Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Εξομολογήσεις

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ
Στο μεγάλο ποτάμι της λογοτεχνίας όλοι εμείς οι δημιουργοί πιστεύουμε πως αντικρίζουμε τους αναγνώστες μας στην απέναντι όχθη. Στην πραγματικότητα όμως κι η δική μας θέση εκεί βρίσκεται. Στην όχθη της ανάγνωσης παραμένουμε τον περισσότερο καιρό και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις διαβαίνουμε το γεφύρι της έμπνευσης για τις ανάγκες της γραφής. Μόνο που κάποιοι ξεχνούν να επιστρέψουν κι ύστερα από καιρό βλέπουν τους αναγνώστες να τους γνέφουν από την άλλη πλευρά. Πάνω στην ζάλη τους εκλαμβάνουν τις χειρονομίες τους ως επευφημίες ενώ πρόκειται απλώς για παραίνεση να επιστρέψουν στη θέση τους...

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ
Η ποιητική γλώσσα είναι μια επιθυμητή παρενέργεια που πρέπει να "μολύνει" λίγο-πολύ κάθε κείμενο. Είναι το άλμα της σκέψης που παρακάμπτει κάποτε την ρουτίνα της ανθρώπινης λογικής. Χωρίς κόκκους ποίησης ο πεζός λόγος θα ήταν υπερβολικά πεζός -το ίδιο κι ο κόσμος μας. Από την άλλη όπως κάθε παρενέργεια μπορεί να είναι βλαπτική, αν δεν σεβαστούμε το μέτρο...

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΑΤΗ
Και τι άλλο είναι η λογοτεχνία παρά ένα στοίχημα με την αθανασία; Κατά βάθος, όλοι ελπίζουμε να διασωθούμε μέσα από τα κείμενά μας, να μείνει κάτι από την ύπαρξή μας, μια σκέψη, μια φράση που θα διαβάζεται ξανά και ξανά μέσα στο χρόνια, όπως η παλιά φωτογραφία του παππού και της γιαγιάς. Ίσως εντέλει η γραφή να αποτελεί και μια απάντηση του ανθρώπου στο Θεό του και στον θάνατο...

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Εξομολογήσεων συνέχεια...


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Και να σκεφτεί κανείς πως υπήρξαν συγγραφείς που διαχώρισαν το καλό απ' το κακό, την αγάπη απ΄το μίσος, το πάθος από την αγνότητα, την βεβαιότητα απ' την αμφιβολία. Πού είναι τώρα όλοι αυτοί; "Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη", όπως θα έλεγε κι ο Σεφέρης...
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ
Ένας από τους μείζονες μύθους που επινόησε ο εικοστός αιώνας ήταν αυτός του διανοούμενου. Οι νάρκισσοι της σκέψης που εποίκισαν την πνευματική επικράτεια περιφέρουν έκτοτε ένα ύφος χιλίων καρδιναλίων στην προσπάθειά τους να γιγαντώσουν στα μάτια μας τις ισχνές τους ιδέες. Όσοι όμως εντυπωσιάζονται από τέτοια τερτίπια θα πρέπει να θυμούνται πως οι μεγάλοι δημιουργοί και στοχαστές δεν ήταν ποτέ πρωθιερείς της επιτήδευσης. Δεν ήταν ο Όμηρος ούτε ο Σωκράτης, δεν ήταν ο Δάντης ούτε ο Θερβάντες, δεν ήταν ο Ντοστογιέφσκι ούτε ο Μπαλζάκ... Γιατί είναι λοιπόν όλοι αυτοί οι νάνοι;
Σ’ αυτούς που με ρωτούν συχνά αν η λογοτεχνία κάνει τον κόσμο καλύτερο, απαντώ: “ευτυχώς όχι”. Τι σημαίνει καλύτερο άλλωστε, όταν η ίδια η έννοια του καλού δεν ορίζεται. Ύστερα από αιώνες αφηγήσεων που αποδείχθηκαν αιώνες ψευδαισθήσεων αποφασίσαμε ότι ο κόσμος αυτός δεν θα καλυτερέψει. Κι όσο για τις αξίες και τα ιδανικά κρεμασμένα από την οροφή της ανθρώπινης ψυχής, μόλις που τα αγγίζουμε κάποτε αναπηδώντας κι ύστερα πάλι απομένουμε μικροί και ταπεινοί, απλώς ανθρώπινοι. Ας το θυμόμαστε αυτό τέτοιες μέρες γιορτινές που η ανάγκη μας να κάνουμε τον κόσμο να φαίνεται καλύτερος γίνεται πιο έντονη.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Το ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ στη Γαλλία... 21/2/2013

Built like the great historical frescos, Film noir takes us into the heart of Europe in the first global conflict, through the life story of a vividly colourful character who really did exist, Basil Zaharoff.

It is 1887, in a tiny compartment of the mythical Orient Express. Although she is due to marry the next day, Maria del Pilar, the Spanish Duc
hess, meets Basil Zaharoff, a mysterious Greek about whom she knows nothing, and falls him at once. Their love, as carnal as it is forbidden, will dramatically change the course of their lives, and also the course of history, forever.

Basil Zaharoff, a real person, was a source of great inspiration for the author. He was a Greek arms dealer who grew wealthy through his trade, and was also in turn a business man, spy and manipulating politician. He played a part in many historical events from the Dreyfus Affair to the outbreak of the First World War, not forgetting the scandal of the Panama Canal. With money he accumulated through his trade, he funded the Greek campaign in Asia Minor, which would end in his first setback. At the end of his life, when he lost his beloved Maria prematurely, after years of meeting each other but after only two year’s of marriage, he was only a shadow of himself.

This romantic tale, already a success in Greece, is both informative and entertaining.http://www.viviane-hamy.fr/catalogue/collections/litterature-etrangere/film-noir/article/film-noir-1500?foreign=1501&lang=en#.ULKKKTZ_iK4.facebook



Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

“Μακάριοι όσοι δεν εκτέθηκαν νωρίς στα φώτα της δημοσιότητας” συνέντευξη στον Γιώργο Σιδέρη

1. Γράφεις πάντα για τους ίδιους λόγους; Στο γραπτό σου οι κοινωνικές ανάγκες πρέπει να ανταμώνονται με τις προσωπικές;
Γράφω πάντα για την προσωπική μου ανάγκη να εκφραστώ όσο εγωιστικό κι αν φαίνεται αυτό. Γράφω για όσα με κάνουν να χαίρομαι, να λυπάμαι, να παθιάζομαι, να θυμώνω, να απογοητεύομαι ή να παίρνω κουράγιο. Αν η ανάγκη μου αυτή συνοδοιπορεί με τις κοινωνικές ανάγκες, τόσο το καλύτερο.
2. Στις μέχρι τώρα συνεντεύξεις σου, όπως και στις παρεμβάσεις σου στο facebook επιμένεις, πεισματικά θα έλεγα, σε θέματα που περιστρέφονται κυρίως γύρω από τη θεωρία της λογοτεχνίας. Θεωρείς πως αυτή μπορεί να προσφέρει διεξόδους; Νοιώθεις τους αναγνώστες να ανταποκρίνονται;
Το ξέρεις και το ξέρω, το ξέρουμε όλοι μας πια ότι η λογοτεχνία είναι πολιτική πράξη. Αναρωτιέμαι μάλιστα αν υπάρχει σ’ αυτή τη ζωή κάτι που δεν έχει πολιτική απόχρωση. Μιλώντας για την θεωρία της λογοτεχνίας υπενθυμίζω στους αναγνώστες αυτά που δεν πρέπει να ξεχνούν κι αυτοί ανταποκρίνονται σε συγκινητικό βαθμό. Η φλέβα της μνήμης σ’ ένα λογοτέχνη είναι ή πρέπει να είναι πολύ πιο βαθιά από εκείνη του μέσου ανθρώπου. Αποστολή μας είναι να θυμίζουμε πρόσωπα και πράγματα που αδαείς και επιτήδειοι πολιτικάντηδες πασχίζουν να ξεχάσουμε. Το πολιτικό πρόβλημα της χώρας αυτή τη στιγμή δεν είναι η οικονομική κρίση αλλά η βραχεία μνήμη των πολιτών της. Να το θυμάστε αυτό…
3. Η ανθρώπινη αγωνία, σε κάθε της έκφανση, είναι διάχυτη σε όλα σου τα μυθιστορήματα. Με ποιο τρόπο τη βιώνεις εσύ; Ποια είναι η δική σου αγωνία κάθε φορά;
Χαίρομαι που βρίσκεις ένα κοινό παρονομαστή για όλα μου τα βιβλία και μάλιστα τόσο μεγαλειώδη, όσο η ανθρώπινη αγωνία. Ίσως αυτό σημαίνει ότι οι ήρωές μου φαντάζουν όσο απτοί και πραγματικοί θα ήθελα να είναι. Η προσωπική μου αγωνία αφορά κυρίως τη σύλληψή τους και την εξοικείωσή μου μαζί τους. Ύστερα όλα γίνονται εύκολα. Στο τελικό στάδιο της συγγραφής απουσιάζει σχεδόν κάθε ανησυχία. Θα έλεγα μάλιστα ότι απλώς απολαμβάνω.
4. Πώς συνταιριάζονται, αν συμβαίνει αυτό, τα θέματα που σε απασχολούν στα βιβλία σου με τις ενστάσεις που μπορεί να θέτουν οι εκδότες; Βρέθηκες καθόλου αντιμέτωπος με το δίλημμα «λογοτεχνική μόδα» ή «γράφω αυτό που γουστάρω»;Αναρωτιέμαι συχνά τι σημαίνει λογοτεχνική μόδα. Τη μόδα αυτή σίγουρα δεν την επιβάλλουν παρά οι ίδιοι οι συγγραφείς. Οι εκδότες μου μέχρι σήμερα, και δεν εξαιρώ κανένα, ήταν διακριτικοί και ως προς το θέμα και ως προς το χρόνο του εκάστοτε βιβλίου. Θα έλεγα ότι είμαι από τους ευλογημένους και «γράφω αυτό που γουστάρω… όταν γουστάρω».
5. Η νοσταλγία – με μια ισχυρή δόση πίκρας – είναι επίσης ολοφάνερη στα μυθιστορήματα σου. Μοιάζεις να αναπολείς εποχές που χάθηκαν οριστικά ή να το πω καλύτερα, μοιάζεις να θρηνείς απανωτές απώλειες ανθρώπων και ιδεών. Τι σου λείπει; Αισθάνεσαι «ξένος», «απροσάρμοστος» ίσως;
Ξένος; Ίσως όσο ξένος αισθάνεται κι ο ήρωας από το ομώνυμο και πολυαγαπημένο βιβλίο του Καμύ. Αστειεύομαι! Νομίζω ότι αναφέρεσαι κυρίως στα μυθιστορήματα που με έκαναν γνωστό στο ευρύ κοινό. Γιατί τα πρώτα μου βιβλία ρίχνουν μια τολμηρή ματιά στο παρόν και εντάσσονται στην μυθολογία του σήμερα. Άλλωστε όταν οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες σκέφτονται και δρουν με σύγχρονο τρόπο, μικρή σημασία έχει αν κινούνται σε παρωχημένο περιβάλλον. Δεν συμφωνείς;
6. Το «Φιλμ Νουάρ» είναι η πρώτη σου μεγάλη εκδοτική επιτυχία που έφερε ξανά στο προσκήνιο και ένα παλαιότερο μυθιστόρημα σου, τις «Μέρες Αλεξάνδρειας». Η επιτυχία αυτή θα αλλάξει τις λογοτεχνικές προθέσεις σου, θέλω να πω αισθάνεσαι πως τώρα πρέπει να έχεις κατά νου περισσότερο ή λιγότερο τη δημόσια εικόνα σου;
Το «Φιλμ Νουάρ» είναι η δεύτερη μεγάλη εκδοτική επιτυχία μετά τις «Μέρες Αλεξάνδρειας». Συνδέθηκε ωστόσο περισσότερο με τον Δημήτρη Στεφανάκη κι αυτό σημαίνει ότι ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για τη δημόσια εικόνα μου. Σου απαντώ λοιπόν: Θα ήθελα ύστερα από χρόνια να με θυμούνται απλά ως ένα συγγραφέα που έγραψε μερικά καλά βιβλία…
7. Θέλω να σου κάνω μια ερώτηση που έκαναν κάποτε στον Ζαν Κοκτώ. Αν έπαιρνε το σπίτι σου φωτιά και θα έπρεπε να σώσεις κάτι, τι θα ήταν αυτό; Τι χρειάζεται να σώσουμε ως κοινωνία στη σημερινή κοινωνική «πυρκαγιά»;
Τι χρειάζεται να σώσουμε ως κοινωνία σήμερα, δεν ξέρω να σου πω. Είμαι ένας άνθρωπος από τους πολλούς. Μπορώ να σου μιλήσω για μένα. Σε περίπτωση που καιγόταν το σπίτι μου, θα φρόντιζα πρώτα τους ανθρώπους και μετά οτιδήποτε άλλο…
8. Υπάρχουν σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς που δεν διαβάζεις a priori; Υπάρχει λογοτεχνία που «κάνει κακό», που δεν υπάρχει κανένας λόγος να τη διαβάζουμε;
Σαφέστατα. Θα έλεγα ψέματα αν ισχυριζόμουν το αντίθετο. Η ζωή είναι μικρή και η ανάγνωση κοπιώδης διαδικασία, για το λόγο αυτό συμβουλεύω πάντα: «μακριά από τα κακά βιβλία». Ευτυχώς την συγγραφική αφέλεια κάποιου την αναγνωρίζεις από την πρώτη κιόλας φράση. Πολλές φορές μου έχει τύχει να ανοίξω ένα βιβλίο και να το κλείσω έντρομος!
9. Η εποχή του life style έφερε στο προσκήνιο και συγγραφείς-life style. Είναι ή δεν είναι θεμιτό να έχει ένας συγγραφέας έντονη κοινωνική ζωή; Ποια η σχέση αναγνωρισιμότητας ή κοινωνικής καταξίωσης με τη συγγραφή;
Ο Καμύ (πολύ τον μνημονεύω σήμερα!) έλεγε ότι για να γίνει κανείς γνωστός αρκεί να γράψει ένα βιβλίο στο οποίο θα αναφερθούν έπειτα εκτενώς οι μεγάλες απογευματινές εφημερίδες. Η συγγραφική ιδιοφυία δεν είναι τρόπος ζωής, δεν είναι έντονη κοινωνική ζωή, είναι μοναξιά, αγωνία, αμφιβολία, μόχθος… Μακάριοι όσοι δεν εκτέθηκαν νωρίς στα φώτα της δημοσιότητας!
10. Σε πρόσφατη συνέντευξη σου είπες πως ένα από τα πράγματα που θα ήθελες να αλλάξεις σήμερα είναι τη νοοτροπία του λαού αυτού. Θες να μου πεις περισσότερα για αυτή τη νοοτροπία; Τι σε θυμώνει; Πώς αλλάζει μια νοοτροπία; Είναι μέσα στις προθέσεις σου όταν γράφεις να γίνεις «μέντορας» ενός κοινού που θα αποκτήσει «καλύτερη νοοτροπία»;
Όχι, δεν είναι στις προθέσεις μου, γιατί καταρχάς δεν δικαιούμαι να έχω προθέσεις όταν γράφω ούτε να παριστάνω τον «μέντορα». Έχω επίγνωση του γεγονότος ότι απευθύνομαι σε ενήλικες χωρίς καμία φιλοδοξία να τους διδάξω το παραμικρό. Από την άλλη θα ήθελα να αλλάξουμε νοοτροπία ως λαός ή για την ακρίβεια θα ήθελα να πάψουμε να είμαστε λαός νοοτροπίας. Βλέπεις, τα τελευταία χρόνια όλα υποκαταστάθηκαν από αυτή την τρισκατάρατη νοοτροπία: Ιδέες, αξίες, δικαιώματα, υποχρεώσεις. Επιπλέον μάθαμε να ζούμε με την μετριότητα, να μην μας ενοχλεί καν και πολλές φορές να την υπερασπιζόμαστε στο όνομα της μακαριότητάς μας. Καιρός να απαλλαγούμε από αυτό το χιλιοφορεμένο πουκάμισο.
11. Ποιος είναι ο αγαπημένος σου σύγχρονος συγγραφέας, αυτός που πραγματικά σε συναρπάζει;
Ο Ισπανός Χαβιέρ Μαρίας. Με ενθουσιάζει αυτή η αφηγηματική του φλυαρία που είναι γεμάτη εικόνες και πρωτότυπες σκέψεις. Όταν τον διαβάζω με υπνωτίζει κατά σημεία ύστερα όμως με επαναφέρει απότομα, όπως κάποιος στην αμμουδιά που σου πετά χαλίκια στην πλάτη, για να τον προσέξεις. 
12. Από τα βιβλία σου φαίνεται πως λατρεύεις τα ταξίδια και πως εκτιμάς βαθύτατα τη συμβολή άλλων πολιτισμών στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο κοσμοπολιτισμός τι θέση έχει σε μια κοινωνία που στρέφεται όλο και περισσότερο προς τον εαυτό της; Μπορεί αυτός να «απαντήσει» στην εθνικιστική υστερία;
Λατρεύω τα ταξίδια, ναι, και πιστεύω στην ειρηνική συνύπαρξη λαών, θρησκειών, γλωσσών… Όσο για τον κοσμοπολιτισμό, έχεις δίκιο, σε μια νεοελληνική κοινωνία που ομφαλοσκοπεί, δεν έχει θέση. Αλλά δεν νομίζεις πως ήρθε ώρα να αλλάξουμε πορεία; Η κρίση είναι το πρώτο κουδούνι για την παράσταση. Και θα είναι μια παράσταση τραγική αν δεν αφυπνισθούμε το συντομότερο.
13. Τελειώνοντας επίτρεψε μου να σε ρωτήσω κάτι που ακούω πολύ συχνά στις παρέες: αν μου περισσεύουν είκοσι ευρώ (με ότι σημαίνουν πια σήμερα τα είκοσι ευρώ) γιατί να μπω σε ένα βιβλιοπωλείο και όχι σε ένα σουπερ μάρκετ; Τι αξία μπορεί να έχει η πνευματική «τροφή» σε μια εποχή που τίθεται η αγωνία της επιβίωσης;
Αν έχετε είκοσι ευρώ προτείνω να μπείτε πρώτα σ’ ένα σούπερ μάρκετ και να αγοράσετε τα απαραίτητα. Αυτό λέει η λογική και το αίσθημα της αυτοσυντήρησης. Η επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο μπορεί να περιμένει. Από την άλλη όμως για ό,τι κανείς θεωρεί σημαντικό βρίσκει πάντα το χρόνο και το χρήμα. Η πνευματική «τροφή» δεν είναι πολυτέλεια. Έχει και η λογοτεχνία την χρηστική της αξία πέρα από την απόλαυση του κειμένου. Αν μη τι άλλο, σε μαθαίνει να τοποθετείς πρόσωπα, πράγματα, ιδέες και προβλήματα στη σωστή τους διάσταση.

