Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Συλλαβίζοντας το Καλοκαίρι της Σοφίας Γερασοπούλου


Ένα μυθιστόρημα πρωτότυπο, μια ευρηματική αναφορά στο γάλλο, αλγερινής καταγωγής, συγγραφέα Αλμπέρ Καμύ. Ένας επιστήμονας, μ’ έναν μοναδικό τρόπο τον ξαναφέρνει στη ζωή, σαράντα χρόνια μετά το θάνατό του. Ο «άνθρωπος» Καμύ έρχεται στη Μύκονο, χωρίς το βάρος της δόξας και της αναγνωρισιμότητας που κουβαλούσε όταν ζούσε στο Παρίσι.
Στο νησί, ζει στιγμές αληθινές, στιγμές ευτυχίας, αγωνίας, ζήλιας, ψυχικής και σωματικής ευφορίας, στιγμές που όλοι «ανώνυμοι» και «επώνυμοι» μπορούν να ζήσουν. Και μήπως αυτό μετράει περισσότερο απ’ τη δόξα και ό,τι αυτή κουβαλάει μαζί της.
Η λέξη «καλοκαίρι» στα ελληνικά είναι μια λέξη πολυσύλλαβη σε σύγκριση με την αντίστοιχη γαλλική και για να μάθει κάποιος να τη λέει πρέπει πρώτα να τη συλλαβίσει. Η εποχή «καλοκαίρι» στην Ελλάδα είναι μια αρκετά μεγάλη χρονική περίοδος και για να ανακαλύψει κάποιος όλη της τη μαγεία πρέπει να τη βιώσει αργά, «συλλαβιστά».
Η δημοσιογράφος Αριάδνη, πρόσωπο που γνωρίζει ότι ο επισκέπτης του νησιού είναι ο νομπελίστας συγγραφέας Α. Καμύ, του ζητάει με επιμονή να τελειώσει το έργο του «Ο πρώτος άνθρωπος» που δεν ολοκλήρωσε όσο ζούσε γιατί τον πρόλαβε ο θάνατος. Του λέει πως απ’ όλα του τα έργα αυτό για εκείνη είναι το καλύτερο και ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάρει την τελική του μορφή. Ο Καμύ δεν ανταποκρίνεται στο επίμονο αίτημά της να τελειώσει το βιβλίο, η ολοκλήρωση όμως γίνεται με τη ζωή του στη Μύκονο , με τα συναισθήματά του, με τη λατρεία του ελληνικού καλοκαιριού, με τον έρωτά του για την Αριάδνη, αμοιβαίο εξάλλου.
Ο συγγραφέας βρίσκει τρόπο μέσω του «αναστημένου Καμύ» να εκφράσει τις θέσεις του και τις απόψεις του για τη ζωή, τον έρωτα, το θάνατο, την κοινωνία, την Τέχνη, θέσεις που ίσως τις ξαναβρούμε σε επόμενα μυθιστορήματά του, εκφρασμένες από το στόμα κάποιων ηρώων του.
Απομυθοποίησε τον Καμύ από αγάπη γι’ αυτόν για να τον κάνει πιο προσιτό στους αναγνώστες του, σ’ εμάς, που βομβαρδιζόμαστε καθημερινά με κάθε τρόπο και μέσο, άμεσα και έμμεσα με το σλόγκαν ότι ήρθε το τέλος της ιστορίας.

Σοφία Γερασοπούλου.


Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Εξομολογήσεων συνέχεια 3η...

"Στην λογοτεχνία ο έρωτας και η επανάσταση είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος"

Εξομολόγηση ένατη
"Η μεγαλοφυΐα είναι μόχθος", λέει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Η αλήθεια αυτή ισχύει διπλά για τον μυθιστοριογράφο. Κι ο μόχθος αυτός δεν είναι το έργο που βλέπουμε. Είναι οι χιλιάδες ώρες που ξοδεύτηκαν στα πιο απίθανα πράγματα - το αθέατο έργο. Αυτό δεν μπορεί να αποτιμηθεί, μόνο ο συγγραφέας το γνωρίζει. Κανείς δεν θα το εκτιμήσει ούτε θα το αποθεώσει. Το ερώτημα είναι πόσοι έχουν να επιδείξουν ένα τέτοιο αθέατο έργο...
Εξομολόγηση δέκατη: (Με αφορμή το "Πολιτικό ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ'" του Γιάννη Κεσσόπουλου).
"Κάθε συγγραφέας έχει την πολιτική του πλευρά που αν την αφαιρέσεις δεν μένει τίποτε απ' αυτόν", λέει ο Σύριλ Κόνολυ κι έχει δίκιο. Η ίδια η λογοτεχνία είναι πολιτική πράξη στο βαθμό που συνιστά διαμαρτυρία για τα κακώς κείμενα. Αντίθετα απ΄ ό,τι πιστεύουν συχνά οι αναγνώστες, την δυστυχία των ανθρώπων δεν την επινόησαν οι συγγραφείς αλλά οι ισχυροί αυτού του κόσμου.
Εξομολόγηση ενδέκατη: (Με αφορμή το "ερωτικό φιλμ νουάρ" της Φανής Ματσινοπούλου)
Δεν είναι τυχαίο ότι έδωσα στο πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος τον τίτλο "Ας είναι ο έρωτας αυτός η επανάστασή μου". Στην λογοτεχνία ο έρωτας και η επανάσταση είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όσο κι αν ψάξετε δεν θα βρείτε πιο επαναστατικά κείμενα από τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα του Σαίξπηρ και από την Άννα Καρένινα του Τολστόι. Μόνο η αλληγορία μας εμποδίζει να το αντιληφθούμε αυτό. Ο αντάρτης έρωτας λοιδορεί τις κοινωνικές συμβάσεις και ανατρέπει την μακαριότητα των κρατούντων. Αντιστρέφοντας την πρόταση θα μπορούσαμε να πούμε: Δεν υπάρχει τίποτε πιο ερωτικό από μια επανάσταση...
Εξομολόγηση δωδέκατη:
Η ανεύρεση της αλήθειας είναι εντέλει η ύψιστη αποστολη της λογοτεχνίας. Αυτό το γνωρίζουμε. Μόνο που η αλήθεια κάθε εποχής είναι διαφορετική. Η ζωή μας αλλάζει θεαματικά και η δικαιοσύνη του θανάτου καταργεί προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες, ηθικές αγκυλώσεις κι αδικίες πάσης φύσεως. Στην ουσία πρέπει να επινοούμε κάθε φορά μια νέα αλήθεια.

