικού λογοτέχνη σήμερα. Εχω πει, και δεν το παίρνω πίσω, πως στην εποχή μας κανείς δεν γίνεται μεγάλος συγγραφέας από τύχη. Προαπαιτείται η βαθιά γνώση όσων έχουν προηγηθεί στη παγκόσμια σκηνή της λογοτεχνίας. Υστερα ο καθένας ας τραβήξει τον δικό του δρόμο.
Κάθε βιβλίο απαιτεί θυσίες και κόπους, γράφετε, συμπληρώνοντας ότι ο συγγραφέας τα λησμονεί για να τα θυμηθεί στο αμέσως επόμενο. Θυμίζει ωδίνες τοκετού που ξεχνιούνται κάθε φορά…
Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη παρομοίωση, πιστέψτε με. Είναι ένα διαρκές βάσανο η δημιουργία, μια πύρρειος νίκη, με πολλές μάχες χαμένες. Το παράξενο είναι πόσο γρήγορα ξεχνάμε αυτό το σισύφειο μαρτύριο και ξαναμπαίνουμε στη μάχη ή μήπως ο δημιουργός είναι ο Σίσυφος του μύθου;
Ο «Ζορμπάς», ο νεοέλληνας και ο Γκαίτε
Στο κεφάλαιο για τη μοντέρνα ποίηση, κάνετε λόγο για εχθρική αντιμετώπιση της δημιουργίας «που αρνείται να πάει με τα νερά μας», που ενοχλεί «τις ναρκωμένες συνειδήσεις μας». Πιστεύετε ότι αυτό είναι ένα από τα προβλήματα του σύγχρονου Ελληνα;
Η νεοελληνική πραγματικότητα είναι αναμφίβολα κοινότοπη και ισοπεδωτική: Ενα ανούσιο τηλεοπτικό πεδίο μέσα στο οποίο θριαμβεύει η μακάρια μικροαστική μας συνείδηση. Νομίζω ότι αυτό που ονομάζουμε οικονομική κρίση είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Εχουμε χάσει από καιρό την εθνική μας ηθική, την έμπνευση και την αισθητική μας. Βιώνουμε τη βαθύτερη κρίση αξιών σε κάθε τομέα -από την πολιτική μέχρι τη λογοτεχνία. Κοντολογίς, κάποιοι διάβασαν με λάθος τρόπο τον «Ζορμπά» του Καζαντζάκη.
Η εικόνα της Ελλάδας, σήμερα, τι συναισθήματα σας προκαλεί; Σωτηρία υπάρχει;
Στον Νεοέλληνα δεν αγαπώ αυτό που δείχνει, αλλά αυτό που είναι. Αγαπώ τη ζεστασιά της ψυχής του, τον ανθρωπισμό που βγάζει αναπάντεχα, τη μεσογειακή του αναρχία, την επινοητικότητά του, το σκληρό μέταλλο από το οποίο είναι φτιαγμένος. Αυτά τα στοιχεία, ναι, υπόσχονται τη σωτηρία μας.
Στη σημερινή πνιγηρή καθημερινότητα, αφήνεται χώρος στη λογοτεχνία να χαρίσει το ανακουφιστικό της χάδι; Της ανήκει το μέλλον, πιστεύετε;
Αν η λογοτεχνία έχει μέλλον, αυτό είναι το παρελθόν της. Δεν θα πάψουμε ποτέ να διαβάζουμε τους παλιούς και μέσα από αυτούς να οραματιζόμαστε το δικό μας αύριο. Δεν έχει τόση σημασία τι θα γραφτεί στο εξής, όσο ο τρόπος που θα διαβάσουμε τα μεγάλα που έχουν ήδη γραφτεί.
Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο, γράφετε. Εσείς ποιες αλλαγές σας της οφείλετε;
Θήτευσα και θητεύω ακόμα στην αμφιβολία, διδάχτηκα την αισθητική της σκέψης και της γλώσσας, έφτασα ύστερα από τόσα χρόνια να χαμηλώνω την εσωτερική μου φωνή όταν μιλώ κι όταν γράφω. Κάθε φορά που διαβάζω ένα σπουδαίο βιβλίο αντιλαμβάνομαι πως γνωρίζω λιγότερα από όσα νόμιζα. Εμαθα πια πως η λογοτεχνία δεν σημαίνει επ' ουδενί φτηνή συνθηματολογία και ανταλλαγή μηνυμάτων με τους αναγνώστες. Η ζωή δεν είναι ένα πρόβλημα που λύνεται με μαθηματικές πράξεις ή με τσιτάτα ευφάνταστων συγγραφέων.