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει μεταφράσει έργα των Σωλ Μπέλοου, Ε.Μ. Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι και Προσπέρ Μεριμέ. Το πρώτο του μυθιστόρημα, “Φρούτα εποχής” κυκλοφόρησε το 2000 (εκδόσεις Ωκεανίδα). Ακολούθησαν: “Λέγε με Καΐρα” (Ωκεανίδα, 2002), “Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία” (Ωκεανίδα, 2005), “Μέρες Αλεξάνδρειας” (εκδόσεις Πατάκη, 2007, β’ έκδ. Ψυχογιός 2011, μεταφράστηκε στα γαλλικά, τιμήθηκε με το Prix Mediterranee Etranger 2011 και στη συνέχεια μεταφράστηκε στα ισπανικά και στα αραβικά), “Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι” (Εκδόσεις Πατάκη, 2009), “Θα πολεμάς με τους θεούς” (Εκδόσεις Πατάκη, 2010), “Φιλμ νουάρ” (Ψυχογιός, 2012). Ο Δημήτρης Στεφανάκης έχει τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη, το 2011, και ήταν υποψήφιος για το Prix du Livre Europeen της ίδιας χρονιάς.

Δημοσιεύθηκε στο: http://art2day.gr/?p=222

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Το ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2012

 

"Σαν σήμερα, πριν από δώδεκα χρόνια, κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο, τα "Φρούτα εποχής", φορτωμένα με τις προσδοκίες ενός πρωτοεμφανιζόμενου. Έκτοτε τα πράγματα πήραν το δρόμο τους και σήμερα ζω ένα λογοτεχνικό όνειρο που δεν το χρωστώ παρά μόνο στους αναγνώστες. Τη σχέση μου μαζί τους, μια σχέση που εξελίσσεται, δυναμώνει, με ενισχύει και με μεταμορφώνει, την ζω καθημερινά ως εμπειρία δημιουργίας και ανθρώπινης επαφής. Κι αυτό είναι για μένα το μεγάλο Βραβείο των Αναγνωστών..." 
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
H «βραχεία λίστα» του Βραβείου Αναγνωστών2012 ανακοινώνεται …σήμερα αρχίζει η ψηφοφορία του κοινού.

Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), σε συνεργασία με την ΕΡΤ, ξεκινά από σήμερα τη διαδικασία ψηφοφορίας για το Βραβείο Αναγνωστών 2012, δίνοντας την ευκαιρία στο αναγνωστικό κοινό να αναδείξει το αγαπημένο ελληνικό μυθιστόρημα της χρονιάς.
 Είστε βιβλιόφιλος;
Πάρτε μέρος στον διαγωνισμό για το μυθιστόρημα της χρονιάς.

Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), σε συνεργασία με την ΕΡΤ, ξεκινά από σήμερα τη διαδικασία ψηφοφορίας για το Βραβείο Αναγνωστών 2012, δίνοντας την ευκαιρία στο αναγνωστικό κοινό να αναδείξει το αγαπημένο ελληνικό μυθιστόρημα της χρονιάς.
Σύμφωνα με τη διαδικασία του βραβείου, οι Λέσχες Ανάγνωσης, ως υπεύθυνες για την κατάρτιση της «βραχείας λίστας», έλαβαν από το ΕΚΕΒΙ τον κατάλογο των 399 μυθιστορημάτων που κυκλοφόρησαν την περίοδο 1/10/2011 – 30/9/2012 (όπως προκύπτουν από τα στοιχεία της βάσης δεδομένων της Βιβλιονέτ).
Η «βραχεία λίστα» περιλαμβάνει 19 μυθιστορήματα, 4 περισσότερα από τις προηγούμενες χρονιές του βραβείου, εξαιτίας της ισοψηφίας που προέκυψε στην καταμέτρηση.
Για μία ακόμη χρονιά, οι επιλογές επιβεβαιώνουν το αναγνωστικό επίπεδο των μελών που παίρνουν μέρος στις δραστηριότητες των Λεσχών, αποτελώντας ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ποιοτικής προσέγγισης της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.




 Διαδικασία ψηφοφορίας

Πότε ψηφίζετε:
15 Νοεμβρίου – 9 Δεκεμβρίου 2012

Πώς ψηφίζετε:
Στείλτε με sms (χρέωση απλού μηνύματος)
τον κωδικό που αντιστοιχεί στο βιβλίο της επιλογής σας, στο 54160

Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι της Νίκης Αναστασέα (ΒΑ 1)
Ισλα Μπόα του Χρήστου Αστερίου (ΒΑ 2)
Κυριακή απόγευμα στη Βιέννη της Μάρως Βαμβουνάκη (ΒΑ3)
Η γυναίκα της βορινής κουζίνας της Ελένης Γκίκα (ΒΑ 4)
Αννα Σικελιανού: ο έρωτας και τ’ όνειρο
των Κ. Γουργουλιάνη – Ν. Κ. Κυριαζή (ΒΑ 5)
Εγώ, ο Ζάχος Ζάχαρης της Λένας Διβάνη (ΒΑ 6)
Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ του Μένη Κουμανταρέα (ΒΑ 7)
Κάθετη έξοδος του Πασχάλη Λαμπαρδή (ΒΑ 8)
Περαίωση του Πέτρου Μάρκαρη (ΒΑ 9)
Γυναίκα μπονσάι της Βούλας Μάστορη (ΒΑ 10)
Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού του Τεύκρου Μιχαηλίδη (ΒΑ 11)
Στην άκρη της νύχτας του Κώστα Μουρσελά (ΒΑ 12)
Πώς τελειύ νει ο κόσμος της Μαρίας Ξυλούρη (ΒΑ 13)
Σκοτεινές επιγραφές του Αλέξη Πανσέληνου (ΒΑ 14)
Οι καιροί της μνήμης του Θοδωρή Παπαθεοδώρου (ΒΑ 15)
Ο θεός αυτοπροσώπως του Σάκη Σερέφα (ΒΑ 16)
Φιλμ νουάρ του Δημήτρη Στεφανάκη (ΒΑ 17)
Για την αγάπη της γεωμετρίας της Σώτης Τριανταφύλλου (ΒΑ 18)
Ο κόσμος στα μέτρα του του Χρήστου Χωμενίδη (ΒΑ 19)

Κάθε αναγνώστης έχει δικαίωμα για μία μόνο ψήφο.

Η ψήφος σας καταχωρείται αυτόματα
στο σύστημα τηλεφωνικών δημοσκοπήσεων της ΕΡΤ.


Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

«Μέρες Αλεξάνδρειας» και «Φιλμ Νουάρ» Το arive.gr βρέθηκε στην παρουσίαση των βιβλίων του βραβευμένου συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας.


http://arive.gr/pages/write_about/views/stefanakis/stefanakis.html#.UJOPlvYYVgU.facebook



Μια όμορφη λογοτεχνική βραδιά επιφύλαξε στο, ευγενές και απαιτητικό, όπως δήλωσε και ο ίδιος ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης, βιβλιόφιλο κοινό της Βέροιας που βρέθηκε την Τετάρτη 31 Οκτωβρίου το βράδυ στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας, καλεσμένος της Ένωσης Καθηγητών Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας Ν. Ημαθίας και της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης σε συνδιοργάνωση με το βιβλιοπωλείο ΕΠΙΚΑΙΡΟ και το Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης. Ο κοσμοπολιτισμός στην λογοτεχνία ήταν το κυρίαρχο θέμα συζήτησης, ενώ έγινε και μια εκτενής αναφορά και παρουσίαση στα βιβλία του συγγραφέα, «Μέρες Αλεξάνδρειας» και «Φιλμ Νουάρ» από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν μεταξύ άλλων ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου κ. Νικόλαος Μαυροκεφαλίδης και ο γενικός πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη κ. Christophe Le Rigoleur, ο οποίος μάλιστα έκανε μια σύντομη αναφορά τόσο στο έργο της Ένωσης Καθηγητών Γαλλικής Γλώσσας που γίνεται στη Βέροια όσο και στη σημαντική προσφορά της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης.