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

ΕΛΥΤΗΣ: Ο τελευταίος εθνικός ποιητής


Οδυσσέας Ελύτης
Πράξη πρώτη

Διονύσιος Σολωμός
«Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει». Αυτός ο φαινομενικά πομπώδης στίχος, σμιλεμένος με την αρτιότητα αρχαιοελληνικού λόγου, προαναγγέλλει το  σημαντικότερο πνευματικό επίτευγμα της νεώτερης Ελλάδας, την ποίηση της. Είναι η στιγμή που ωριμάζει μια εξέχουσα ποιητική συνείδηση, ο ιταλοθρεμμένος Κόμης Διονύσιος Σολωμός. Προικισμένος με μια ισχυρή ελληνόφωνη φλέβα θα μαγευτεί από την προοπτική της ελληνικής εθνεγερσίας  και θα θέσει την τέχνη του στην υπόθεση της αναγέννησης του έθνους. Σαν κοραϊκή καταβολάδα θα αστράψει στον πολεμόχαρο ουρανό της επαναστατημένης Ελλάδας και εκμεταλλευόμενος την ποιητική προφορική παράδοση της ελληνικής γλώσσας, θα θέσει τις βάσεις για αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε, με κάποια δόση εθνικής αυταρέσκειας, θαύμα της ελληνικής ποίησης του εικοστού αιώνα. 
Σπυρίδων Τρικούπης
            Κρίσιμη αφετηρία, σύμφωνα με την ιστορική μαρτυρία, αποτέλεσαν οι παροτρύνσεις του Σπυρίδωνα Τρικούπη. Η σχέση του επαναστάτη και μετέπειτα πολιτικού με τον Σολωμό επιτάχυναν τις εσωτερικές ζυμώσεις της Ποιητικής του, καθορίζοντας τον στόχο της που δεν θα έπρεπε να είναι άλλος από την «θεμελίωση νέας φιλολογίας εις την Ελλάδα». Ο επτανήσιος λογοτέχνης εγκαταλείπει το όνειρό του «να λάβει μίαν λαμπρή θέση στον Ιταλικό Παρνασσό»,  μπροστά στη μοναδική προοπτική να γίνει ο γενάρχης των νεοελληνικών γραμμάτων. Ακολουθεί η κοπιαστική μελέτη της μητρικής του γλώσσας, που τον επόμενο κιόλας χρόνο δίνει καρπούς ανέλπιστα υψηλούς. Ο τροχαϊκός, κατακλυσμιαίος Ύμνος εις την Ελευθερίαν, με τις τετράστιχες στροφές – λες και γεννιούνται η μία μέσα από την άλλη– δεν διέπεται από «χυδαία γλώσσα» και «εσφαλμένη στιχουργία», όπως παραπονείται ο κύκλος των σχολαστικών της εποχής του.
 Είναι η σύνθεση που δίνει μια πρώτη γεύση των Σολωμικών προθέσεων και ικανοτήτων: Ιστορική αναδρομή, πάθος για ελευθερία και εθνική αναγέννηση, λανθάνουσες διπλωματικές κινήσεις με έμμεση έκκληση των μεγάλων δυνάμεων που προσωποποιούνται ως «εικόνες του Θεού» ή ως «Βασιλείς», στις οποίες υποβάλλει το δραματικό ερώτημα, «Δεν ακούτε; Τι θα κάνετε;» και απευθύνει το κάλεσμα «Ελάτε, ελάτε». Επιπλέον το πολύστροφο ποίημα είναι έτσι  μαστορικά καμωμένο, ώστε να προσφέρεται για εύκολη αποστήθιση. Ο Σολωμός παραμένει ακόμα και σήμερα ο μοναδικός ποιητής,  του οποίου ολόκληρες  στροφές ή μεμονωμένους στίχους γνωρίζουν ανεξαιρέτως όλοι οι Έλληνες – κι αυτό βέβαια δεν είναι παρά μια διαρκής σύμβαση με την ποιητική αθανασία.

Λόρδος Μπάυρον
Ακολουθεί η Ωδή στον Λόρδο Μπάυρον, δομημένη με την ίδια λογική. Στη ουσία πρόκειται για δίδυμους ύμνους, με ελεγειακό κλίμα, και αν στην πρώτη περίπτωση ο ποιητής υμνεί την ελευθερία, στην δεύτερη θρηνεί για την επίταξη του ταλέντου του από την πατρίδα, παραλληλίζοντας την αυτοθυσία ενός λαμπρού φιλέλληνα ποιητή με την δική του αυτοθυσία. Εξαρχής συνειδητοποιεί ότι ακολουθεί το συλλογικό μονοπάτι που δεν είναι ακριβώς ό,τι επιθυμεί η ποιητική ψυχή του. Γνωρίζει ότι δημιουργεί μια στρατευμένη τέχνη, που θα παραμείνει στρατευμένη για αρκετές δεκαετίες, αφού έτσι επιβάλλουν οι ανάγκες του έθνους. Έχει παροχετεύσει τη φλέβα του σε δρόμους πανεθνικούς, γι αυτό και δεν θεωρεί απαραίτητη την ενεργή συμμετοχή του στο επαναστατικό όραμα των Ελλήνων. Θεωρεί, και μάλλον ορθά,  ότι έχει ήδη προσφέρει πολλά στον τόπο.
Η προσφορά του αυτή θα ολοκληρωθεί με το τρίπτυχο της ωριμότητάς του, τον Κρητικό, τον Πόρφυρα  και τους Ελεύθερους Πολιορκημένους ημιτελή έργα και τα τρία, γεγονός που για πολλούς καταδεικνύει την ετερογλωσσία του γενάρχη της νεοελληνικής ποίησης, και την βασανιστική δοκιμασία του στην σύνθεση των ποιημάτων του.
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι σίγουρα το Σολωμικό αριστούργημα, δείγμα απαράμιλλης ποιητικής γεωμετρίας, που αποτελείται από τρία σχεδιάσματα γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Εδώ διασταυρώνονται τα μείζονα πάθη του Σολωμού: η ποιητική του δοκιμασία, οι φιλοσοφικές του καταβολές, οι εθνικοί οραματισμοί του. Από συνθετική άποψη η ημιτελής φόρμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων είναι μια ανοιχτή πρόσκληση για τους μεταγενέστερους, και θα μπορούσε κανείς να πει ότι ολοκληρώνεται όχι μόνο από έργα όπως οι Σκλάβοι πολιορκημένοι του Βάρναλη, αλλά από έπη με εθνικό ή κοινωνικό χαρακτήρα όπως το Άξιον Εστί ή ο Επιτάφιος. Ο δημιουργικός διάλογος που ανοίγει ο Σολωμός με τους επερχόμενους ποιητές βρίσκει συνομιλητές στο πρόσωπο του Ελύτη και του Ρίτσου κι ο καθένας από τους δύο απαντά στα Σολωμικά ερωτήματα από την πλευρά τόσο του εθνικού όσο και του κοινωνικού αγώνα.


Ηχήστε οι σάλπιγγες!