Υπάρχει, αυτό τον καιρό, «ατίθασος ήρωας», που σας ζητά να μεταπηδήσει από το «απέραντο εργοτάξιό» σας στην επόμενη ιστορία σας;
Ναι, υπάρχει και μάλιστα είναι ένας αντιήρωας που απαιτεί να εκφραστεί με τους δικούς του όρους, όρους που παλιότερα δεν θα μπορούσα να δεχτώ. Βλέπετε, με τα χρόνια, η λογοτεχνία σε διδάσκει να μην αποκλείεις τίποτα ακόμα. Ο Γκαίτε ισχυρίζεται: «Δεν βλέπω κανένα σφάλμα που δεν θα μπορούσα να το είχα κάνει κι εγώ». Η σοφή αυτή διαπίστωση είναι μια πρόκληση στην οποία νιώθω πως ήρθε ο καιρός να απαντήσω.

http://www.pelop.gr/?page=article&DocID=262577&srv=26

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Η Ελένη Γκίκα γράφει στο ΕΘΝΟΣ για το "Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή"

Θα μπορούσε κανείς να το πει και «το βιβλίο των βιβλίων». Ένα δοκίμιο που διαβάζεται σαν λογοτεχνία ειλικρινής και απολαυστική. Το γραφείο και η κουζίνα, το υποσυνείδητο και η κρυφή βιβλιοθήκη του συγγραφέα που πια μας χαρίζεται και γίνεται φανερή.

  • ΕΘΝΟΣ On Line
  • 13:51, 15/2
«Πώς η Λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή», του Δημήτρη Στεφανάκη
Τον Δημήτρη Στεφανάκη τον ξέρουμε από τις «Μέρες Αλεξανδρείας», το «Φιλμ Νουάρ», τα μυθιστορήματα «Άρια, Ο κόσμος απ' την αρχή», «Ο χορός των ψευδαισθήσεων» και «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι». Από τις μεταφράσεις τους, πράγμα και όχι τόσο αυτονόητο και σύνηθες για την ελληνική αγορά. Τον γνωρίζουμε, επίσης, και για τις βραβεύσεις του. Βραβείο Καβάφη, Ιππότης τιμών και γραμμάτων του γαλλικού κράτους, τον ξέρουμε ακόμα και από τις μεταφράσεις του, Μπέλλοου, Φόρστερ, Μπρόντσκι, Μπαλζάκ. Και φυσικά θα συγκινεί πάντα το ότι δεν στάθηκε ποτέ στην χρυσελεφάντινο συγγραφικό πύργο του, αλλά με την ιδιότητα του αναγνώστη, όχι του βιβλιοφάγου που κάπου ενέχει την κατανάλωση μέσα της και τρομάζει, αλλά του συστηματικού και ουσιαστικού αναγνώστη αναμετρήθηκε και συνεχίζει να αναμετράται με τα μεγάλα κείμενα, με τους σημαντικούς συγγραφείς. Και δεν αρκείται μόνο σ' αυτό. Την ώρα που οι περισσότεροι συγγραφείς μιλούν για την τέχνη ή την τεχνική της γραφής, ο Δημήτρης μιλά για την Μεγάλη Τέχνη της Ανάγνωσης. Για τον τρόπο του να ξεκλειδώνει κανείς τα μεγάλα κείμενα, για τον τρόπο να πλησιάζει κανείς τους μεγάλους συγγραφείς και την μεγάλη αφήγηση.
«Πώς η Λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή» του Δημήτρη Στεφανάκη, εκδ. Ψυχογιός, σελ. 157
«Έχω κλείσει πια σαράντα αναγνωστικά χρόνια, συνηγορώντας στην αδιανόητη σύμβαση να διαβάζω φανταστικές ιστορίες που τις εκλαμβάνω ως μέρος της πραγματικότητας» γράφει ο συγγραφέας στο κεφάλαιο «Όσοι έπαιξαν με τη φαντασία μας» και επιμένει σε ήρωες, ηρωίδες και σκηνές.