Τον συγγραφέα παρουσίασε στο κοινό η πρόεδρος της Ένωσης κ. Μαριάννα Λουκά, η οποία αναφέρθηκε περιληπτικά στη ζωή, το έργο και τη βιβλιογραφία του. Τον λόγο πήρε ο καθηγητής Συγκριτικής Γραμματολογίας του Α.Π.Θ. κ. Γιώργος Φρέρης, ο οποίος αναφέρθηκε στον ελληνισμό της διασποράς που μεγαλούργησε και κατάφερε να φέρει πλούτο στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος ενώ παράλληλα αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο με τον υπόλοιπο κόσμο. Χαρακτήρισε ύμνο για τον ελληνισμό της Ανατολικής Μεσογείου το βιβλίο του συγγραφέα «Μέρες Αλεξάνδρειας» και διαπίστωσε ότι μεταφέρεται μέσω του βιβλίου το έντονο κοσμοπολίτικο κλίμα της εποχής. Για το βιβλίο «Φιλμ Νουάρ» παρατήρησε ότι χειρίζεται καλά το πλαίσιο του κοσμοπολιτισμού και μεταφέρει τον προβληματισμό ενός φιλμ νουάρ που παραπέμπει στο μυστηριώδες πρόσωπο του βιβλίου που δεν είναι άλλος από τον πρωταγωνιστή του βιβλίου Βασίλειο Ζαχάρωφ, μια σκοτεινή προσωπικότητα της Ιστορίας, όπως τον χαρακτήρισε και ο ίδιος.

«Κλειστήκαμε σε ένα κέλυφος και μηρυκάζουμε εθνικές τραγωδίες»

Ο συγγραφέας αισθάνθηκε την ανάγκη να ευχαριστήσει τόσο το κοινό όσο και τους διοργανωτές της βραδιάς. Ευχαρίστησε επίσης τον κ. Φρέρη για την ωραία εισήγηση με την οποία, όπως είπε χαριτολογώντας και ο ίδιος, βγαίνει από την δύσκολη θέση να προωθεί τα βιβλία του σαν πλασιέ. Στο πρώτο σκέλος της παρουσίασης αναφέρθηκε στην έννοια του κοσμοπολιτισμού, την οποία χαρακτήρισε δικιά μας, αφού, όπως τόνισε, πρώτος ο Όμηρος στους πρώτους κιόλας στίχους της Οδύσσειας την καθορίζει. Μίλησε για τον Ηρόδοτο και τον κοσμοπολιτισμό που τελικά περνά αυτούσιος στη νεότερη εποχή και απογειώνεται στα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα του εικοστού αιώνα. Έδωσε μια δυναμική έννοια του όρου ότι τελικά κοσμοπολιτισμός είναι να αποτελείς ένα μέρος ενός συνόλου. Διαπίστωσε όμως ότι τα τελευταία 30 - 40 χρόνια στην χώρα μας τον έχουμε ξεχάσει. «Κλειστήκαμε σε ένα κέλυφος και μηρυκάζουμε εθνικές τραγωδίες», είπε χαρακτηριστικά και ο συγγραφέας ενώ φάνηκε ιδιαίτερα αιχμηρός και με τον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται η Ιστορία στις μέρες μας. Παρατήρησε ακόμη ότι με την εσωστρέφεια και τον απομονωτισμό απαξιώνουμε το παρελθόν μας, ενώ τόνισε ότι «…έτσι δεν μπορούμε να κερδίσουμε την μεγάλη Ελλάδα».


«Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί»

Ο συγγραφέας σχολίασε ακόμη το γεγονός ότι η ελληνική λογοτεχνία είναι παντελώς άγνωστη στην Ευρώπη και κατέστησε σαφές ότι «για να μπορούμε να λεγόμαστε οικονομικά και πολιτικά Ευρωπαίοι θα πρέπει πρώτα να γίνουμε πολιτισμικά Ευρωπαίοι». Κάνοντας μάλιστα και μια πολιτικού περιεχομένου τοποθέτηση, δήλωσε «…Δεν υπάρχουν διανοούμενοι με ειδικό βάρος. Θεωρώ απαράδεκτο να κρίνουν άλλοι το μέλλον μας και να μας καταδικάζουν», διαπιστώνοντας ότι όταν η λογοτεχνία αρθρώνει πολιτικό λόγο τότε τα πράγματα δεν είναι καλά. Για την λογοτεχνία είπε ότι, αν δεν υπήρχε σήμερα, τότε δεν θα υπήρχε η σχέση ανθρώπου με το βιβλίο και ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει την ανάγκη του να ακούει αφηγήσεις. Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναφέρθηκε στο καλό και στο κακό για τα οποία δήλωσε ότι συνυπάρχουν. «Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί», είπε και τόνισε ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί αυτή η λογοτεχνική αθωότητα που το μόνο που καταφέρνει είναι να δημιουργεί στον αναγνώστη συμπλέγματα κατωτερότητας και κατάθλιψη.Κλείνοντας την παρουσίασή του ο συγγραφέας προέτρεψε το αναγνωστικό κοινό να αγαπήσει την λογοτεχνία και το μυθιστόρημα ενώ δεν παρέλειψε να απαντήσει σε ερωτήσεις και να συζητήσει με το κοινό για θέματα που άπτονται της λογοτεχνίας καθώς και να υπογράψει στα βιβλία των αναγνωστών.

Κατά την διάρκεια της εκδήλωσης παρεμβάλλονταν αποσπάσματα από το βιβλίο του συγγραφέα «Φιλμ Νουάρ» διαβασμένα από τον ηθοποιό Αντώνη Μομπαϊτζή, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στο κοινό να γνωρίσει καλύτερα την συγγραφική δουλειά του Δημήτρη Στεφανάκη.

κείμενο_επιμέλεια_γιάννης_τσιάρας | φωτογραφίες_κωνσταντία_μαζαράκη

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Συζητώντας με τον Δημήτρη Στεφανάκη της Κατερίνας Τσαλού

Συνέντευξη με τον βραβευμένο συγγραφέα για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την πολιτική, τον κοσμοπολιτισμό και το …Φιλμ Νουάρ που κέρδισε και το βιβλιόφιλο κοινό της Κατερίνης

Οι ερωτήσεις ήταν έτοιμες. Δυο λόγια για το βιβλίο του, την ιστορία, τους ήρωες, την εποχή που διαδραματίζεται. Πέντε έξι αναφορές –ερωτήσεις σύνδεσης του χθες με το σήμερα με ολίγη από φλυαρία του συγγραφέα –πάντα συμβαίνει- και τελειώσαμε με τη συνέντευξη, σκέφτηκα.
Πρακτική δημοσιογραφική, επιφανειακή αν θέλετε, απόλυτα λειτουργική όμως.
Είχα αποφασίσει να κάνω τη συνέντευξη με το Δημήτρη Στεφανάκη, για τον οποίο μιλούσε όλη η πόλη την τελευταία εβδομάδα, πριν την παρουσίαση του Φιλμ Νουάρ στην Κατερίνη.
Η πρώτη συνάντηση με το βιβλίο και το συγγραφέα στο φιλόξενο και ζεστό βιβλιοπωλείο «Νέστωρ» βράδυ Παρασκευής. Ο κόσμος γέμισε πολύ γρήγορα το χώρο, ο συγγραφέας συνομιλούσε, χαμογελούσε, γνώριζε τους ανθρώπους της πόλης. Μια εκδήλωση παρουσίασης βιβλίου μόλις ξεκινούσε.
Η πρώτη μου ευχάριστη ανατροπή έγινε με την απαγγελία αποσπασμάτων του βιβλίου. Ζεστές, γνώριμες φωνές της πόλης, σε ανάλογη ατμόσφαιρα κέρδισαν τις πρώτες εντυπώσεις. Κατερίνα Παρλίτση και Γιώργος Μπαλιάκας. Αυτή ήταν η έκπληξη της βραδιάς, σκέφτηκα. Δεν έχει άλλο. Τώρα πάμε ολοταχώς για το promotion του βιβλίου από τον ίδιο το συγγραφέα.
Σ’αυτό ακριβώς το σημείο ήρθε η δεύτερη ανατροπή. Γιατί ο ίδιος δεν μίλησε για το βιβλίο του τόσο όσο ήταν το αναμενόμενο αλλά περισσότερο για τη λογοτεχνία, για το μυθιστόρημα, για τους συγγραφείς, για τις εποχές, για τη μυρωδιά τους.
Με το μεστό, συνοπτικό και ταυτόχρονα περιγραφικό λόγο του Ευγένιου Παπαδόπουλου μπήκαμε στους διαδρόμους του νου του Δημήτρη Στεφανάκη και του βιβλίου του για να έρθει στη συνέχεια ο ίδιος να μας δώσει κομμάτι της ψυχής του.
Σκέψεις του που χτύπησαν ευαίσθητες χορδές, εικόνες που πλημμύρισαν το χώρο και βλέμματα γεμάτα.
Λαός νοοτροπίας, ψευτοδιανοούμενοι, πολιτικά παιχνίδια, συνωμοσίες. Λέξεις απλές και τόσο δυνατές κυριάρχησαν σε ο,τι ακολούθησε.


Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Όταν τον συνάντησα την επόμενη ημέρα στο ξενοδοχείο γι’αυτή τη συνέντευξη, μου είχε ήδη ανατρέψει όλο το ερωτηματολόγιο και δεν του το έκρυψα από την πρώτη κιόλας στιγμή.
Σπάνια πηγαίνω σε προσωπική συνέντευξη χωρίς κασετόφωνο. Αυτό έκανα και πάλι. Ηχογράφησα. Όταν ξεκίνησα όμως να γράψω αντιλήφθηκα ότι δεν το χρειαζόμουν. Τι νόημα θα είχε σκέφτηκα, μια παρουσίαση ερωταπαντήσεων; Αντιθέτως ήθελα ο αναγνώστης να γνωρίσει τον Δημήτρη Στεφανάκη και το Φιλμ Νουαρ κάπως διαφορετικά. Η συζήτηση που ακολούθησε για μένα ήταν συναρπαστική και κάτι παραπάνω από αυτό.
Σαν μυθιστόρημα. Έτσι ξεκινήσαμε την κουβέντα. Μιλώντας για τη λογοτεχνία και το μυθιστόρημα, για τις σκέψεις του, την αγωνία και τις μικρές ή μεγάλες ενστάσεις του.

Κατερίνα Τσαλού: Γιατί αισθάνθηκες την ανάγκη χθες βράδυ στην παρουσίαση του βιβλίου να μιλήσεις περισσότερο για τη λογοτεχνία και τους συναδέλφους σου;


Δημήτρης Στεφανάκης: Η νεοελληνική λογοτεχνία κατατρύχεται από την εσωστρέφεια και την αγοραφοβία των τελευταίων δεκαετιών, καταδικάζοντας ικανούς συγγραφείς να μηρυκάζουν εθνικές τραγωδίες και να αναμασούν εθνικές εμμονές. Όλα αυτά δεν επέτρεψαν να δημιουργηθούν μεγάλα έργα που θα συμμετείχαν στο «κοινό ταμείο» της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Θα πρέπει μάλλον να ανακτήσουμε την εθνική μας ηθική, την αισθητική μας, να πιστέψουμε περισσότερο στις αξίες και στους άξιους παρά σε ατυχείς συσχετισμούς δυνάμεων.
Η κρίση, κρίση αξιών, έχει ξεκινήσει εδώ και μερικές δεκαετίες. Δεν είχε ενδιαφερθεί κανείς μέχρι τώρα γιατί δεν ήταν απτή και δεν είχε συνέπειες στην τσέπη μας. Σήμερα το πληρώνουμε αυτό σε όλα τα επίπεδα. Και στη λογοτεχνία.
Οι πολιτικοί μας δεν έχουν καταλάβει ότι η εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών είναι εθνική υπόθεση,. Σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο που όλα φαντάζουν αναλώσιμα, που όλα εξαντλούν την πορεία τους σε λίγους μήνες.

- Διάβασα κάπου ότι άργησες να γράψεις. Πώς το αποφάσισες; Ποιο ήταν το ερέθισμα;

Δημήτρης Στεφανάκης: Από μικρός ήξερα να υφαίνω μύθους. Μου άρεσε να πλάθω φανταστικές ιστορίες στο μυαλό μου. Μέχρι τα 30 δεν το αποφάσισα γιατί αισθανόμουν ότι η μεταπήδηση στο χαρτί ήταν δύσκολη υπόθεση. Όταν ωρίμασε μέσα μου αυτό,
Αλλά όταν συνέβη , ήταν κατακλυσμιαίο. Άρχισαν να δημιουργούνται μεγάλοι κόσμοι που έγιναν βιβλία.

Απέναντί μας η τηλεόραση χαμηλωμένη και εικόνες σήριαλ…το βλέμμα του στρέφεται εκεί.


Αυτό το κουτί, μου λέει, φέρει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την παιδεία, την καλλιέργεια, την αισθητική μας. Και όχι μόνο αυτό βέβαια. Ίσως είσαι παιδί της ιδιωτικής τηλεόρασης, δεν θυμάσαι, αλλά η κρατική τηλεόραση παρόλα τα προβλήματα που μπορούσε κάποιος να εντοπίσει σ’αυτήν, είχε ποιότητα σε ο,τι παρουσίαζε.

Και η Παιδεία, τα σχολεία, τον συμπληρώνω.

Φυσικά, μου απαντά, που είναι η λογοτεχνία στο σχολείο; Τι γνωρίζουν οι νέοι για τους μεγάλους Έλληνες και ξένους συγγραφείς και το έργο τους; Πώς μαθαίνουν να διαβάζουν βιβλία;
Η συζήτηση είναι γρήγορη. Η διάθεση να μιλήσει για το βιβλίο μεγάλη, αστείρευτη θα έλεγα.