Κωστής παλαμάς
Αν η γενιά του ’30 είναι ταυτισμένη με τον Γιώργο Σεφέρη, η γενιά του 1880 δεν μπορεί παρά να έχει ως πρώτο τη τάξει τον Κωστή Παλαμά, η αφοσίωση του οποίου στο Σολωμικό ιδεώδες της επιταγμένης ποίησης τον χρίζει δικαιωματικά δεύτερο εθνικό ποιητή. Το γεγονός ότι σήμερα κάποιοι προσπαθούν με κάθε μέσο να διατηρήσουν την παλαμική μούσα στο βάθρο του  λαμπρού της παρελθόντος δεν αίρει την αξία του έργου και της προσωπικότητας του Παλαμά. Κεντρική φυσιογνωμία της Νέας Αθηναϊκής σχολής, συμβάλλει όσο κανείς στην απαλλαγή της ποίησης από την κομψευόμενη καθαρεύουσα και τον νοσηρό ρομαντισμό. Αν η πόλη του Καβάφη είναι η Αλεξάνδρεια, πόλη του Παλαμά δεν είναι η Αθήνα αλλά η Κωνσταντινούπολη, η πτώση της οποίας σηματοδοτεί ένα παρελθόν για το οποίο ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να ολοφύρεται μέσα από μεγαλειώδεις συνθέσεις όπως ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου» ή «η Φλογέρα του βασιλιά». Ακούγεται αντιφατικό, είναι όμως σχεδόν σίγουρο πως ο Παλαμάς και οι συνοδοιπόροι του επέσπευσαν τις εξελίξεις στην Ελληνική ποίηση, αναδεικνύοντας  από τη μία την Επτανησιακή σχολή και αποκαθηλώνοντάς την από την άλλη.  Η προσκόλλησή τους στο ποιητικό «εμείς» συσπείρωσε ποιητές της επόμενης γενιάς οι οποίοι γύρισαν την πλάτη στο ένδοξο παρελθόν. Άλλωστε οι ελληνορθόδοξες ποιητικές ιαχές φάνταζαν μάλλον μακάβριες με φόντο την μικρασιατική καταστροφή.
Κώστας Καρυωτάκης
 Είχε έρθει η ώρα του Κώστα Καρυωτάκη που η νοσηρή γοητεία  της ποίησής του ανοίγει απρόσμενα καινούργιους δρόμους. Στο μεταξύ, όμως, η γενιά του 1880 είχε ήδη προσφέρει ισχυρό αντέρεισμα στις επάλξεις της ελληνικής λογοτεχνίας προτού παγιωθεί σε αυτό που σήμερα φαντάζει ως μια εκδοχή της ποίησης κατάλληλη κυρίως για σχολικά εγχειρίδια. Οι υπόλοιποι Παρνασσιστές   όπως ο Δροσίνης,  ο Ι. Γρυπάρης και ο Μ. Μαλακάσης  επιβεβαίωσαν τις Παλαμικές ανησυχίες, αλλά ο δορυφορικός τους ρόλος γύρω από τον Παλαμά, δεν τους επέτρεψε να αναπτύξουν επαρκώς τη δική τους φωνή, μένοντας μάλλον στη σκιά του μεγάλου ποιητή. 
Ο Παλαμάς συνομιλεί με τους Παρνασσιστές 
Για παράδειγμα, οι μεταφραστικές ανδραγαθίες του Γρυπάρη στην αρχαία ελληνική γραμματεία υπερβαίνουν κατά πολύ την μοναδική ποιητική συλλογή του Σκαραβαίοι και Τερακότες. Αλλά και οι  συμβολιστές όπως  ο Χατζόπουλος και ο Λάμπρος Πορφύρας δεν καταφέρνουν με το έργο τους παρά να ενταχθούν στη σχολική εκδοχή περί ποίησης. Στα στενά όρια της επαρχιακής Ελλάδας δεν ήταν δυνατόν να οικοδομηθούν φιλόδοξες ποιητικές συνθέσεις ακόμα και από μια διάνοια του ύφους και της αξίας του Παλαμά. «Ο Ακρίτας είμαι χάροντα/ δεν περνώ με τα χρόνια/ μ’ άγγιξες και δε μ’ ένιωσες/ στα μαρμαρένια αλώνια;» Στίχοι όπως αυτοί οδηγούν κατευθείαν στον πυρήνα της πεποίθησης του δημιουργού για την διαχρονική σημασία του έργου του. Δυστυχώς όμως οι εξελίξεις διέψευσαν τον ποιητικό μεγαλοϊδεατισμό του Παλαμά. Η λήθη του χρόνου αφήνει μια λεπτή ειρωνεία να συνηχεί μαζί με τα μέτρα και τις ρίμες ενός έργου επιβλητικού από κάθε άποψη.
Η παράδοση της ελληνοκεντρικής ποίησης, έτσι όπως την όρισε ο Σολωμός με την διατράνωση του «εμείς», έμελλε να αμφισβητηθεί σοβαρά από τους «αντάρτες» ποιητές που έδρασαν έξω από τη συντεταγμένη λογική των σχολών, στο διάστημα μεταξύ της γενιάς του 1880 και εκείνης του ’30. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι από τις τέσσερις μείζονες φυσιογνωμίες που δέσποσαν σε αυτή την γόνιμη περίοδο, μόνο ο ένας εγκολπώθηκε τη Σολωμική βίβλο. Ο Άγγελος Σικελιανός επέλεξε να αποχαιρετήσει τον Παλαμά με ένα βροντερό προσκλητήριο ποιητικής νομιμοφροσύνης:
«Ηχήστε οι σάλπιγγες ...Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…
Βογγήστε, τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!»

»Σε αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!…»