«Η σκηνή του Αλιόσα Καραμάζοφ και τα παιδιά του που πετροβολούνται, τα μεγαλειώδη πάρτι του Γκάτσμπυ στην Αμερική του μεσοπολέμου, το αδιανόητο δράμα του Γκρέγκορ Σάμσα, η συνάντηση του Λέβιν με την Άννα Καρένινα, κι οι ερωτοτροπίες του Μερσώ με την Μαρί στη θάλασσα…»
Ο κόσμος φτιάχτηκε για να χωρέσει σε ένα βιβλίο, ίσως και να έχει δίκιο, τελικά, ο Μαλαρμέ.
«Πώς η Λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή», του Δημήτρη Στεφανάκη
«Για νύχτες, όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ ξαναζώ τις μεγάλες σκηνές, προβάλλοντάς τες πάνω στο πανί της ναρκωμένης συνείδησής μου. Ο Ρασκόλνικοφ. Η Μαντάμ Μποβαρύ, η Κλαρίσσα Νταλογουέι και ο Χήθκλιφ εμφανίζονται μπρος μου ολοζώντανοι, με τη φυσικότητα των προσώπων που συνάντησα το πρωί της ίδιας μέρας στους καθημερινούς δρόμους. Κάθε τόσο μνημονεύω τους ήρωες των βιβλίων λες και πρόκειται για υπαρκτά πρόσωπα. Τους ανακατεύω στις συζητήσεις μου, τους υπερασπίζομαι ή τους απορρίπτω, ανοίγω διάλογο μαζί τους, κι είναι φορές που νομίζω πως θα πέσω επάνω τους στην επόμενη γωνία».
Αυτό ειδικά το βιβλίο του Δημήτρη Στεφανάκη είναι μια αποκάλυψη για κάθε βιβλιόφιλο και παθιασμένο ή έντιμο αναγνώστη αλλά και για κάθε έναν που θα θελε να διαβάζει και ο χρόνος του να πιάνει τόπο, να διαβάζει με σύστημα, ό,τι αξίζει, ό,τι μπορεί ως και να σε αλλάξει τον ίδιο τελικά. Γιατί μπορεί η λογοτεχνία να μην μπορεί να αλλάξει ή να σώσει τον κόσμο αλλά σίγουρα μπορεί να αλλάξει τον αναγνώστη της, να του αλλάξει οπτική, να του φανερώσει τα χίλια τόσα κομματάκια της άγνωστής του ψυχής.
Το σίγουρο είναι ότι μπορεί να αλλάξει και τον συγγραφέα. Τον γεννημένο ή επίδοξο συγγραφέα. Εφόσον μπορεί να διαβάζουμε με ό,τι είμαστε, αλλά σίγουρα γράφουμε και με ό,τι έχουμε διαβάσει. Κάτω από τις ιστορίες μας, στις προθέσεις μας τουλάχιστον, κρύβεται η αναγνωστική μας υποδομή. Ο πήχης ανεβοκατεβαίνει αναλόγως μ' αυτήν.
Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο ένα τέτοιο βιβλίο αποτελεί όσον αφορά τον συγγραφέα και το κλειδί για την δική του δουλειά. Επιστρέφοντας τώρα στις σελίδες του δοκιμίου θα πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τα βασικά: ο συγγραφέας πρωτοπρόσωπα και εξομολογητικά μιλά για την διαδρομή του στην διαδικασία ή τελετουργία της ανάγνωσης σα να απευθύνεται στην ίδια την ανάγνωση, στην λογοτεχνία αυτοπροσώπως, ή στον ίδιο του τον εαυτό τελικά. Με έναν ξεκάθαρα δομημένο όμως και αποκρυσταλλωμένο τρόπο σε τέτοιο σημείο ώστε αυτό το βιβλίο να αποτελεί ταυτοχρόνως και σημείο αναφοράς.
Σημείο αναφοράς όσον αφορά: Την πίστη του και την απιστία του καθενός και την δική του φυσικά στη λογοτεχνία. Τον κόσμο με ή δίχως λογοτεχνία. Την χαρτογράφηση του Χάους που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να επιτύχει, αποδεικνύοντας κι εκείνο το ντοστογιεφσκικό πως «είμαστε καταδικασμένοι ν' ακροβατούμε σ' αυτό». Την ύπαρξη των ηρώων στη ζωή του αναγνώστη αλλά και στην όντως ζωή. Τον αληθινό κόσμο των ηρώων, ναι πολλοί ισχυρίζονται ότι υπάρχει και έκτη ήπειρος και όλοι αυτοί κατοικούν εκεί. Το ότι η Ποίηση και η Μεγάλη Λογοτεχνία είναι τελικά χρησμική. Από την άποψη ότι στον θεϊκό ενεστώτα των συγγραφέων που διασώζει και όλο τον χαμένο μας χρόνο, εμφυλοχωρεί αποκαλυπτικό το μέλλον. Δηλαδή, στο συγγραφικό παρόν, όλα είναι εδώ.