Και πώς αρχίζει το ταξίδι της συγγραφής, τον ρωτάω. Έχεις όλο το μύθο, τους ήρωες, την πλοκή στο μυαλό σου και γράφεις;

-Όχι βέβαια. Το μύθο τον έχω στο μυαλό μου αλλά οι ήρωες και οι προεκτάσεις της πλοκής πλάθονται στη διάρκεια της συγγραφής. Αλλιώς θα ήταν ανιαρό.
Ο ήρωας από ένα σημείο και μετά αυτονομείται, σου μιλάει…είναι ένας άλλος κόσμος στον οποίο ζεις μαζί του, ακούς φωνές…συζητάς μαζί του.

-Όταν γράφεις ένα βιβλίο, διαβάζεις;

-Φυσικά. Πιστεύεις ότι μπορεί να επηρεαστώ, να παρασυρθώ ; Όχι. Δεν συμβαίνει αυτό, αντιθέτως, διαβάζω πολύ. Διαβάζω όμως διαφορετικά.


-Και όταν τελειώσεις το βιβλίο σου, πόσο σίγουρος είσαι ότι είναι καλό;

Αφοπλιστική η απάντηση:-Πάντα το ξέρεις. Όσο και να θέλεις ή να πιστεύεις ότι είναι καλό, αν δεν είναι, βαθιά μέσα σου το ξέρεις. Ένας καλός συγγραφέας το γνωρίζει.

-Υπάρχει συνταγή επιτυχία για ένα καλό βιβλίο;

-Όχι. Συνταγή όχι. Δεν υπάρχει. Πιστεύω ότι για να μπορέσει ένας συγγραφέας να αποδώσει στο έπακρο το δημιουργικό του ταλέντο θα πρέπει να περάσουν κάποια χρόνια. Μέσα σε αυτά τα χρόνια θα πρέπει να διαβάζει και να γράφει συνέχεια μέχρι που επιτέλους θα βρει το στάδιο της ωρίμανσής του. Το πιο επίπονο και το πιο απαιτητικό στάδιο της όλης διαδικασίας είναι η προετοιμασία. Δηλαδή όλο αυτό που γίνεται μέσα στο μυαλό του συγγραφέα πριν να αρχίσει να γράφει.

 Τον ρωτάω για το βιβλίο και τα μηνύματα του σήμερα.

Μου λέει: Δεν μας αξίζει αυτό που περνάμε. Είναι ένα φαινόμενο που υποστηρίζει ο τύπος κι αυτό το παιχνίδι που παίζεται σε βάρος μας, το είδαμε επανειλημμένα και στο παρελθόν. Όλες οι εποχές είναι λίγο πολύ ίδιες. Είναι άνθρωποι ίδιοι. Τα κοστούμια αλλάζουν, μου λέει.

Το φιλμ νουαρ έχει νότα επικαιρότητας, όσο κι αν μιλάμε για ένα μυθιστόρημα εποχής. Μας περιγράφει με ανατριχιαστικό τρόπο ιστορικά σχήματα που μοιάζουν πολύ με την παρούσα κατάσταση.

-Μετά τις Μέρες Αλεξάνδρειας και το Φιλμ Νουαρ τι;

-Η επόμενη δουλειά μου θα είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας που είδη βρίσκεται στο δεύτερο βιβλίο της. Είναι μια κοσμοπολίτικη τριλογία που ξεκινά με το Μέρες Αλεξάνδρειας που έχει να κάνει με τη Μεσόγειο και την Αλεξάνδρεια πιο συγκεκριμένα. Συνεχίζουμε με το Φιλμ Νουάρ που μας μιλάει για την Ευρώπη γενικότερα και το Παρίσι πιο συγκεκριμένα και σαν τρίτο μέρος θα είναι μια ιστορία που μας γυρνάει ξανά πίσω στη Μεσόγειο με πιο κεντρικό θέμα την Ελλάδα.


Είπαμε πολλά, ακόμη. Δεν αποτυπώνονται όλα σε ένα κομμάτι χαρτί. Διάλεξα και πάλι εκείνα που εμένα εντυπωσίασαν, κάνοντας χρήση του δικαιώματος του δημοσιογράφου να προβάλλει εκείνη την πλευρά της ιστορίας που τον ενδιαφέρει περισσότερο.

Ο Δημήτρης Στεφανάκης

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει μεταφράσει έργα των Σωλ Μπέλοου, Ε.Μ. Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι και Προσπέρ Μεριμέ. Το πρώτο του μυθιστόρημα, "Φρούτα εποχής" κυκλοφόρησε το 2000 (εκδόσεις Ωκεανίδα). Ακολούθησαν: "Λέγε με Καΐρα" (Ωκεανίδα, 2002), "Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία" (Ωκεανίδα, 2005), "Μέρες Αλεξάνδρειας" (εκδόσεις Πατάκη, 2007, β' έκδ. Ψυχογιός 2011, μεταφράστηκε στα γαλλικά, τιμήθηκε με το Prix Mediterranee Etranger 2011 και στη συνέχεια μεταφράστηκε στα ισπανικά και στα αραβικά), "Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι" (Εκδόσεις Πατάκη, 2009), "Θα πολεμάς με τους θεούς" (Εκδόσεις Πατάκη, 2010), "Φιλμ νουάρ" (Ψυχογιός, 2012). Ο Δημήτρης Στεφανάκης έχει τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη, το 2011, και ήταν υποψήφιος για το Prix du Livre Europeen της ίδιας χρονιάς.

 ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ

Στο Παρίσι του 1939 ο νεαρός Γάλλος δημοσιογράφος Φιλίπ Τεμπό αναζητά στοιχεία για το παράνομο ειδύλλιο μιας Ισπανίδας δούκισσας και ενός Έλληνα εμπόρου όπλων. Η ζωή του τελευταίου γεννά πολλά ερωτηματικά για την καταγωγή του, τη δράση και την πολιτική επιρροή του. Ποιος ήταν εντέλει ο άνθρωπος που μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρήθηκε ο πλουσιότερος στον πλανήτη;
Την απάντηση δίνει ο παλιός αναρχικός Μιγκέλ Θαραμπόν. Μέσα από τις διηγήσεις του αναδεικνύεται ένας κόσμος συνωμοσίας, παρασκηνιακής πολιτικής και άνομου κέρδους. Μια κοινωνία σκιών γράφει Ιστορία ερήμην των απλών ανθρώπων, και γεγονότα που σημάδεψαν τον εικοστό αιώνα, όπως η Μικρασιατική Καταστροφή, φαντάζουν εμπνεύσεις ενός αμείλικτου πρωταγωνιστή.
Ο μυστηριώδης Έλληνας δίνει το «παρών» σε κάθε μεγάλη στιγμή: νέα όπλα, αποικιακοί πόλεμοι, πολιτικά σκάνδαλα, μυστικές υπηρεσίες, αγώνας για την αναγέννηση της Ελλάδας. Η σκοτεινή του διαδρομή στις μητροπόλεις του κόσμου φωτίζεται μονάχα από έναν ανεξήγητο πατριωτισμό και το πάθος του για μια γυναίκα…
Μια μυθιστορηματική αναδρομή στα χρόνια που προανήγγειλαν την εποχή μας, όπου ο έρωτας και η Ιστορία, η πολιτική και η κατασκοπεία, ο ρομαντισμός και ο κυνισμός διεκδικούν το δικό τους μερίδιο.


--
Τσαλού Κατερίνα -Δημοσιογράφος
τηλ. επικοινωνίας
23510 46491 (εφημερίδα Ημερήσια)
κιν. 6976 335588
e mail:
imerisiomati@gmail.com



Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Βιβλιοπωλείο Νέστωρ, Κατερίνη/ Παρουσίαση του Φιλμ Νουάρ της Όλγας Ιωαννίδου


Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012, Βιβλιοπωλείο Νέστωρ
Παρουσίαση βιβλίου: Φιλμ νουάρ, συγγραφέας: Δημήτρης Στεφανάκης
Ο απόηχος της χθεσινής βραδιάς.
Όσοι παρευρέθησαν χθές στον ειδικά διαμορφωμένο για την παρουσίαση χώρο του βιβλιοπωλείου «Νέστωρ», είχαν την ευκαιρία να συναντήσουν τον συγγραφέα, Δημήτρη Στεφανάκη, και να μεταφερθούν σ’ έναν κόσμο μαγικό, αυτόν  της λογοτεχνίας. Γιατί όποιος θεωρήσει πως η χθεσινή βραδιά εξαντλήθηκε στην παρουσίαση ενός και μόνου βιβλίου, εν προκειμένω του «Φιλμ νουάρ», πλανάται  «πλάνην οικτράν». Δεν θα μπορούσε άλλωστε και να γίνει διαφορετικά. Με έναν συγγραφέα χειμαρρώδη και ιδιαιτέρως ευδιάθετο αλλά και μ’ ένα αναγνωστικό κοινό υποψιασμένο κι απαιτητικό, πραγματοποιήθηκε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από τη λογοτεχνία, κλασσική και σύγχρονη, τη θέση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο διεθνές λογοτεχνικό στερέωμα και το ρόλο που αυτή καλείται να παίξει εντός κι εκτός των συνόρων της ελληνικής επικράτειας.
Ο συγγραφέας μοιράστηκε με το κοινό του  πολλές στιγμές της προσωπικής του διαδρομής με αποκορύφωμα τη βράβευσή του με το Prix Mediteranee Etranger, το Διεθνές Βραβείο Καβάφη 2011 και την υποψηφιότητά του για το Prix du livre Europeen 2011. Αναφέρθηκε σε συγγραφείς και βιβλία που θαυμάζει και μίλησε εκτενώς για το μυθιστόρημα, το «παρεξηγημένο» αυτό λογοτεχνικό είδος, «χωρίς την ύπαρξη του οποίου ο κόσμος θα ήταν ισοπεδωτικός». Δεν απέφυγε ωστόσο να σχολιάσει την σημερινή πραγματικότητα. Αντιθέτως ανέλυσε την προσωπική του άποψη κι εξήγησε γιατί θεωρεί την σημερινή κρίση πρώτα απ’ όλα κρίση πολιτισμού κι αξιών.
 Θα μπορούσα να γράφω για ώρες γύρω από την εφ’ όλης της ύλης συζήτηση που έλαβε χώρα. Αυτό που δεν θα μπορούσα εύκολα να σας μεταφέρω είναι η ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε με αφορμή την παρουσίαση του «Φιλμ νουάρ», την οποία θα χαρακτήριζα χωρίς υπερβολή μυσταγωγική. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσω την κατάμεστη αίθουσα του βιβλιοπωλείου, το χαμηλό φωτισμό, την ανάγνωση αποσπασμάτων κι αναπαραγωγή διαλόγων από δύο ηθοποιούς, τους οποίους δεν βλέπαμε, μιας και βρίσκονταν στον όροφο του βιβλιοπωλείου, αλλά ακούγαμε κι αισθανόμαστε; Μέσα στο μισοσκόταδο τα ράφια με τα βιβλία κι ο περιβάλλον χώρος πήραν αίφνης άλλη μορφή. Οι πρωταγωνιστές ξεπήδησαν από τις σελίδες του βιβλίου και μαζί τους ζωντάνεψαν τα πάθη, οι αγωνίες και οι μύχιες σκέψεις τους. Το ταξίδι στο χώρο και τον χρόνο ήταν πλέον γεγονός.
Όση ώρα ξεδιπλώνονταν μπροστά μου οι δολοπλοκίες και το σκοτεινό παραλήρημα του Βασίλειου Ζαχάρωφ, το μυαλό μου έτρεχε στα λόγια ενός άλλου πρωταγωνιστή του «Φιλμ νουάρ». Ο δον Μιγκέλ μια μέρα, στα τέλη Απριλίου του 1939 κουρασμένος από την πολυκοσμία του Café de la paix , είχε πεί στον Φιλίπ Τεμπό: «Τόσοι άνθρωποι, τόσες ιδέες, τόσα όνειρα, τόσες αγάπες, τη μια στιγμή φωτίζουν τον κόσμο, την άλλη χάνονται και δε μένει τίποτε ή σχεδόν τίποτε. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι ιδέες τους, τα όνειρα και οι αγάπες τους αξίζουν καλύτερη μεταχείριση από τη μνήμη, αλλά ποτέ δεν την έχουν». Αν μπορούσα να κάνω ένα ταξιδάκι στο χρόνο και ν’ αποτελέσω μέλος της παρεούλας τους, θα έλεγα στον δον Μιγκέλ να μην ανησυχεί, γιατί  χάρη  σε συγγραφείς εμπνευσμένους, όπως ο κ . Στεφανάκης, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι ιδέες τους, τα όνειρα κι οι αγάπες τους, θα συνεχίζουν να φωτίζουν τον κόσμο. Εύχομαι η χθεσινή παρουσίαση να έχει  τη μεταχείριση από τη δική μου μνήμη που της αξίζει.

Όλγα Α. Ιωαννίδου

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Ταξιδιωτική εξομολόγηση

Ένα ταξίδι στην Εθνική οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης, στην εθνική αυτή ραχοκοκαλιά αποτελεί πάντα μάθημα συναισθηματικής γεωγραφίας. Όσο διεισδύει κανείς στην ελλαδική ενδοχώρα έχει πάντα κάτι να ανακαλέσει από το παρελθόν του. Ο δρόμος που φιδοσέρνεται δίπλα στη θάλασσα ή διασχίζει την καρδιά του θεσσαλικού κάμπου, περνά κάτω από τη σκιά του όρους των θεών, και ανοίγεται στην απλόχωρη Μακεδονία πριν σε βγάλει στην πλανεύτρα Θεσσαλονίκη. Φτάνοντας αύριο εκεί με το αεροπλάνο, θα είναι σαν να κοιμήθηκα στην Αθήνα και να ξύπνησα στη συμπρωτεύουσα...
 