Στροφή
Γιώργος Σεφέρης
 Μετά το Καβαφικό αντάρτικο και την Καρυωτακική εξέγερση του «ποιητικού εγώ» που κλονίζουν συθέμελα το συμπαγές εθνοκεντρικό οικοδόμημα της νεοελληνικής ποίησης, ο ερχομός του Γιώργου Σεφέρη θα επαναφέρει την ηρεμία στις τάξεις των ποιητών.
 Οι ετερόκλιτες φωνές από τον Σολωμό ως τον Παλαμά και από τον Κάλβο μέχρι τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη, θα συναιρεθούν κατά τρόπο ιδανικό στο πρόσωπο του νέου λογοτέχνη, ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ακολουθήσει καριέρα πεζογράφου. Ο τίτλος Στροφή  που έδωσε ο Γιώργος Σεφέρης στην πρώτη του ποιητική συλλογή δεν προαναγγέλλει μόνο την ανανέωση του ποιητικού λόγου στη χώρα μας, αλλά υπογραμμίζει και την προσωπική του απόφασή να στραφεί στην ποίηση   σε πείσμα της γλωσσικής του νηφαλιότητας – χαρακτηριστικό καθαρόαιμου πεζογράφου.  Δεν είναι δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς αυτή την επιλογή. 
Ο Σεφέρης,  ως γνήσιος διπλωμάτης, έμαθε από νωρίς να διαπραγματεύεται σκληρά με τη γλώσσα και την παράδοσή της, την οποία μελέτησε εξαντλητικά. Στις Δοκιμές του  γίνεται σαφές πως έχουμε να κάνουμε με ένα κατεξοχήν ανατόμο της λογοτεχνικής πραγματικότητας. Εξίσου σαφές είναι το γεγονός ότι ο Σεφέρης αναζητά ως προαπαιτούμενο ένα ισχυρό εφαλτήριο προκειμένου να αναπτύξει την προσωπική του τέχνη.
Ήδη στην τρίτη στροφή της Άρνησης επιχειρεί έναν απολογισμό της νεοελληνικής ποίησης και διακηρύσσει την πρόθεση του για αλλαγή πλεύσης:
 «Με τι καρδιά, με τι πνοή,
Τι πόθους και τι πάθος,
Πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
Κι αλλάξαμε ζωή»
Πρόκειται για ήπια καταγγελία της παθιασμένης, γεμάτης μεγάλες ιδέες και προσδοκίες σχέσης των προκατόχων του με τη γλώσσα. 
Το ζήτημα ξεκαθαρίζεται εντελώς  στο ύστερο ποίημα Ένας γέροντας στην ακροποταμιά:
«… και τη τέχνη μας την στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματά το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά».
Ο εξορκισμός της ποιητικής χλιδής του Παλαμισμού είναι πλέον γεγονός. Η μοντέρνα ποίηση κατά τον Σεφέρη διαθέτει την εσωστρέφεια του Καρυωτάκη και την απέριττη γλωσσική σοφία του Καβάφη. Πάνω από όλα όμως είναι μια ποίηση τολμηρή, συμβολική, βασίζεται στον συνειρμό και στα νοηματικά  χάσματα τα οποία καλείται ο ίδιος ο αναγνώστης να καλύψει όχι   με την εγκεφαλική αλλά με την συναισθηματική του νόηση.  Οι καινοτομίες του Σεφέρη έχουν ως αφετηρία τους την ποιητική του Πωλ Βαλερύ και την θεωρία της «καθαρής ποίησης», στη συνέχεια όμως λαμβάνουν τον χαρακτήρα νεωτερικής γραφής που έχει ως φόντο τον μοντερνισμό και την δημιουργική εξοικείωση του με τον Τ.Σ. Έλιοτ.
Ωστόσο κάθε πατριαρχική μορφή στην τέχνη εκφράζει κυρίως πολιτικές συνιστώσες. Η φωνή της σεφερικής ποίησης είναι άλλοτε προσωπική και άλλοτε συλλογική, σε ένα πλαίσιο όπου το εγώ και το εμείς εναλλάσσονται συνεχώς. Στην περίπτωση του Σεφέρη ξαναζούμε μεγαλεπήβολα οράματα. Ο ίδιος δεν αποποιείται το ένδοξο ιστορικό παρελθόν. Γίνεται μάλιστα ο διαμεσολαβητής στην ανοικτή συνομιλία της ελληνικής παράδοσης με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία.
Δεν αποποιείται όμως ούτε και την πεζογραφική του κλίση. Αποτελεί ειρωνεία της τύχης το γεγονός ότι η ποιητική συλλογή του που χαρακτηρίστηκε μεταίχμιο για την νεοελληνική μούσα φέρει  τον εμβληματικό τίτλο Μυθιστόρημα. Ο δημιουργός της  προσπάθησε στην πρώτη έκδοση να αιτιολογήσει την ασυνήθιστη αναφορά: «…γιατί προσπάθησα να εκφράσω, με κάποιον ειρμό, μια κατάσταση τόσο ανεξάρτητη από μένα όσο και τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος».  Αυτό σημαίνει ότι κατατρυχόταν από ενός είδους ενοχή για τον πεζογραφικό αλληθωρισμό του. Την ίδια ενοχή αναγιγνώσκουμε στη μεταθανάτια έκδοση του μοναδικού, έστω και ημιτελούς,  μυθιστορήματος του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη. Με τα έργα της ωριμότητάς του, Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄, Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄, Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄, ο Σεφέρης συνθέτει με συνέπεια μια ατμόσφαιρα λιτή, μεσογειακή, εμπνευσμένη από  μύθους και αινιγματικές ανατροπές. Οι στίχοι του σιβυλλικοί θυμίζουν συχνά δελφικούς χρησμούς. Ο ίδιος ο ποιητής μοιάζει πια με τυφλό γέροντα που εμπιστεύεται μόνο την αφή του.

Η λογοτεχνική κριτική στη μεταπολίτευση δικαίωσε τον Σεφέρη και τον έχρισε εθνικό ποιητή, μετά τον Σολωμό και τον Παλαμά. Μέχρι τότε ορισμένοι φιλολογικοί κύκλοι με την απλουστευτική αυθαιρεσία που τους διακρίνει, επιχείρησαν συχνά να κατατεμαχίσουν το έργο του σε περιόδους επιρροής από συγκεκριμένους δημιουργούς και λογοτεχνικά ρεύματα, χαρακτηρίζοντας εμμέσως την Ποιητική του ως κακέκτυπο. Η αλήθεια, ωστόσο,  είναι ότι ο Σεφέρης δεν «μετέφρασε» την ευρωπαϊκή πρωτοπορία της εποχής του στα ελληνικά, όπως άδικα του προσάπτουν οι άσπονδοι φίλοι του. Η συνομιλία του με ποιητές όπως ο Βαλερύ και ο Έλιοτ έλαβε χώρα στο πλαίσιο ενός λογοτεχνικού κοσμοπολιτισμού. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο Σεφέρης υπήρξε παιδί του μεσογειακού διεθνισμού, παιδί της μητροπολιτικής Σμύρνης, όπου οι πολιτισμικές  επιρροές της Ευρώπης έφθαναν παρακάμπτοντας τον Ελλαδικό επαρχιωτισμό.   Η ιστορία της Μεσογείου δραματοποιείται στους στίχους του ποιητή, αποτελώντας τον ακρογωνιαίο λίθο της ποίησής του. Ο ίδιος ανήκει σε μια διεθνική αριστοκρατία  η οποία μετακινείται από μητρόπολη σε μητρόπολη πλουτίζοντας στο όνομα του εμπορίου και των ναυτικών αυτοκρατοριών. Μεταπολεμικά, ωστόσο, παρόμοιες πολιτικοκοινωνικές καταβολές παραπέμπουν σε κάτι παρωχημένο, καθώς το επαναστατικό όραμα του νέου κόσμου δεν συναινεί στην λογική μιας ανώτερης, ραφινάτης κάστας που θεάται την καθημερινότητα  με το γούστο φιλότεχνου. 
χειρόγραφα Γιώργου Σεφέρη
Η εκλαϊκευμένη κουλτούρα φωτίζει υψηλά πρόσωπα της τέχνης, όπως ο Σεφέρης, με τρόπο αυθαίρετο. Η σκιώδης πλευρά του απορροφά εικασίες που αμφισβητούν την πρωτοτυπία του έργου του ή εντοπίζουν υστεροβουλία στις κινήσεις του ως διπλωμάτη οι οποίες,  σύμφωνα με ορισμένους, συναρτώνται με τιμητικές διακρίσεις προς το πρόσωπό του ως λογοτέχνη.  «…Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη», είναι η απάντηση που δίνει ο ίδιος σε όλους αυτούς με τον ακροτελεύτιο στίχο ενός ποιήματος από το Μυθιστόρημα. Ίσως πάλι είναι μεγάλη πέτρα ο φθόνος τους και κατά τον Σεφέρη «… βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες».