Μεγάλη βαρύτητα δίνει ο συγγραφέας στον συγγραφέα- αναγνώστη, αποδεχόμενος ότι «γεννιόμαστε απλώς αναγνώστες» και αφήνοντας να διαφανεί ότι φτάνουμε τελικά από την δίψα ανάγνωσης, στην δίψα γραφής. Για να διαβάσουμε την δική μας άγραφη ιστορία στην τελική. Αναφέρεται σε μια λογοτεχνία- κιβωτό και στα βιβλία που αποτελούνται από δεκάδες άλλα βιβλία. Για τα βιβλία που μας κολακεύουν, για τα βιβλία που μας αντιστέκονται, για τα βιβλία που μας αποκαλύπτονται, τολμώντας να θίξει ακόμα και τα κακώς κείμενα, τα βιβλία που χαρίζονται στον αναγνώστη τους, στα βιβλία- καταναλωτικό προϊόν.
Σημαντικό κεφάλαιο είναι εκείνο που απευθύνεται στον χορό των προθέσεων. Υπενθυμίζοντας εκείνο το κατά Έκο: πρόθεση του συγγραφέα, πρόθεση του αναγνώστη και πρόθεση του ίδιου του κειμένου που θα πρέπει να εξετάζει, υποτίθεται, ο κριτικός.
Δεν θα αφήσει καμία πτυχή του θέματος ανεξερεύνητη: από την δυναμική της αρχής [η πρώτη πρόταση μπορεί και να έχει την άκρη του μίτου της ιστορίας, να διαθέτει το ύφος, το τέμπο, το τέλος ακόμα εκεί μαζί με την αρχή, όπως στην άμμο στο στρίφωμα του φουστανιού της Μποβαρύ κρύβεται ολόκληρη η Σαχάρα], μέχρι τις βασικές αρχές και τους χαρακτήρες - κλειδί.
Θα αναφερθεί στη Φιλοσοφία, στον Κινηματογράφο, την Ποίηση, την Πολιτική μέσα στο Μυθιστόρημα, στην Ιστορία που αποτελεί πρόφαση, έτσι ή αλλιώς κάθε μυθιστόρημα διασώζει την ιστορία, αυτή των απλών ανθρώπων και της καθημερινής ζωής που είναι και το πιο σημαντικό.
Στις σελίδες του, επίσης, ο Χρόνος, ο Θάνατος και ο Έρωτας. Οι Ήρωες και οι Αντιήρωες, το μυστήριο της Ύπαρξης, το άλυτο Αίνιγμα και η κατάλυση της απόλυτης Αλήθειας εφόσον συνεχώς καταλύονται τα σύνορα Καλού και Κακού.
Ακόμα, η Ειρωνεία, το Χιούμορ, η Παρωδία και τα Ανοχύρωτα έργα, το Τέλος που τελικά δεν υπάρχει όπως τέλος δεν έχει αυτή καθ' εαυτή η ζωή. Το μεγάλο ερωτηματικό «Όμηρος ή Πλάτωνας», η αφήγηση ως παρηγοριά, η Νεωτερικότητα, η χρησμικότητα και το μέλλον του Μυθιστορήματος.
Επιλέξαμε για το τέλος δυο αποσπάσματα του βιβλίου που αφορούν αυτήν καθ' εαυτή τη ζωή:
«Από την άλλη, οι μεταμφιεσμένες σε αναμνήσεις εμπειρίες είναι η μοναδική μας παρηγοριά, αλλιώς δε θα έφτανε ο Καμύ να γράψει στον Ξένο του: «Έστω και μια μέρα να έχει ζήσει κανείς, θα μπορούσε, χωρίς πρόβλημα, να περάσει εκατό χρόνια μες στη φυλακή. Θα είχε ένα σωρό αναμνήσεις για να μη βαρεθεί». Κάπως έτσι ο χρόνος γίνεται μια αγαπημένη συνήθεια, αυτό που υπονοεί και ο Προυστ ξεκινώντας με τη φράση: «Από χρόνια πλάγιαζα νωρίς». Και ακόμα:
«Η αφήγηση είναι παρηγοριά» γράφω στην αρχή ενός μυθιστορήματος». Σήμερα θα πρόσθετα πως η αφήγηση είναι φυσική ανάγκη. Υπήρχε προτού σχηματιστεί το παγκόσμιο σώμα της λογοτεχνίας και θα συνεχίσει να υπάρχει, αν κάποια μέρα η λογοτεχνία κλείσει οριστικά τον κύκλο της σε αυτό τον κόσμο. Θα συνεχίζουμε να αφηγούμαστε ιστορίες, ίσως γιατί ακόμη και η πραγματικότητα στην οποία ζούμε δεν είναι παρά ένα πολυσέλιδο παραμύθι που διηγούμαστε ο ένας στον άλλο».