 
 

 

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Συνέντευξη του Δημήτρη Στεφανάκη στην Έλενα Αρτζανίδου για το thinkfree.gr


http://www.thinkfree.gr/interviews/%CE%B4-%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9

1.Ποιό είναι το στίγμα του τελευταίου σας βιβλίου;
 Το σκοτεινό πρόσωπο του κοσμοπολιτισμού στις αρχές του εικοστού αιώνα και οι άγνωστοι πρωταγωνιστές της Ιστορίας.

2.Πείτε μας πέντε λόγους για να το διαβάσουν οι αναγνώστες.

 Είναι μυθιστόρημα και όχι Ιστορία. Αναδεικνύει τη σημασία του ανθρώπινου παράγοντα με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Είναι νευρώδες και γρήγορο στην πλοκή του. Φαντάζει από μόνο του μια μικρή βιβλιοθήκη. Συνδυάζει το ερωτικό, το πολιτικό, το ιστορικό αλλά και το μυστηριώδες στοιχείο έτσι ώστε να είναι όλα αυτά μαζί και τίποτε.

3.Ποιοί ήρωες σας ταλαιπωρούν περισσότερο;

 Οι ήρωες που επιχειρώ να χειραγωγήσω, που δεν τους επιτρέπω να ανασάνουν αλλά αυτοί είναι ελάχιστοι…

4.Τι δεν μπορείτε με τίποτε να αποχωριστείτε;

 Την ατμόσφαιρα που δημιουργώ σε κάθε μου βιβλίο.

5.Πείτε μας τρία πράγματα που σας θυμώνουν και τρία που θα θέλατε αμέσως να αλλάξετε στην εποχή μας.

 Με θυμώνουν: Η δημοσιογραφία που ηγεμονεύει τη λογοτεχνία. Η εθνική μας αγοραφοβία. Ο επεκτατισμός στις ανθρώπινες σχέσεις. Θα ήθελα να αλλάξω: Τη νοοτροπία αυτού του λαού. Τις αναγνωστικές προκαταλήψεις. Την εσφαλμένη αντίληψη πως ο κόσμος είναι μόνο η οικογένειά μας.

6.Τι μπορεί να προσφέρει η Λογοτεχνία ειδικά σήμερα.

 Ό,τι προσέφερε πάντα. Τον στίβο των ιδεών και των χαρακτήρων όπου δοκιμάζονται οι ακρότητες και τα σφάλματα κάθε εποχής. Χωρίς τη λογοτεχνία, και ειδικά το μυθιστόρημα, ο κόσμος θα ήταν εφιαλτικά ισοπεδωτικός.

7.Σκεφτήκατε ποτέ να εγκαταλείψετε την έκδοση βιβλίων σας και αν ναι γιατί!

 Ποτέ. Ούτε καν την εποχή που δεν μπορούσα ακόμα να εκδώσω.

8.Υπάρχει κάτι καινούργιο που γράφετε;

 Ολοκληρώνω την τριλογία του κοσμοπολιτισμού. Μετά τις «Μέρες Αλεξάνδρειας» και το «Φιλμ νουάρ» η δράση μεταφέρεται στον Ελλαδικό χώρο όπου γίνονται ορατές οι συνέπειες αυτού του φαινομένου.

9.Ποιο από τα βιβλία που έχετε διαβάσει θα θέλατε να το είχατε γράψει εσείς και γιατί;

 Τους “Αδερφούς Καραμάζωφ”, γιατί αποτελεί μυθιστορηματικό ευαγγέλιο, και την “Δίκη”, γιατί μας εισάγει με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο στο σύγχρονο κόσμο.

10.Ένα σχόλιο για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα σήμερα…

 Θα πω μόνο πως η κρίση, κρίση αξιών, έχει ξεκινήσει εδώ και μερικές δεκαετίες. Δεν είχε ενδιαφερθεί κανείς μέχρι τώρα γιατί δεν ήταν απτή και δεν είχε συνέπειες στην τσέπη μας.

11.Πως φαντάζεστε πως θα συνεχίσουμε, αν θέλουμε ένα καλύτερο αύριο;

 Θα πρέπει μάλλον να ανακτήσουμε την εθνική μας ηθική, την αισθητική μας, να πιστέψουμε περισσότερο στις αξίες και στους άξιους παρά σε ατυχείς συσχετισμούς δυνάμεων.

ΟΛΙΓΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Στο Παρίσι του 1939 ο νεαρός Γάλλος δημοσιογράφος Φιλίπ Τεμπό αναζητά στοιχεία για το παράνομο ειδύλλιο μιας Ισπανίδας δούκισσας και ενός Έλληνα εμπόρου όπλων. Η ζωή του τελευταίου γεννά πολλά ερωτήματα για την καταγωγή του, τη δράση και την πολιτική επιρροή του. Ποιος ήταν εντέλει ο άνθρωπος που μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρήθηκε ο πλουσιότερος στον πλανήτη;
Την απάντηση δίνει ο παλιός αναρχικός Μιγκέλ Θαραμπόν. Μέσα από τις διηγήσεις του αναδεικνύεται ένας κόσμος συνωμοσίας, παρασκηνιακής πολιτικής και άνομου κέρδους. Μια κοινωνία σκιών γράφει Ιστορία ερήμην των απλών ανθρώπων. Τα διασημότερα επεισόδια αυτής της Ιστορίας, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Μικρασιατική Καταστροφή φαντάζουν εμπνεύσεις ενός αμείλικτου πρωταγωνιστή.
Ο μυστηριώδης Έλληνας δίνει το παρών σε κάθε μεγάλη στιγμή που προετοιμάζει τον εικοστό αιώνα: Νέα όπλα, αποικιακοί πόλεμοι, πολιτικά σκάνδαλα, μυστικές υπηρεσίες, ο αγώνας για την αναγέννηση της Ελλάδας. Η σκοτεινή του διαδρομή στις μητροπόλεις του κόσμου φωτίζεται μονάχα από έναν ανεξήγητο πατριωτισμό και το πάθος του για μια γυναίκα…
Μια μυθιστορηματική αναδρομή στα χρόνια που προανήγγειλαν την εποχή μας, όπου ο έρωτας και η Ιστορία, η πολιτική και η κατασκοπεία, ο ρομαντισμός και ο κυνισμός διεκδικούν το δικό τους μερίδιο.

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει μεταφράσει έργα των Σολ Μπέλοου, Ε. Μ. Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Προσπέρ Μεριμέ κ.ά. Το ΜΕΡΕΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, εκδόθηκε πρόσφατα στα γαλλικά σημειώνοντας τόσο μεγάλη επιτυχία, ώστε τιμήθηκε με το Prix Mediterranée Étranger. Κυκλοφορεί επίσης στα ισπανικά, ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσει και στα αραβικά. Ο Δημήτρης Στεφανάκης τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη 2011 και ήταν υποψήφιος για το Prix du Livre Européen 2011. Είναι σύμβουλος έκδοσης του Λογοτεχνικού Περιοδικού ΚΛΕΨΥΔΡΑ και μέλος της κριτικής επιτροπής του PRIX MEDITERRANEE ETRANGER και του PRIX MEDITERRANEE DE LA POESIE NIKOS GATSOS.



Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Δημήτρης Στεφανάκης:«Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο καλοί ή κακοί»


Συνέντευξη του Δημήτρη Στεφανάκη:  http://www.lifo.gr/mag/features/3455
Ο βραβευμένος συγγραφέας του «Μέρες της Αλεξάνδρειας» επιστρέφει με ένα βιβλίο που μέσα στην κοσμοπολίτικη δίνη του περασμένου αιώνα αναδεικνύει έναν γοητευτικό, αμφιλεγόμενο ήρωα: τον μεγαλέμπορο όπλων Βασίλειο Ζαχάρωφ.

 Πώς ορίζετε την λογοτεχνία;

Η λογοτεχνία είναι μια διαδικασία μέσα από την οποία ενηλικιώνεται το ανθρώπινοπνεύμα. Η λογοτεχνική διαδικασία έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Έχει δημοκρατικότητα και είναι διαπλαστική, χωρίς να γίνεται διδακτική ή δογματική. Η λογοτεχνία είναι το καταφύγιο των ελεύθερων πνευμάτων.


 Τι σας έδωσε το έναυσμα να γίνετε συγγραφέας;

Το γεγονός ότι μέχρι μια κάποια ηλικία ήξερα να υφαίνω μύθους! Μου άρεσε να διηγούμαι φανταστικές ιστορίες. Έως ότου, από την καθημερινότητα και τον προφορικό λόγο, αυτό μεταπήδησε στο χαρτί. Βέβαια, μέχρι τα 30 οι μυθοπλαστικές μου ικανότητες ήταν πολύ περιορισμένες. Με το ζόρι ολοκλήρωνα μια μικρή ιστορία, δεν μου έβγαινε. Άργησε πολύ να ωριμάσει αυτό το πράγμα μέσα μου, αλλά ότανήρθε, ήταν κατακλυσμιαίο. Άρχισαν να δημιουργούνται μεγάλοι κόσμοι που έγιναν βιβλία.

 Ξεκινήσατε ως μεταφραστής…
Ξεκίνησα με κάποια δοκίμια του Ρώσου νομπελίστα Γιόζεφ Μπρόντσκι και μετά ακολούθησαν πάρα πολλά βιβλία. Αμερικανική λογοτεχνία, βιογραφίες, δοκίμια, λιγότερο γαλλική λογοτεχνία. Για επτά-οκτώ χρόνια ήμουν επαγγελματίας μεταφραστής.

 Αναπόφευκτα κάποιος συγγραφέας ή βιβλίο θα έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη συγγραφική σας εξέλιξη.

Ναι, η μετάφραση του Χέρτσογκ του Μπέλοου, που λόγω του μεγάλου βαθμού δυσκολίας κανένας δεν αναλάμβανε. Πράγματι, τράβηξα των παθών μου τον τάραχο, αλλά νομίζω ότι έκανα μια καλή μετάφραση. Γιατί δεν αρκεί να είσαι μόνο καλός μεταφραστής. Κάποιες μεταφράσεις είναι καλές, κάποιες μέτριες, κάποιες αποτυγχάνουν τελείως. Δεν σημαίνει ότι ένας καλός μεταφραστής είναι απαραιτήτως πάντα καλός.

Πρέπει να κερδηθεί και το στοίχημα να μεταγράψεις το ξένο κείμενο στη γλώσσα σου.

Ακριβώς. Υπάρχει, όμως, και η κόπωση. Οι μεταφράσεις είναι ένα παιχνίδι με τις λέξεις και την ευρηματικότητα. Κάποια στιγμή εξαντλείσαι. Τότε το «μπιτόνι αδειάζει» και πρέπει να περιμένεις να ξαναγεμίσει. Αλλά, επειδή είσαι επαγγελματίας και ζεις από αυτό, μεταφράζεις αδιάκοπα. Δεν εμπιστεύομαι όλες τις μεταφράσεις, ακόμα και από καλούς μεταφραστές, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο. Δεν μπορείς να το κάνεις πάντα με την ίδια ικανότητα και φρεσκάδα. Το ίδιο ισχύει και για έναν συγγραφέα. Οι συγγραφείς έχουν περιορισμένο χρόνο δράσης και ακμής.

 Συμφωνείτε όταν χαρακτηρίζουν «σπουδαίο» έναν συγγραφέα, ακόμα και για ένα μόνο βιβλίο ή, λ.χ., για μία και μόνο ταινία, αν είναι σκηνοθέτης;

Είναι εύκολο να γράψεις ή να σκηνοθετήσεις ένα αριστούργημα;

 Τελικά, ήταν η ξένη λογοτεχνία που σας άνοιξε τα πανιά;

Με βοήθησε να αναπτύξω το ταλέντο μου. Κυρίως η γαλλική λογοτεχνία, Φλομπέρ, Μπαλζάκ, Προυστ, Μοπασάν, Καμύ, που είναι η μεγάλη μου αγάπη, αλλά και ο Σαρτρ και ο Μαλρώ. Από παιδί σχεδόν έχω συντάξει έναν προσωπικό «κανόνα» και προσπαθώ να τον ολοκληρώσω διαβάζοντας τα πάντα, από τον Όμηρο μέχρι τους σύγχρονους, αλλά και τέχνη και φιλοσοφία, πολιτική, επιστήμες. Πιστεύω ότι ένας συγγραφέας πρέπει να διαβάζει ακατάπαυστα. Να μπαίνει στα βιβλία σαν διαρρήκτης σε σπίτι, να παίρνει ό,τι είναι να πάρει γρήγορα, γιατί έχει κι άλλα να διαρρήξει.

 Το χαρακτηριστικό των βιβλίων σας είναι ακριβώς οι εκτενείς περιγραφές και λεπτομέρειες χώρων και συμπεριφορών αλλοτινών καιρών.

Πιστεύω ότι μόνο έτσι μπορείς να ανασυστήσεις κόσμους. Μέσα από αναγνωστικές αναφορές που έχεις από παντού: απομνημονεύματα, βιογραφίες, μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημα έχει μια κινηματογραφική διάσταση. Σήμερα, βέβαια, διαβάζουμε ανεικονικά μυθιστορήματα όπου υπάρχουν ωραίες σκέψεις αλλά καθόλου σχεδόν ήρωες, δράση, ίντριγκα.

 Σας ενδιαφέρουν εποχές μεγάλης ακμής. Πώς εξηγείτε την εμμονή σας με το παρελθόν;

Πιστεύω ότι αυτό που συνέβη και χάθηκε στην πραγματικότητα δεν χάθηκε. Κατά κάποιον τρόπο, η ενέργεια είναι διάχυτη παντού. Η ενέργεια των ανθρώπων που αγάπησαν, μίσησαν, απογοητεύτηκαν, πολέμησαν και χάθηκαν με γοητεύει τόσο, ώστε θέλω να την ανακαλύπτω παντού και να τη ζωντανεύω μέσω της λογοτεχνίας, οπλίζοντας τους ήρωες του τότε με σύγχρονα αισθήματα και σκέψεις.