Άξιον Εστί


Απέναντι στον νηφάλιο υποβολέα της σεφερικής ποίησης οι στίχοι του Οδυσσέα Ελύτη μοιάζουν εφηβικές δοκιμές. Ο έτερος νομπελίστας μας θυμίζει διαρκώς ένα νέο άντρα που ατενίζει εκστασιασμένος  γύρω του αυτό που στην συνείδησή του καταγράφεται ως « ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!» Δεν αρκείται να ψαύει τα σημάδια του, τον διερευνά μέσω της κυρίαρχης αίσθησης, της όρασης. Το κυκλώπειο μάτι της έμπνευσής του διατηρεί μέχρι τέλους τον ζήλο και την αφέλεια της καλλιτεχνικής νεότητας. Ο ποιητής δεν διστάζει να ομολογήσει: «Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα/ Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα».
 Οι υπερρεαλιστικές καταβολές της ποίησης του Ελύτη γίνονται φανερές στην απεικονιστική χρήση των λέξεων. Στον πυρήνα της  δρα ένας αθέατος ζωγράφος που αρέσκεται να παίζει με τα χρώματα και τους χτυπητούς συνειρμούς. Αναδιφά τα κοσμικά αρχέτυπα και αναδεικνύει την εξέγερση του ήλιου, την αυταρέσκεια της θάλασσας, τη στωικότητα του βράχου. Η τέχνη του προβάλλει σαν «γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της/ και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή ανεξάντλητη». 
Έργο του Γ. Τσαρούχη
που κοσμεί το βιβλίο Προσανατολισμοί,
εκδ. Ικαρος
Στην ποιητική συλλογή του Προσανατολισμοί θα μας χαρίσει στίχους απίστευτης γενναιότητας με διασημότερο ίσως εκείνο που αναιρεί την δεδομένη αισιοδοξία του: «Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι»· στον Ήλιο τον Πρώτο θα αναζητήσει «Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα/ …πίνοντας ήλιο κορινθιακό/ διαβάζοντας  τα μάρμαρα»· την Ελλάδα που στα Ετεροθαλή του αποκαλύπτεται ταπεινά μέσα από μια σκηνή σαν κι αυτή:
«Από σύρμα που άξαφνα έσυρνε φωτιά/ στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες/ στρίβοντας/ ένα τραμ/ εστρίγγλιζε/»·  την Ελλάδα που στον Μικρό Ναυτίλο εμπνέεται «με νερά της Ελένης και με λόγια/ χαμένα μες στα λεξικά της Ατλαντίδας»· την Ελλάδα που εμπερικλείεται στα λόγια της Μαρίας Νεφέλης: «Όσο υπάρχουν Αχαιοί θα υπάρχει μια ωραία Ελένη».
«Τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου», δηλώνει ο Βιττγκενστάιν.
έργο του Οδυσσέα Ελύτη
«Τη γλώσσα, μού έδωσαν ελληνική/ το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου /Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου», απαντά ο Ελύτης.             Στα  χέρια του η γλώσσα γίνεται εργαλείο προσωπικό και εθνικό συνάμα κι ίσως ο ασφαλέστερος τρόπος για να αντιλαμβάνεται μέσω αυτής την ελληνικότητά του. Αν μπορούσαμε να εφαρμόσουμε κάποιο μαθηματικό τύπο στην ακολουθία των λέξεων, θα φτάναμε χωρίς αμφιβολία στο συμπέρασμα ότι «Ελλάδα είναι η γλώσσα». Ο ποιητής χρησιμοποιώντας τα «ανώτερα μαθηματικά» του που τα έκανε, καθώς μας λέει, στο Σχολείο της Θάλασσας, υπολογίζει ότι «εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι, κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις». Νότα αισιοδοξίας σε μια εποχή που η ίδια η ιδέα της Ελλάδας μοιάζει να απειλείται από γιγαντόσωμους οικονομικά εισβολείς. Ούτως ή άλλως η γενναία φάρα των ποιητών που δαμάζει τον Λεβιάθαν της γλώσσας, δύσκολα πτοείται.
έργο του Οδυσσέα Ελύτη
Προεκτείνοντας ο Ελύτης τον ελληνοκεντρισμό του στον πεζό λόγο διαπιστώνει ότι: «Έλληνας σημαίνει να αισθάνεσαι και ν’ αντιδράς κατά έναν ορισμένο τρόπο, τίποτε άλλο», ή ότι «η Ελλάδα, έχω καταλήξει από καιρό σ’ αυτό το συμπέρασμα,  είναι μια συγκεκριμένη αίσθηση» ή ακόμα ότι «το φως κι η ιστορία στην Ελλάδα, είναι ένα και το ίδιο πράγμα». Ο ποιητής δεν είναι ένας τυχαίος χειριστής αυτού του φωτός και της ιστορίας. Η ηρακλίτεια φλέβα της ποίησής του βυθομετρεί τον αιώνα του πνεύματος και αντλεί έμπνευση από αγλαά επεισόδια της ελληνικής ψυχής. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος γίνεται «Αυτός ο τελευταίος Έλληνας!»

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη
 Αυτός ο παντεπόπτης του Αιγαίου αγναντεύει το πέλαγος με την πεποίθηση κυρίου: «Την εποχή που μου δόθηκε πρώτη φορά η ευκαιρία να βρεθώ στο κατάστρωμα ενός πλοίου, διασχίζοντας τα νότια της Σαντορίνης, είχα το αίσθημα ενός γαιοκτήμονα που κάνει αναγνώριση των πατρογονικών του εν όψει κάποιας κληρονομίας». Και στο τέλος παραδέχεται πως η ελληνική γλώσσα είναι που εξηγεί «για ποιο λόγο οι Έλληνες ποιητές, αδιάφορο σε ποια γενιά ή εποχή ανήκουν, ασχολούνται πάντοτε με τον τόπο τους».