Υπενθυμίζοντας μας αυτό που έχει πει ο Μαλαρμέ ότι ο κόσμος φτιάχτηκε για να χωρέσει σε ένα βιβλίο.
ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
http://www.ethnos.gr/biblio/arthro/pos_h_logotexnia_sou_allazei_ti_zoi_tou_dimitri_stefanaki-64331499/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Η Αναστασία Δημητροπούλου γράφει για το "Πώς η ζωή μπορεί να σού αλλάξει τη ζωή"

Κατά καιρούς πέφτουν στα χέρια μας κείμενα ατροφικά, άτονα, που κινούνται στα όρια της αδιαφορίας ή παρουσιάζονται υπερβολικά συσκοτισμένα. Τα τελευταία μάλιστα, αποτελούν τη νέα μάστιγα της συγγραφικής εποχής. Είναι αυτά, των οποίων οι συγγραφείς πασχίζουν τόσο πολύ να διατυπώσουν κάτι καινοτόμο, μα τελικά φτάνουν στο σημείο να παιδεύουν το αναγνωστικό κοινό ανελέητα, και να μπερδεύονται κι οι ίδιοι με την ασαφή πολυπλοκότητα των γραπτών τους. Στο πόνημα του Δημήτρη Στεφανάκη οι κίνδυνοι αυτοί δεν έχουν θέση και πώς να έχουν άλλωστε; Όλα είναι απλά. Διαβάζοντάς το, μού έδωσε την εντύπωση ότι άφησε για λίγο την ιδιότητα του συγγραφέα, κι έγραψε απο τη σκοπιά του αναγνώστη. Ένας αναγνώστης που καταθέτει τις εμπειρίες του πάνω στο σώμα της λογοτεχνίας, που παραδέχεται πως δεν τον κέρδισε απο την αρχή, μα στο τέλος βρήκε εκείνο το μαγικό κουμπί που μόνο η τέχνη του λόγου μπορεί να αγγίξει μες στον ανθρώπινο νου και την καρδιά. Κι έτσι έγινε κι ο ίδιος κοινωνός της, αφοσιωμένος μαραθωνοδρόμος, παίκτης απο τους εμπειρότερους στο παιχνίδι της. Έτσι κι αλλιώς, η λογοτεχνία είναι ένα ατελείωτο παιχνίδι ενηλίκων, και οι κανονισμοί βρίσκονται όλοι μέσα στο βιβλίο αυτό.
Κι αν ένα βιβλίο σύμφωνα με τον Κάρλος Ρουίθ Θαφόν, είναι καθρέφτης, τότε μέσα στο συγκεκριμένο όλοι θα βρούμε ψυχής κομμάτια μας. Αν η λογοτεχνία ήταν χέρι ζωγράφου θα διάλεγε τα ωραιότερα χρώματα για τον πίνακά της, αν ήταν σπόρος θα γεννούσε ένα σωρό ευωδιαστά παρτέρια σε κάθε γωνιά της γης, κι αν είχε φύλο και προσωπικότητα θα ήταν σίγουρα θηλυκό. Γυναίκα – πλανεύτρα, αέναος έρωτας και γοητεία ανεπανάληπτη κι απροσπέλαστη. Κι αφού όλα τούτα κάνουν τη ζωή μας ομορφότερη, τότε γιατί να μη μπορεί η λογοτεχνία να τής προσδώσει νόημα και υπόσταση σε έναν κόσμο ηθικά διαβρωμένο και πολιτισμικά ανοχύρωτο; Επιπλέον, θυμηθείτε κι αυτό: η τεχνολογική ανάπτυξη κι η επιστήμη μπορούν να εμπλουτίσουν το νου. Η λογοτεχνία όμως είναι σε πλεονεκτικότερη θέση: μπορεί να εμπλουτίσει ολόκληρη την προσωπικότητα.