 Επιστρέφοντας στα μεγάλα κέντρα του κοσμοπολιτισμού…

Ο κοσμοπολιτισμός έχει οριστεί εξαρχής από τον Όμηρο. Είμαστε ένας ιστορικός λαός της Μεσογείου που συμμετέχουμε στον κοσμοπολιτισμό λόγω της διασποράς. Οι κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες και οι διακρατικές σχέσεις στις αρχές του 20ού αιώνα ανήγαγαν τον κοσμοπολιτισμό σε φαινόμενο που έφτασε στο αποκορύφωμά του και δέσποσε σε κάποιες μητροπόλεις-φάρους της Μεσογείου: Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη... Επιστρέφοντας σε αυτές, είναι σαν να πηγαίνω στις πηγές της λογοτεχνίας. Ο κοσμοπολιτισμός είναι κομμάτι του παρελθόντος αλλά και ένα στοίχημα για το μέλλον. Η νεοελληνική λογοτεχνία κατατρύχεται από την εσωστρέφεια και την αγοραφοβία των τελευταίων δεκαετιών, καταδικάζοντας ικανούς συγγραφείς να μηρυκάζουν εθνικές τραγωδίες και να αναμασούν εθνικές εμμονές.
Όλα αυτά δεν επέτρεψαν να δημιουργηθούν μεγάλα έργα που θα συμμετείχαν στο «κοινό ταμείο» της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

 Μοιάζει να επιδιώκετε έναν ακαδημαϊσμό ταυτισμένο με τις εποχές που περιγράφετε.

Αισθάνομαι ότι υπάρχει ένα μεγάλο κενό στις μεγάλες αφηγήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας. Ότι δεν είναι τόσο πειστικοί οι μεγάλοι κόσμοι που δημιούργησαν οι εκάστοτε συγγραφείς, με εξαίρεση τον Καραγάτση και τον Τσίρκα. Ο Καραγάτσης υπήρξε ο μεγάλος μας παραμυθάς, δυστυχώς χωρίς τον απαραίτητο ιδεολογικό άξονα.

 Είναι πιο ελκυστικοί και ενδιαφέροντες οι «κακοί» πρωταγωνιστές, όπως η περίπτωση του θρυλικού Ζαχάρωφ που χρησιμοποιείτε στο «Φιλμ Νουάρ»;

Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο κακοί ή καλοί. Διαφωνώ κάθετα με τους Άθλιους του Ουγκό, όπου γίνεται αυτός ο «άθλιος» διαχωρισμός μεταξύ καλού και κακού. Καλό και κακό συνυπάρχουν.

Ο Ζαχάρωφ δεν είναι αυτή η περίπτωση. Είναι μια βαθιά απελπισμένη ψυχή που δεν πιστεύει στη ζωή, μια απεγνωσμένη συνείδηση, και καθώς είναι ιδιαίτερα προικισμένος, η απόγνωσή του μετατρέπεται στο απόλυτο κακό. Αλλά δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός. Από τη στιγμή που τον έκανα ήρωά μου δεν μπορώ παρά να του χαρίσω τη συμπάθειά μου. Πάντως, όρισε τις συντεταγμένες της εποχής μας: πετρέλαιο, όπλα, μέσα ενημέρωσης, χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ανήκει στους σκοτεινούς πρωταγωνιστές της εποχής μας.

 Υπήρξε, τελικά, ως χρηματοδότης της μικρασιατικής εκστρατείας, ηθικά υπεύθυνος και για τη μικρασιατική καταστροφή;

Επ’ ουδενί. Το πρόβλημα ήταν η αποχώρηση του Βενιζέλου από την πολιτικήσκηνή και ο θάνατος του διαδόχου Αλέξανδρου. Οι άστοχοι χειρισμοί που ακολούθησαν υποχρέωσαν τον ελληνικό στρατό σε μια εκ των προτέρων καταδικασμένη επιχείρηση στα βάθη της παραπαίουσας Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Ο Ζαχάρωφ ήταν σαφής όταν τους προέτρεπε να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη και να περιοριστούν στα παράλια της Ιωνίας.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Εξομολόγηση περί λογοτεχνικού κοσμοπολιτισμού

Και τι σημαίνει εντέλει κοσμοπολιτισμός στη λογοτεχνία... Η Αλεξάνδρεια και το Παρίσι, το Cafe de la Paix και η γοητεία του χτες, η ιστορία της διεθνικής αριστοκρατίας; Όχι βέβαια. Λογοτεχνικός κοσμοπολιτισμός είναι το αντίθετο της εσωστρέφειας και του απομονωτισμού. Όπερ σημαίνει, μπορώ να γράφω και για το χωριό μου και να είμαι κοσμοπολίτης αρκεί να κομίζω οικουμενικά μηνύματα στους αναγνώστες μου. Με την αγοραφοβία και τις εθνικές μας εμμονές δεν πάμε πουθενά. Είμαστε πολίτες του κόσμου και πρέπει να το αποδείξουμε διατηρώντας την διαφορετικότητά μας...
Η έννοια του κοσμοπολιτισμού είναι σύμφυτη με την ιστορική μοίρα της ελληνικής φυλής. Πρώτος ο Όμηρος καθόρισε την έννοια του κοσμοπολίτη στους πρώτους κιόλας στίχους της Οδύσσειας. Ο Οδυσσέας είναι ο πρώτος πολίτης του κόσμου. Στη συνέχεια ο κοσμοπολιτισμός που ως φαινόμενο αποτυπώνεται επίσης, στη μυθική Βαβέλ και στη Βαβυλώνα, θα γνωρίσει πολλές μεταλλάξεις. Στο λυκαυγές του εικοστού αιώνα θα κορυφωθεί με το μητροπολιτικό τόξο που σχηματίζουν πόλεις-φάροι της Ανατολικής Μεσογείου –Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, Βυρηττός– αλλά και οι αγαπημένοι προορισμοί της Ευρώπης: Λονδίνο, Παρίσι, Βερολίνο, Βιέννη, Αγία Πετρούπολη. Η διακίνηση ιδεών και εμπορευμάτων μαζί με την συνεχή μετακίνηση ανθρώπων καταρρίπτουν σύνορα κάθε λογής –γλωσσικά, εθνικά, θρησκευτικά.
Οι παγκόσμιοι πόλεμοι, το τέλος της αποικιοκρατίας κι η έξαρση του εθνικισμού θα οδηγήσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην λογική των «κλειστών κοινωνιών». Μέσα στο κλίμα αυτό η νεοελληνική πραγματικότητα, μέρος της οποίας αποτελεί και η λογοτεχνία της, ακολουθεί τη τακτική της απομόνωσης. Κυρίαρχο στοιχείο παραμένει η τάση μας να μηρυκάζουμε εθνικές τραγωδίες και να αναμασάμε εθνικούς μύθους. Η πρόκληση για την νεοελληνική λογοτεχνία είναι να ξεπεράσει την αγοραφοβική της τάση και την εσωστρέφεια των τελευταίων δεκαετιών. Το κοινό ταμείο της παγκόσμιας λογοτεχνίας περιμένει από καιρό της δική μας συνεισφορά…

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Μάνος Κοντολέων:Με στοιχεία κοσμοπολιτισμού – η περίπτωση του Δημήτρη Στεφανάκη


Κάθε άνθρωπος έχει μια καταγωγή και μια ταυτότητα.

Κάθε συγγραφέας το ίδιο.
Καταγωγή του είναι η χώρα όπου ζήσανε εκείνοι οι συγγραφείς που τον μεγαλώσανε. Ίσως η ίδια με αυτήν που θα ζήσουν όσοι νέοι συγγραφείς θα μεγαλώσουν από τα δικά του έργα.
Η ταυτότητα ενός συγγραφέα είναι οι εμμονές του.
Ίσως ακουστεί ως μια ρήση αρκούντως περίεργη έως και εξεζητημένη. Αλλά εγώ πιστεύω πως ο κάθε συγγραφέας άσχετα κι αν έχει γράψει πολλά ή λίγα βιβλία, στην ουσία πάντα ένα βιβλίο γράφει, πάντα μια ή έστω δυο είναι οι συγγραφικές εμμονές του.
Οι συγγραφικές εμμονές είναι τα αποτυπώματα των συγγραφέων. Η ταυτότητά τους. Με αυτήν ξεκινά και με αυτήν πεθαίνει.
Κι όμως, την ίδια ώρα που λέω αυτές τις απόψεις, είμαι μπροστά στην πρόκληση να παρουσιάσω το στίγμα, το αποτύπωμα, την ταυτότητα ενός συγγραφέα που δείχνουν να μη φανερώθηκαν από το πρώτο ή και το δεύτερο έστω βιβλίο του.
Για τον Δημήτρη Στεφανάκη, μιλώ.
Επτά μέχρι τώρα τα βιβλία του.
Όλα μυθιστορήματα –να ένα πρώτο στοιχείο του προσωπικού του αποτυπώματος. Μυθιστοριογράφος.
Και μάλιστα, όχι μυθιστοριογράφος γιατί αυτά που γράφει απλώνονται σε πολλές σελίδες. Αλλά κυρίως γιατί πλησιάζουν με σύνθετο τρόπο θέματα και χαρακτήρες.
Στο σύνολο των νέων ελλήνων μυθιστοριογράφων εντάσσεται, λοιπόν, ο Στεφανάκης.
Πριν όμως θελήσουμε να δούμε με ποιους ίσως άλλους συγγραφείς συνδέεται, από ποιους κατάγεται, ας δούμε από λίγο πιο κοντά τα δικά του χαρακτηριστικά.
Ομολογώ πως ο Δημήτρης Στεφανάκης ενώ από το πρώτο του κιόλας μυθιστόρημα έδειξε τη στόφα του μυθιστοριογράφου ότι κατέχει, αν δούμε σήμερα τα πρώτα του έργα –και κυρίως τα τρία πρώτα, θα πρέπει να σημειώσουμε πως το προσωπικό του στίγμα δεν είναι τόσο απτό.
Ναι κυκλοφορεί σε χώρους φορτισμένους –πόλη σαν την Αθήνα, νησί όπως η Μύκονος, γειτονιά σταμπαρισμένη από μνήμες εφηβείας- και –ναι!- κάποιοι από τους χαρακτήρες τους δείχνουν μια έντονη αρρενωπότητα αν είναι άντρες ή μια έντονη θηλυκότητα αν είναι γυναίκες, αλλά…
Λοιπόν, είναι παράξενο και – σε σχέση με το σημερινό εντόνως συγκεκριμένο συγγραφικό προφίλ του Στεφανάκη- μη ερμηνεύσιμο, αλλά τα τρία του πρώτα έργα δεν έχουν μεταξύ τους πολλά κοινά στοιχεία ούτε στη θεματική, μήτε στο χώρο.
Ή μάλλον έχουν κάτι κοινό. Μια δισταχτικότητα… Μια προσπάθεια αναζήτησης –κάπως έτσι προτιμώ να το διατυπώσω- του προσωπικού συγγραφικού αποτυπώματος.
Από το τέταρτο και μετά βιβλίο, το στίγμα αρχίζει να διαφαίνεται. Πιο σωστά θεμελιώνεται. Ακόμα πιο σωστά -επιτίθεται.
Ναι, επτά χρόνια μετά από την κυκλοφορία του πρώτου μυθιστορήματος και μόλις τρία από την εμφάνιση του τρίτου, το τέταρτο μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη, φωτίζει δυνατά μια συγγραφική ταυτότητα –πρόκειται για το «Μέρες Αλεξάνδρειας».
Ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο αυτό.
Η κοσμοπολίτικη ματιά και ο έντονος, συχνά αμοραλιστικός και πάντα ιδιαιτέρως ερωτικός, χαρακτήρας του κεντρικού προσώπου.
Θα ακολουθήσει το «Συλλαβίζοντας το Καλοκαίρι», όπου ο Στεφανάκης λες και θέλει να δει αν μπορεί να πειραματιστεί με ότι θεμελίωσε στις «Μέρες Αλεξάνδρειας», και χρησιμοποιεί ως ήρωά του ένας υπαρκτό πρόσωπο –θρύλο του πρόσφατου λογοτεχνικού παρελθόντος και τον πηγαίνει με ανορθόδοξο τρόπο στη Μύκονο (νησί που και σε προηγούμενο έργο του είχε ο ίδιος καταφύγει). Ο Καμύ και η Μύκονος κυριαρχούν στο έργο –έργο απρόσμενα ευφάνταστο- αλλά προσωπικά πιστεύω πως ο Στεφανάκης πολύ γρήγορα διαπίστωσε το αδιέξοδο που το εγχείρημά του αυτό δημιουργούσε. Ο σουρεαλισμός ή με άλλη διατύπωση ο φανταστικός ρεαλισμός δεν μπορούν να υπηρετήσουν τα οράματά του.
Και κάτω από μια τέτοια διαπίστωση ίσως να ξαφνιάστηκε, θα αποπροσανατολίστηκε και έτσι καταφεύγει σε ένα άλλο εμβόλιμο αρσενικό πρόσωπο της ιστορίας –τον Λεωνίδα- και γράφει ένα υπαρξιακών ανιχνεύσεων και ιδιότυπα αντιηρωικό μυθιστόρημα.
Όμως, το συμπαγές αρρενωπό που εκφράζει η προσωπικότητα του σπαρτιάτη βασιλιά δεν νομίζω πως μπορούσε να βοηθήσει τον Στεφανάκη να εδραιώσει μήτε το κοσμοπολίτικο στοιχείο, μήτε και τον έντονο αρσενικό ερωτισμό που σαφέστατα είχε αρχίσει να στοιχειώνει τη γραφή και τους αναγνώστες του.
Αλλά ο Στεφανάκης είναι ένας έξυπνος συγγραφέας. Μαθαίνει από τις διαδρομές που δεν τον έφεραν στο ποθούμενο αποτέλεσμα. Κι έτσι έρχεται, επανέρχεται πιο σωστά στο δρόμο της Αλεξάνδρειας και μας χαρίζει το «Φιλμ Νουάρ» κι ένα επίσης ιστορικής προέλευσης μυθιστορηματικό χαρακτήρα* τον Βασίλειο Ζαχάρωφ.
Τώρα το κοσμοπολίτικο στοιχείο ξεκινά από τη πόλη – σύμβολό του. Και ο μυθιστορηματικός χρόνος κυλά πάνω στα μονοπάτια του τέλους και της αρχής δυο κοσμοπολίτικων αιώνων.
Με βάση στέρεη της μιας εμμονής μου, μπορεί και βιογραφεί με μυθιστορηματική ελευθερία το τύπο του αρσενικού που τόσο τον ελκύει –η δεύτερη συγγραφική εμμονή συμπρωταγωνιστεί.
Δεν είναι στόχος αυτού του σημειώματος η αναλυτική αναφορά μήτε στο «Μέρες Αλεξάνδρειας», μήτε και στο «Φιλμ Νουάρ».
Εδώ προσπαθώ να ανιχνεύσω το σημείο στο οποίο στέκεται ένας σύγχρονος έλληνας συγγραφέας –ο Δημήτρης Στεφανάκης.
Αν βασιζόμουνα στα επτά μέχρι σήμερα μυθιστορήματά του θα εξέφραζα μια ερώτηση –Ποιο μπορεί να είναι το όγδοο;
Ο Καμύ, ο Λεωνίδας και ο Βασίλειος Ζαχάρωφ είναι πολύ δυνατές προσωπικότητες, αλλά και τόσο διαφορετικές μεταξύ τους που πώς να υποψιαστεί κανείς ποιος από τους τρεις θα είναι εκείνος που θα εξαναγκάσει το συγγραφέα να επιλέξει το μελλοντικό του ήρωα;
Αλλά αν βασιστώ στον τρόπο που ο ίδιος ο συγγραφέας δείχνει την προτίμησή του σε δυο από τα επτά του μυθιστορήματα , τότε αισθάνομαι μια σιγουριά όταν καταθέτω την υπόνοια πως ο Δημήτρης Στεφανάκης μπορεί να είναι ένα νέος Τάσος Αθανασιάδης –οι «Πανθέοι» αυτού του συγγραφέα περιέγραψαν την ελληνική ιστορία και κοινωνία με μια τάση κοσμοπολιτισμού- αλλά και ένας μακρινός, έστω, συνεχιστής της ματιάς του Καραγάτση –αξίζει να σκεφτούμε κάποια στιγμή
τις αναλογίες του Γιούγκερμαν με τον Ζαχάρωφ.
Δεν ξέρω αν το σκέφτηκε κανείς, αλλά εγώ θεωρώ πως με τη δική του Αλεξάνδρεια ο Στεφανάκης δε συνέχισε την ιστορία της πόλης από εκεί που την άφησε ο Τσίρκας. Αλλά ούτε και συγγένειες μπορώ να βρω με την τριλογία του Θέμελη.
Ο δημιουργός της «Λέσχης» έχει διαφορετικές πολιτικές αναζητήσεις και ο συγγραφέας της «Αναζήτησης» γράφει ως βαλκάνιος συγγραφέας. Και βέβαια, απέχει η ματιά του Στεφανάκη από αυτήν του Ισίδωρου Ζουργού.
Ο Ζουργός περιγράφει το ελληνικό πάθος έχοντας επιλέξει να σταθεί σε ελληνικό τόπο. Ο Στεφανάκης το ίδιο αν θέλετε πάθος περιγράφει, αλλά δέστε τον, τόπο εκτός ελληνικής επικράτειας έχει αυτός διαλέξει.
Μα μήπως λέγοντας κοσμοπολίτικη ματιά, κάτι τέτοιο δε θέλουμε να περιγράψουμε;
Η γραφή του Δημήτρη Στεφανάκη –στέρεη και κλασική- δεν προτείνει μια άλλη ανάγνωση της ιστορίας. Προτείνει μια πλέον ανοιχτή προσέγγισή της. Κι αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο κοσμοπολιτισμού.