Όμως οι ανδραγαθίες του Ελύτη δεν σταματούν εδώ. Επωμιζόμενος τη «δίκαιη λύρα» του γενάρχη Σολωμού, δέχεται την ανοικτή πρόκληση που απευθύνει ο Ζακυνθινός στους επιγόνους του και απαντά αναλόγως με το αριστουργηματικό Άξιον Εστί. Το έργο αυτό εμπνευσμένο από την ίδια πειραματική διάθεση, από την ίδια ευφάνταστη αρχιτεκτονική αναδεικνύεται σε πανάξιο κλώνο των Ελεύθερων Πολιορκημένων. 
Ο δημιουργός  του σε μια ατμόσφαιρα πνευματικού εκκλησιασμού ολοκληρώνει μεμιάς το Σολωμικό όραμα, προσδίδοντας νέο περιεχόμενο στον όρο εθνικό έπος. Το «εμείς» του Ελύτη δεν απαλλοτριώνει αναγκαστικά το ποιητικό του εγώ. Ο πατριωτικός οίστρος δεν εξοστρακίζει τη λυρική διάθεση. Η εκκλησιαστική παράδοση επιστρατεύεται εδώ ως εύρημα και το ιστορικό παρελθόν του ελληνισμού κάθε άλλο παρά καταδυναστεύει το παρόν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο Ελύτης ερμήνευσε τα Σολωμικά θέσφατα με ορθολογικό τρόπο και έβαλε τέρμα σε ένα αιώνα ποιητικής παρανόησης. Επανακαθόρισε τους στόχους της νεοελληνικής ποίησης, χειραφετώντας την επιτέλους από την μεγαλοϊδεατική της πλάνη. Για τον λόγο αυτό αναγορεύεται δίκαια εθνικός ποιητής, τέταρτος στη σειρά μετά τον Σολωμό, τον Παλαμά και τον Σεφέρη.
Ο Οδυσσέας Ελύτης φωτογραφημένος
από τον Ανδρέα Εμπειρίκο
Είναι αλήθεια πως ο Ελύτης, σε αντίθεση με τον Σεφέρη, παρέμεινε πάντα ένας εξεγερμένος έφηβος, και δεν διατήρησε σε όλες τις στιγμές την νηφαλιότητα και την ποιότητα που θα ανέμενε κανείς από έναν ποιητή του αναστήματός του. Συχνά με αδόκιμες εξόδους αναιρεί τις υποσχέσεις που δίνει κάποτε στην αρχή των ποιημάτων του. Οτιδήποτε μπορεί να προσάψει κανείς σ’ αυτό τον αμετανόητο πειραματιστή, αρκεί να παραδεχθεί τη μέγιστη αρετή των στίχων του: παραμένουν πάντοτε αγέραστοι, σηματοδοτώντας ίσως μαζί με το έργο του Σολωμού,  την πιο φρέσκια και αρυτίδωτη ποιητική παραγωγή που γνώρισε τούτος ο τόπος.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο λογοτεχνικό περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ, τεύχος 1, με την άδεια του οποίου αναδημοσιεύεται.






Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Με τον θάνατο του Έκτορα Κακναβάτου αισθάνεται κανείς ότι έκλεισε ο κύκλος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Στα χρόνια του μεσοπολέμου η δυσερμήνευτη βαρβαρότητα ενός κόσμου, που δεν είχε προλάβει να βγει από ένα πόλεμο κι έμπαινε σ’ έναν άλλο, προκαλούσε αμηχανία στην ευρωπαϊκή διανόηση. Το υπερρεαλιστικό παράδοξο ήρθε να αμφισβητήσει την αμεροληψία της κοινής λογικής αξιοποιώντας την ονειρική διάσταση όπως την όρισε ο φροϋδικός μεγαλοϊδεατισμός. 
Έτσι οικοδομήθηκε μια πίστη σε μια ανώτερη ζωή βασισμένη στην απρόθετη λειτουργία της σκέψης. Παρά τις αγαθές προθέσεις των υπερρεαλιστών ο κόσμος της πραγματικότητας ούτε για ερμηνεία προσφερόταν, ούτε επιδεχόταν βελτίωση. Το ανατρεπτικό όραμα τους δεν επιβεβαιώθηκε στην πράξη έστω κι αν η τέχνη πήρε προσωρινά την εκδίκησή της από ηθικές και αισθητικές προκαταλήψεις του παρελθόντος.
Όσοι γοητεύονται ακόμα και σήμερα από την υπερρεαλιστική εμπειρία, ας μην ξεχνούν πως παρόμοια κινήματα δεν θα εμφανίζονταν ποτέ εάν στον χώρο των αισθήσεων δεν ηγεμόνευε η όραση. Χαρακτηριστική στα καθ’ ημάς η περίπτωση Ελύτη. Στα χρόνια της ποιητικής του ενηλικίωσης κυριαρχούσε πια το δόγμα της μοντέρνας ποίησης που παρέκαμπτε την λογική αλληλουχία συμφιλιώνοντας έννοιες ασύμβατες Ο ποιητής το ασπάστηκε εξαρχής. Αντίθετα όμως από τον έτερο νομπελίστα, τον Γιώργο Σεφέρη, δεν αρκέστηκε στην σιβυλλική αίσθηση της αφής. Ο μυστικιστικός συμβολισμός του Σεφέρη, ο οποίος επιμένει να ψαύει τα σημάδια αυτού του κόσμου, δεν θα μπορούσε να έχει θέση στην ποιητική του Ελύτη καθώς ο τελευταίος αντιλαμβανόταν πάντοτε τον κόσμο μέσω της κυρίαρχης αίσθησης. 
Οδυσσέας Ελύτης

Οι συλλογές του «Προσανατολισμοί» και «Ήλιος ο πρώτος» είναι το προανάκρουσμα του ελληνικού υπερρεαλισμού που έμελλε να διαρκέσει μέχρι τις μέρες μας. Στη συνέχεια και ύστερα από ένα διάλειμμα ποιητικής στράτευσης, κυρίως με το Άξιον Εστί, όπου ο ποιητής εξαργυρώνει αριστουργηματικά την ελληνικότητά του, επιστρέφει στον αισθησιασμό της ποιητικής του νεότητας και στη «μεταφυσική του φωτός». 
Δεν είναι παράξενο που ίδιος ο Ελύτης αρνήθηκε την υπερρεαλιστική επιγραφή στην ποίηση του. Έτσι θα έκανε κάθε δημιουργός προικισμένος με ταλέντο που μπορεί να συγκεράσει διαφορετικές τάσεις και ρεύματα. 
Οι υπερρεαλιστικές καταβολές του ωστόσο είναι εμφανείς στην απεικονιστική χρήση των λέξεων. Στον πυρήνα της δρα ένας αθέατος ζωγράφος που αρέσκεται να παίζει με τα χρώματα και τους χτυπητούς συνειρμούς. Αναδιφά τα κοσμικά αρχέτυπα και αναδεικνύει την εξέγερση του ήλιου, την αυταρέσκεια της θάλασσας, την ασκητική του βράχου. Η τέχνη του σπάζει τους κυβόλιθους της λογικής κι επιβάλλει μια προσωπική μυθολογία θύμα της οποίας είναι ακόμα κι ο ίδιος ο Θεός. Στα Ετεροθαλή του, σε μια από τις περιπτώσεις που παραδέχεται την ανάγκη μιας δεύτερης αίσθησης, γράφει: «Τον Θεό τον έπιανες μες στον αέρα/Μύριζε μέλισσα και χθεσινή βροχή βουνού». Στο σκηνικό ποίημα Μαρία Νεφέλη απευθύνεται σ’ Εκείνον λέγοντάς του: «Θε μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!» Ο Υπερρεαλισμός, αυτή η οργισμένη εφηβεία της ποίησης, δεν χαρίζεται σε κανένα ούτε καν στον Παντοδύναμο. Κι ο Ελύτης, όσο κι αν δεν το παραδέχεται, είναι υπερρεαλιστής, γιατί είναι ένας ποιητής που «βλέπει» τον κόσμο.