Τα βιβλία του Δημήτρη Στεφανάκη
Φρούτα εποχής, 2000
Λέγε με Καΐρα, 2002
Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, 2004
Μέρες Αλεξάνδρειας, 2007
Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι, 2009
Θα πολεμάς με τους θεούς, 2010
Φιλμ νουάρ, 2012

  
Το κείμενο είναι από την ομιλία του Μάνου Κοντολέων που με τίμησε με την παρουσία του στο Έναστρον. Τον ευχαριστώ πολύ!
http://manoskontoleon2.blogspot.gr/2012/10/blog-post_14.html

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Ημερολόγιο χαρακτήρων

Με αφορμή το "αδημοσίευτο κεφάλαιο" του Φιλμ Νουάρ αναρωτιέμαι ποιος μπορεί να διασφαλίσει την αμεροληψία του συγγραφέα έναντι των ηρώων του. Αναφερόμαστε συχνά στην συγγραφική δεοντολογία αλλά ποιος μπορεί άραγε να μας πείσει πως δεν υπάρχουν εγγενείς συμπάθειες ή αντιπάθειες σε μια αφήγηση. Ποιος μπορεί να κρίνει αν ο Ιάγος είναι χειρότερος από τον Οθέλλο ή αν η τρομακτική φύση της λαίδης Μάκβεθ δεν εξυπηρετεί απλώς τις ανάγκες του στέμματος της Αγγλίας. Το σίγουρο είναι πως κάποιοι χαρακτήρες είναι "καταδικασμένοι" εξαρχής στην διανομή των ρόλων με κριτήρια εξίσου αυθαίρετα και ακατανόητα όπως εκείνα της πραγματικότητας...

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Ένα αδημοσίευτο κεφάλαιο Φιλμ Νουάρ


ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ

Δημήτρης Στεφανάκης

Εκδόσεις Ψυχογιός

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟΣ ΣΕΙΡΑΣ  
http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/407/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF#.UGx8t5KJ9dc.facebook
 

Η σοφία των γυναικών είναι συχνά αποστομωτική, σκέφτηκε ο Βασίλειος καθώς περιεργαζόταν το επιστολικό δελτάριο με την εικόνα ενός ξενοδοχείου και την ένδειξη ΑΘΗΝΑ 1887, ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ. Από κάτω έγραφε.
 
«Σε ασπάζομαι τρυφερά. Πιλάρ».

Στη θέση της ένας άντρας θα επέλεγε ένα μακροσκελές γράμμα  προκειμένου να εξηγήσει όσα η νεαρή Ισπανίδα συνόψισε επιγραμματικά σε τρεις λέξεις. Εκείνη τη μοιραία νύχτα στο Οριάν Εξπρές όπου ο έρωτας ήρθε τόσο αναπάντεχα και δεν τους επέτρεψε να κοιμηθούν ούτε λεπτό, η νεαρή ερωμένη του δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό της για την ελληνική καταγωγή του. Θυμόταν ακόμα πώς  άστραψαν τα μεγάλα βιολετιά της μάτια, πώς  χαράχτηκε στιγμιαία το αλάβαστρο του προσώπου της από ένα διάπλατο χαμόγελο κι ανασηκώθηκαν οι καλοσχηματισμένοι ώμοι της από χαρά. Ωστόσο δεν του πέρασε απ’ το μυαλό ότι το πρώτο πράγμα που θα απαιτούσε μετά το γάμο της με τον πρίγκιπα των Βουρβόνων Φρανσίσκο θα ήταν ένα ταξίδι για να γνωρίσει την πατρίδα του εραστή της. Ποια άλλη απόδειξη χρειαζόταν για το μέγεθος της αγάπης της τη στιγμή που ο ίδιος βασανιζόταν από ένα σωρό αμφιβολίες και ερωτηματικά;

Το ταξίδι με το τρένο ως τη Βενετία του φάνηκε αιώνας. Πρώτη του φορά αναρωτήθηκε γιατί οι συρμοί δεν μπορούσαν να αναπτύξουν τη διπλάσια ταχύτητα. Εξίσου βραδυκίνητο του φάνηκε στη συνέχεα και το πλοίο: Σαν ένα παχύδερμο που δεν κατανοούσε πόσο επειγόταν να φτάσει στο αντικείμενο του πόθου του και κυλούσε αδιάφορα στα ήρεμα νερά με κατεύθυνση το λιμάνι του Πειραιά. Έκαναν στάση στην Κέρκυρα απ’ όπου τηλεγράφησε στον Στάθη Λάμψα:

Φτάνω αύριο, μερίμνησε.


  Αδημονούσε να φτάσει! Μέχρι που σκέφθηκε πως ακόμα και η γεωγραφία συνωμοτούσε εναντίον του· πως η Ελλάδα απομακρυνόταν όλο και περισσότερο και πως μάταια κατευθύνονταν προς τα εκεί. Δεν ήταν έρωτας αυτό που τον είχε καταλάβει. Ήταν δαιμόνιο και τον έκανε να παραλογίζεται.

Αργότερα στην σουίτα του, στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», τα αναλογιζόταν όλα αυτά και γελούσε με τον εαυτό του. Η χλιδή και η άνεση στο λαμπρό αυτό κτίριο γαλλικού αναγεννησιακού ρυθμού δημιουργούσε την ψευδαίσθηση πως συνέχιζε να βρίσκεται στο Παρίσι. Ο καιρός άλλωστε στην Αθήνα δεν ήταν καλύτερος. Το τσουχτερό κρύο και η βροχή, που κάποιες στιγμές γινόταν χιονόνερο, σε αποκαρδίωναν. Από το παράθυρό του έβλεπε τον λόφο της Ακρόπολης να δεσπόζει στο λιτό Αττικό τοπίο διεκδικώντας κάτι από τη χαμένη δόξα του παρελθόντος. Ακόμα και την εποχή που η Αθήνα ζούσε το χρυσό αιώνα της, το τοπίο αυτό δεν θα είχε τίποτε από την εκζήτηση και το πομπώδες μεγαλείο του σημερινού Παρισιού. Η Μεσόγειος διέθετε το δικό της αλφαβητάρι, το δικό της μέτρο που δεν ξεπερνούσε ποτέ το ανάστημα του ανθρώπου κι αυτό άρεσε στον Βασίλειο. Τον έκανε να αισθάνεται πιο σημαντικός. Η σουίτα του είχε την καλύτερη θέα. Ο  Στάθης Λάμψας, φίλος και ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου, τον υποδέχτηκε αυτοπροσώπως.

«Η κομψότης προσωποποιημένη! Οι λονδρέζοι μόδιστροι της Σάβιλ Ρόου θα χαίρονται να ράβουν κουστούμια στα μέτρα σου», του είπε σχολιάζοντας την εντυπωσιακή είσοδο του στο χώρο υποδοχής. Εκείνος του χαμογέλασε αυτάρεσκα. Πανύψηλος, ευσταλής, με τα πλατινένια μαλλιά και τα γαλάζια μάτια του δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητος.

Εκτός όμως από το θαυμασμό του Λάμψα είχε να αντιμετωπίσει και την καχυποψία του.

«Πώς και μας θυμήθηκες;» ήταν το πρώτο πράγμα που τον ρώτησε αμέσως μετά. 

«Τι θα πει πώς σας θυμήθηκα; Από καιρού εις καιρόν σας επισκέπτομαι. Τόσες παρτίδες έχω ανοίξει με την Κυβέρνηση».

«Έτσι είναι, έχεις δίκιο», είπε ο Λάμψας κι έστριψε καχύποπτα το μουστάκι του. Στο μάτι του σπίθισε η ρωμέικη δυσπιστία.

Ο Βασίλειος παρίστανε τον ανήξερο. Δυο μέρες αργότερα κατάλαβε πως καλά θα έκανε να εξηγηθεί. Τα πρωινά την έβγαζε στο Υπουργείο των Στρατιωτικών συζητώντας για το υποβρύχιο  –το πρώτο στον κόσμο– που είχε μόλις πουλήσει στους συμπατριώτες του. Από το μεσημέρι και μετά ωστόσο δεν τον χωρούσε ο τόπος.  Η Αθήνα έμοιαζε ανυπόφορη μες στον επαρχιωτισμό της, οι παλιοί γνωστοί,  ανιαροί και ανούσιοι.  Δίπλα απ’ το ξενοδοχείο, στο μέγαρο Σκουλούδη, ψυχή ζώσα. Ο φίλος του ο Στέφανος δεν είχε επιστρέψει ακόμα από τα πρεσβευτικά του καθήκοντα στη Μαδρίτη. Ποιον να συναντήσει και τι να πει; Τίποτε δεν τον συγκινούσε πέρα από τη συντροφιά του Στάθη αλλά κι αυτός δεν μπορούσε να βρίσκεται συνεχώς μαζί του.  Παρατηρούσε από μακριά το νιόπαντρο ζευγάρι στο εστιατόριο, την ώρα του φαγητού κι αρκούνταν σε κάποια συνωμοτικά χαμόγελα και ματιές της νύφης. Η Πιλάρ τού φαινόταν πιο όμορφη από ποτέ. Η κύκνεια κομψότητά της σαγήνευε τους πάντες.  Η ψηλόλιγνη φιγούρα της διαγραφόταν εντυπωσιακά κάτω από τα μακριά φορέματα. Το βαθύ ντεκολτέ, τα μαύρα γάντια, ο κότσος της ήταν ένα ερωτικό μήνυμα με αποδέκτη τον ίδιο. Έτσι τουλάχιστον αισθανόταν.
Ύστερα όμως οι νεόνυμφοι αποσύρονταν κι εκείνος έμενε μόνος του. Επιχείρησε αρκετές φορές με νεύματα, με σημειώματα, με κάθε τρόπο να την ξεμοναχιάσει. Στάθηκε αδύνατο.  Η κατάσταση άρχιζε να του δίνει στα νεύρα. Αποφάσισε να μιλήσει στον Λάμψα.