Με εξίσου λαίμαργα μάτια ατενίζουν τον ίδιο κόσμο δύο άλλοι έλληνες ποιητές άρρηκτα συνδεδεμένοι με το ίδιο κίνημα. Η περίπτωση Εγγονόπουλου, ο οποίος στις μέρες μας δείχνει να αποκτά όλο και περισσότερους λάτρεις του ύφους του, είναι νομίζω χαρακτηριστική. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σημασία μιας συλλογής όπως το Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν και το διεθνικό ύφος στίχων όπως «το στόμα της/ είναι σαν τον εμφύλιο πόλεμο (στην Ισπανία)», οφείλουμε να τονίσουμε την απεικαστική εκδοχή με την οποία ο κοσμοπολίτης αυτός ζωγράφος-ποιητής προτίμησε να οικοδομήσει την ποιητική του. Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής εμφορούνται από την ίδια διχαστική εμμονή με ενορατικές εξαιρέσεις του τύπου : « Είν’ η ψυχή μου συχνά/ ένα σοκάκι στη Μύκονο/ σαν αρχινάη να βραδιάζη». 
Όσο για το πολύστιχο Μπολιβάρ και την έμπνευση του Εγγονόπουλου να συνδέσει τον Οδυσσέα Ανδρούτσο με τον περιβόητο Νοτιοαμερικάνο επαναστάτη, η αλήθεια είναι ότι δίνει όντως οικουμενικό χρώμα στις ιδεολογικές επιδιώξεις του. 
Ν. Εγγονόπουλος

«Γι αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε η Έμπνευσις … Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ»
Ο Εγγονόπουλος δίνει συχνά την εντύπωση ότι «ζωγραφίζει» την ποίηση, ή καλύτερα γράφει σαν ζωγράφος και ζωγραφίζει σαν ποιητής. Τα ποιητικά σκίτσα που επιχειρεί αποτελούν διαμαρτυρία για τα κακώς κείμενα σε ένα κόσμο που ο ίδιος φρόντισε προηγουμένως να εξαερώσει με την συνειδητή αποστασιοποίησή του. Ίσως η αριστοτεχνική χαρακτική των λέξεων δεν καταφέρνει πάντοτε να δονήσει την «δίκαιη λύρα» της ποίησης. Το παράδοξο πάντως είναι ότι ο ίδιος απαλλαγμένος από τα πέδικλα της εθνοκεντρικής τέχνης, δεν κατορθώνει τα αναμενόμενα – σε αντίθεση ίσως με τον Ελύτη, ο οποίος διακηρύσσει τα εθνικά και πολιτικά του οράματα στις πιο ευτυχείς στιγμές της ποιητικής του δημιουργίας. 
Ανδρέας Εμπειρίκος