«Πάω να σκάσω», του εξήγησε. «Άφησα τις δουλειές μου κι ήρθα εδώ να παρακολουθώ από μακριά τους χαριεντισμούς της νεαρής δούκισσας μ’ αυτό το κακομούτσουνο αντράκι που κορδώνεται-κορδώνεται κι ούτε στον ώμο της δεν φτάνει καλά-καλά».

Στον Στάθη δεν άρεσε καθόλου αυτή η ιστορία.

«Ειλικρινά δεν σε καταλαβαίνω. Δεν είχες κανένα λόγο να κουβαληθείς στην Αθήνα…»

«Μα τι λες τώρα! Να ξέρω ότι η αγαπημένη μου είναι εδώ κι εγώ…»

«Βασίλειε, η αγαπημένη σου είναι μια παντρεμένη γυναίκα και  – »

«Και λοιπόν;»

«Άφησέ με να ολοκληρώσω. Είναι σύζυγος ενός πρίγκιπα των Βουρβόνων. Η άφιξη του ζεύγους στην Ελλάδα αποτελεί κοσμικό γεγονός. Οι εφημερίδες αναφέρονται κάθε τόσο στην παρουσία τους. Θες δηλαδή να προκληθεί σκάνδαλο; Ακόμα δεν έχει στεγνώσει το μελάνι από την προηγούμενη ανδραγαθία σου».

«Μα τι θυμήθηκες τώρα; Αυτό συνέβη πριν από δέκα χρόνια. Ποιος το αναφέρει πια;»

«Έτσι νομίζεις; Κι εγώ σου λέω ότι ακόμα συζητιέται στα αθηναϊκά σαλόνια η επιδρομή σου στο σπίτι του δημοσιογράφου και ο ξυλοδαρμός του. Κι αν ενθυμούμαι καλώς, πάλι γυναικοδουλειά ήταν στη μέση».

«Πήρε το μάθημά του!»

«Ξεκίνησες τότε από το Λονδίνο για να έρθεις να ζητήσεις τον λόγο κι έμπλεξες σ’ ένα άνευ προηγουμένου σκάνδαλο. Αν δεν ήταν ο Στέφανος, δεν ξέρω αν θα μπορούσες να έρχεσαι πια στην Αθήνα».

«Τι θες κι ανακατεύεις το Σκουλούδη;»

« Τον ανακατεύω γιατί με τις γνωριμίες του κατάφερε να δώσει ένα τέλος στην υπόθεση. Μια μικρή επαρχία της Ευρώπης είμαστε εδώ. Όλα συζητιούνται. Τίποτε δεν μένει κρυφό. Θυμάμαι τον καιρό που δούλευα στο Maison Dorée στο Παρίσι…» Ο Λάμψας αναφερόταν συχνά στη θητεία του ως σεφ στην πόλη του Φωτός. Καμιά φορά σου έδινε την εντύπωση πως το θεωρούσε πιο σημαντικό επίτευγμα από το μεγαλοπρεπές αθηναϊκό ξενοδοχείο του που δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από τα ευρωπαϊκά. Ο Βασίλειος δεν τον παρακολουθούσε πια. Ο νους του έτρεχε στην Πιλάρ.

«Με ακούς που σου μιλώ;» βρόντηξε η φωνή του φίλου του επαναφέροντας τον στην πραγματικότητα.

«Φυσικά και σ’ ακούω», ψέλλισε αιφνιδιασμένος.

«Λέω λοιπόν να αφήσεις στην ησυχία του το ζευγάρι και να κοιτάξεις να ηρεμήσεις κι εσύ».

«Αδύνατον, πρέπει να βρεθεί ένα τρόπος».

«Ένας τρόπος να γίνει τι;»

«Να ξεμοναχιάσω την Πιλάρ».

«Α, μα εσύ δεν τρώγεσαι, φίλε μου. Σου εφιστώ την προσοχή. Αν προκληθεί το παραμικρό επεισόδιο, το παραμικρό… θα κάνω ότι δεν σε ξέρω».

«Καλώς, κάνουμε τώρα μια μικρή έφοδο στην κουζίνα; Τι λες;»

Ο Λάμψας γέλασε και του έγνεψε να τον ακολουθήσει. Είχε γίνει συνήθεια αυτή η έφοδος στα άδυτα της γαστρονομίας εκεί όπου οι μάγειροι του ξενοδοχείου πάσχιζαν να ικανοποιήσουν τις γαστριμαργικές διαθέσεις της υψηλής πελατείας. Οι δύο άντρες ευθυμούσαν δοκιμάζοντας την υπομονή του προσωπικού με πειράγματα και υποδείξεις. Ο Βασίλειος μοιραζόταν το γαστρονομικό πάθος του παλιού σεφ που  ακόμη και σήμερα δεν έπαυε να λέει πως «η καλή λειτουργία ενός ξενοδοχείου ξεκινά από την κουζίνα».

Οι λαχταριστές μυρωδιές ερέθιζαν ηδονικά τον ουρανίσκο, οξύνοντας το αίσθημα της πείνας που θα τους οδηγούσε ύστερα από λίγο στο πολυτελέστατο εστιατόριο του ξενοδοχείου, στο γωνιακό τραπέζι. Από εκεί έβλεπαν την πλατεία Συντάγματος που αναδυόταν μέσα στο σκοτάδι χάρις στους αναμμένους φανούς του φωταερίου  και ταυτόχρονα την αρχή της οδού Πανεπιστημίου. Βέβαια ο παλιός σεφ του Maison Dorée, επέμενε και είχε δίκιο, πως κυρίαρχη αίσθηση στο γαστριμαργικό παιγνίδι παρέμενε η όραση. Η ευφάνταστη αρχιτεκτονική των πιάτων που σερβίριζαν καλοντυμένοι σερβιτόροι επιβεβαίωναν του λόγου το αληθές. Ωστόσο το μυστικό βρισκόταν στο ζευγάρωμα των γεύσεων Το σουφλέ καβουριών, με τη σφραγίδα του Λάμψα,  συνοδευόταν απαραιτήτως από ένα αυστηρό λευκό κρασί Chablis, ενώ ο γεμιστός φασιανός με κουκουνάρι και λευκές ρώγες σταφυλιού από ένα κόκκινο Volnay με διακριτικό άρωμα.

Στη μέση του δείπνου ο Λάμψας έμοιαζε να έχει ξαναβρεί το κέφι του.

«Θα σου αποκαλύψω κάτι. Ελπίζω μόνο να μην το μετανιώσω μετά», του είπε αναδεύοντας με κυκλικές κινήσεις το  κρασί μέσα στο μεγάλο κολονάτο ποτήρι του.

«Είμαι όλος αυτιά!»

«Μου υπόσχεσαι μόνο ότι δεν θα κάνεις καμιά τρέλα που θα μας εκθέσει;»

«Σου δίνω το λόγο μου».

«Λοιπόν, πώς θα σου φαινόταν αν σου έλεγα πως η δούκισσα μένει μόνη της τα βράδια;»

«Μα τι λες τώρα; Αυτό είναι εξαιρετικό νέο. Για εξηγήσου καλύτερα».

«Αυτό που σου λέω, ή μήπως δεν καταλαβαίνεις ελληνικά;»

«Εννοείς δηλαδή ότι…»

«Ο δούκας ξεπορτίζει σχεδόν κάθε βράδυ».

«Γυναικοδουλειές; Και δεν του φαίνεται».

«Δεν είμαι τόσο σίγουρος. Οι κακές γλώσσες λένε ότι τις νύχτες χάνεται με τους αμαξάδες μέσα στον βασιλικό κήπο».

«Πέφτω από τα σύννεφα! Ούτε που θα πήγαινε το μυαλό μου. Ξέρεις πως είναι και λίγο…» είπε ο Βασίλειος κι έστριψε χαρακτηριστικά το δάχτυλό του πάνω στο μελίγγι του.

«Αυτό το κατάλαβα εξαρχής. Γυαλίζει το μάτι του. Όλα αυτά να μείνουν μεταξύ μας, σε παρακαλώ. Και, προς Θεού, μην κάνεις καμιά τρέλα».

«Θα είμαι φρόνιμος, σου το υπόσχομαι. Εσύ θα με καλύψεις;»

«Μα… τώρα δεν είπαμε να μην κάνεις καμιά τρέλα, να είσαι φρόνιμος. Τώρα δεν μου έδωσες το λόγο σου;»

«Θα είμαι φρόνιμος. Κανείς δεν θα καταλάβει το παραμικρό. Αρκεί να με βοηθήσεις κι εσύ».

«Θα σε βοηθήσω. Μήπως γίνεται κι αλλιώς; Αλλά θα είσαι πολύ προσεκτικός. Δεν θα ξημερώνεσαι στο δωμάτιό της. Θα βάλω ανθρώπους να τον παρακολουθούν. Να έχεις το νου σου! Αν συμβεί το παραμικρό, θα πρέπει να φύγουμε κι οι δυο από την Ελλάδα. Ούτε να το σκέφτομαι, δεν θέλω», μουρμούρισε ο Λάμψας και κάλυψε το πρόσωπό του με τις παλάμες του.
 
Η διπλή ερωτική ζωή του δούκα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτόταν ο Βασίλειος. Άραγε η Πιλάρ ήταν ενήμερη; Όταν ξαναβρέθηκε στην αγκαλιά της ξέχασε τα πάντα. Το ταξίδι, τον εκνευρισμό των πρώτων ημερών, το δούκα. Είναι παράξενο πώς δύο σώματα ανακαλύπτουν αμέσως το δρόμο προς την ερωτική έξαψη. Λες κι επιστρέφοντας κάθε φορά από μια παθιασμένη επαφή αφήνεις σημάδια στα μονοπάτια των αισθήσεων για να αναγνωρίζεις πιο εύκολα το χάδι του αγαπημένου, το αισθαντικό φιλί στα χείλη, τις τολμηρές περιπτύξεις και τις πύλες που οδηγούν στην οργασμική κορύφωση. Στα λινομέταξα σεντόνια με το ευχάριστο άρωμα λεβάντας η πάλη των δύο εραστών επιβεβαιωνόταν με κραυγές ηδονής και βογκητά που κάποια στιγμή αποκτούσαν παλμό κι ένταση. Η Πιλάρ τον υποδεχόταν με την ερωτική σοφία που την είχε προικίσει η φύση,  με φιλιά και ελαφριές δαγκωνιές, με χάδια που διαπερνούσαν την ραχοκοκαλιά του, ψιθυρίζοντας του στ’ αυτί  ισπανικά επιφωνήματα. Κι ο Βασίλειος από την πλευρά του την έσφιγγε απαλά στα χέρια του κι επιτάχυνε σταδιακά το ρυθμό της ερωτικής πράξης και τους σφυγμούς της καρδιάς στο στήθος της αγαπημένης του.  Ανάμεσα στις στιγμές της ηδονής, που διαρκούσαν καμιά φορά ως το ξημέρωμα, σκεφτόταν πόσο ο έρωτας συγγενεύει με την γαστρονομία. Οι μυρωδιές που αναδίδει ένα σώμα, η γεύση του ιδρώτα, οι χάρες και οι αναλογίες του, όλα συντελούν στην ικανοποίηση ενός αισθήματος τόσο φυσικού όσο και το αίσθημα της πείνας.
 

 

 

 

 

 

 
ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ του Δημήτρη Στεφανάκη (Περίληψη)
 
Το παράνομο ειδύλλιο που γεννά μια νύχτα πάθους του 1887 στο Οριάν Εξπρές θα διαρκέσει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι περίμεναν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του.  Ένας Έλληνας έμπορος όπλων και μια νεαρή Ισπανίδα δούκισσα  πορεύονται στο μεταίχμιο δύο αιώνων με φόντο συγκλονιστικά γεγονότα όπως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Μικρασιατική Καταστροφή.  Τον έρωτα αυτό προσπαθεί να φωτίσει πολλά χρόνια αργότερα, στο Παρίσι του 1939 ο νεαρός Γάλλος δημοσιογράφος Φιλίπ Τεμπό. Οι συναντήσεις με έναν αινιγματικό Ισπανό αναρχικό τον Μιγκέλ Θαραμπόν θα του αποκαλύψουν έναν κόσμο συνωμοσίας, παρασκηνιακής πολιτικής, κατασκοπείας και άνομου κέρδους. Η επίσημη Ιστορία εκτυλίσσεται σαν ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες, σαν ένα Φιλμ νουάρ όπου συμμετέχουν γνωστοί πολιτικοί, μεγιστάνες και κατάσκοποι. Από την άλλη πλευρά η καθημερινότητα των ανθρώπων διεκδικεί το δικό της μερίδιο. Έτσι ώστε κάποιες φορές τα πιο σημαντικά επεισόδια να φαντάζουν επινοήσεις της ανθρώπινης ψυχής που τα προκαλεί με την ασίγαστη δράση της.

Στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Μαδρίτη, στην Αγία Πετρούπολη, στο Μόντε Κάρλο και στην Κωνσταντινούπολη ο κοσμοπολιτισμός δείχνει το σκοτεινό του πρόσωπο…