Ωστόσο ο άνθρωπος που συνέδεσε όσο κανένας άλλος το όνομά του με τον ελληνικό υπερρεαλισμό είναι εκείνος που διατύπωσε τον πιο ευφάνταστο ορισμό της τέχνης του –«Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου». Ο Ανδρέας Εμπειρίκος επέλεξε ένα διευρυμένο γλωσσικό τόξο για να αραδιάσει το συνειρμικό του παραλήρημα στο χαρτί. Η ποιητική του αποτέλεσε εντέλει ένα προσωπικό στοίχημα ύφους το οποίο φαίνεται να κέρδισε όχι μόνο χάρις στην όλβια γλώσσα του, αλλά και στην δεδομένη αφέλεια που αποπνέει το έργο του. Ο δημιουργός της Υψικαμίνου και της Ενδοχώρας θυμίζει Σαλβαντόρ Νταλί – μολονότι το δικό του μουστάκι δεν είναι τόσο εντυπωσιακό. Τα ποιητικά του ενύπνια βρίθουν από φιληδονία αλλά και πνευματική εγρήγορση. Θα έλεγε κανείς ότι ο Εμπειρίκος καταφέρνει να διατηρείται ακμαίος χάρις στις φαντασιώσεις του, που είναι τόσο ευφυείς όσο και εξεζητημένες.
Η εκκεντρικότητά του αποτυπώνεται στην γλωσσική του χλιδή: παίζει με τις λέξεις όπως ένας μανιώδης συλλέκτης με τα αντικείμενα της εμμονής του. Στην πραγματικότητα όμως η ποίησή του τέρπει τα φιλόμουσα ένστικτα του αναγνώστη, διαπλατύνοντας ταυτόχρονα τον φαντασιακό του ορίζοντα – «Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι». Υπάρχει μια τρυφερή φιλοσοφική διάθεση, ειδικά στην  Ενδοχώρα και μια παιγνιώδης εναλλαγή συμβόλων: «Όταν μονάζουμε σκεπτόμενοι μελλοντικά ταξίδια/ Ένα καράβι κάποτε περνά στην κάμαρά μας/ και γέρνουμε ν’ αναπαυθούμε στο κατάστρωμα». Η διάθεση αυτή ωριμάζει και πληρούται στην Οκτάνα, ίσως το πιο σημαντικό δημιούργημα του Εμπειρίκου. Το διατυμπανίζει άλλωστε και ο ίδιος στην αρχή της: «Όσο κι αν μένουν ανεκτέλεστα τα έργα… θα περιέχουν εν μέγα μυστήριο γιομάτο, ένα μυστήριο υπερπλήρες, χωρίς κενά και δίχως απουσίαν». Όμως το υπερρεαλιστικό του πιστεύω δεν του επιτρέπει να είναι πάντα το ίδιο ξεκάθαρος. «Κι ιδού που αλλάζουν οι καιροί/ τ’ αμπάρια των σουλτάνων είναι άδεια». Οι κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες που υποβόσκουν στο έργο του έχουν την κρυψίνοια του χρησμού.   «Κεραυνοβόλος ο έρωτας κι αμέσως πετάχθηκε ο καραβοκύρης … με σχέδια ενός νέου κατά της Τροίας πολέμου εις τον νου του». Σε ζητήματα τέχνης αντίθετα διαθέτει μια πρόδηλη εντιμότητα.  «Οι λέξεις όταν πέφτουν στο σώμα της νυκτός / μοιάζουν με καράβια που τις θάλασσες οργώνουν / με άνδρες που σπέρνουν και γυναίκες που μιλούν / μέσα στους ποππυσμούς των φιλημάτων».
Νίκος Γκάτσος
Επιστρέφοντας στον υπερρεαλιστικό χάρτη της νεοελληνικής ποίησης, συναντάμε την ιδιότυπη περίπτωση του Νίκου Γκάτσου. Ποιητής της μιας συλλογής έκλεισε με την ιδιοφυή Αμοργό του, η οποία εκδόθηκε το 1943, τον πρώτο κύκλο του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Στη συνέχεια κατάφερε να δημοσιεύσει μόλις τρία ποιήματα. Τα δύο από αυτά, το Ελεγείο (1946) και το Ιππότης και ο Θάνατος (1947) τα συμπεριέλαβε στην τρίτη έκδοση της Αμοργού, ενώ το τρίτο, το Τραγούδι του παλιού καιρού (1963) το αφιέρωσε στον Γιώργο Σεφέρη. Είναι σύνηθες να σιωπά ένας ποιητής σ’ αυτή την παράξενη τέχνη της μουσικής των λέξεων. Είναι επίσης βέβαιο ότι οι μεταφραστικές επιδόσεις του Γκάτσου αποτέλεσαν μια παρηγοριά για την ποιητική του παραίτηση. Ο απόηχος της Αμοργού άλλωστε θώπευε διαρκώς την προσωπική του αυταρέσκεια. «Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω», γράφει κάπου στο εξαμερές αυτό ποίημα ο Γκάτσος κι είναι ένας στίχος τον οποίο φαίνεται να απευθύνει στην ίδια την ποίηση, έτσι όπως θα μιλούσε ένας άπιστος εραστής στην αγαπημένη που πρόδωσε. 
Εντέλει, οι ποιητές που συνέπραξαν στο αντιηρωικό κλίμα της εποχής, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ελύτη, κατάφεραν να αντλήσουν εξίσου από το απόθεμα πρωτοπορίας και παράδοσης. 
Έκτωρ Κακναβάτος
Ο Έκτωρ Κακναβάτος ασπάστηκε πλήρως τα υπερρεαλιστικά οράματα καλλιεργώντας μια γλώσσα «ονειροθρεμμένη». Εξαρχής εμπνέεται στίχους όπως αυτός: «Εκτός από μονόλογος ο έρωτάς σου και ωτακουστής, έπεσε από το φορτηγό και άνοιξε όπως κιβώτιο». (Οδός Λαιστρυγόνων). Ο πολυπρισματικός κόσμος του ωστόσο χωρά κάποτε και απλές, μονολιθικές διαπιστώσεις: «Θυμήσου / Τίποτα δεν είναι πιο αληθινό από το / Ψέμα / Τίποτε πιο γενναίο που να παλεύει την / Αλήθεια». ( Η φωνή του). 
Ε.Χ. Γονατάς
Υπερρεαλιστικές καταβολές, χωρίς ωστόσο την συνέπεια του Κακναβάτου, φανερώνει και ο Ε.Χ. Γονατάς στην ποίησή του. Το απομυθοποιητικό σχήμα που υιοθετεί στα ποιήματά του λειτουργεί μόνο χάρη στην αυτόματη γραφή και στους στιχουργικούς συνειρμούς του. Επιπλέον σε στίχους όπως «είχε κρεμάσει μικρούς καθρέφτες πάνω στα δέντρα για να βλέπονται τα πουλιά», (Η κρύπτη),  επιτυγχάνει μια λεπτή ειρωνεία που ανταγωνίζεται σθεναρά την πραγματικότητα.
Παρόμοια είναι η εκκίνηση του Δ. Π. Παπαδίτσα. Εκκεντρικός ευπατρίδης της γλώσσας, επαφίεται αρχικά στον υπερρεαλισμό, ως μέσο καταγγελίας της κοινωνικής ανελευθερίας. Στη συνέχεια εκδηλώνει τάσεις συμφιλίωσης με τον κόσμο αναζητώντας να άρει τις αντιφάσεις του σύγχρονου πολιτισμού με ένα είδος θρησκευτικής πίστης. Στο προσωπικό ύφος που παγίωσε με τα χρόνια, ενυπάρχουν σαφή δείγματα συμβολισμού. Ο ίδιος φρόντισε να μας προειδοποιήσει για τις συνεχείς μεταλλάξεις του ήδη από το 1953: «Έτσι να φτάσω στην Κόρινθο, μισός άνθρωπος, μισός διαδρομή». (Περιπέτεια). 
Δ. Παπαδίτσας
Ευτυχώς για τον Παπαδίτσα όπως και για όλους τους άλλους η διαδρομή του Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα φαίνεται να ολοκληρώθηκε και μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο. Ακόμα κι αν η ποιητική δυναστεία των ελλήνων υπερρεαλιστών δείχνει να μην έχει διαδόχους, τα έργα και οι ημέρες τους θα συνεχίσουν να μας εμπνέουν ως μέρος μιας πρωτοπορίας που κράτησε ίσες αποστάσεις από τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό και την εγχώρια παράδοση. 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο Book's Journal

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Ο Μπαλζάκ πρωταγωνιστεί και στο Φιλμ νουάρ...


Ο πρωταγωνιστής του Φιλμ νουάρ, ο Βασίλειος Ζαχάροφ υπήρξε λάτρης και μανιώδης αναγνώστης του Μπαλζάκ, στην προσπάθειά του να "αποκωδικοποιήσει" κάθε φίλο ή συνεργάτη του. Είχε αντιληφθεί πως ο Γάλλος τα είχε πει όλα για τον άνθρωπο και πως
στο λογοτεχνικό του σύμπαν έβρισκες όλες τις εκδοχές της ανθρώπινης φύσης. Είχε μάλιστα θεσπίσει και το βραβείο Μπαλζάκ ως το αντίπαλο δέος του περίβλεπτου Γ...κονκούρ. Για Ντοστογιέφσκι αντίθετα δεν πρέπει να έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη. Ξέρουμε μόνο ότι όταν διέμενε στο ξενοδοχείο Europa της Αγίας Πετρούπολης έκλεινε πάντα την γωνιακή σουΐτα που χρησιμοποιούσε κι ο μεγάλος Ρώσος για να παρατηρεί τον κόσμο και να περιγράφει σκηνές στα κορυφαία μυθιστορήματά του... Αυτό μάλλον για να κάνει τη "φιγούρα" του και να παρουσιάζεται ως φιλότεχνος στους αφελείς πολιτικούς κύκλους της τσαρικής αριστοκρατίας...

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Το πολιτικό Φιλμ Νουάρ/ Γιάννης Κεσσόπουλος


Το κείμενο του Γιάννη Κεσσόπουλου αναδημοσιεύεται από το www.thinkfree.gr 


Ένα ταξίδι όπως κι ένα βιβλίο εξαρτώνται σε κρίσιμο βαθμό από τη ματιά του ταξιδιώτη και του αναγνώστη αντίστοιχα. Κατά τη δική μου ματιά, το “Φιλμ Νουάρ” του Δ. Στεφανάκη (εκδ. Ψυχογιός) είναι ένα πολιτικό βιβλίο για τους λόγους που εξηγώ παρακάτω.
Είναι από τις λίγες φορές που διαβάζοντας ένα βιβλίο, δεν ταυτίζεσαι με τον κεντρικό ήρωα αλλά με τον κεντρικό… κομπάρσο. Στο «Φιλμ Νουάρ» ο κεντρικός ήρωας Βασίλειος Ζαχάροφ παραμένει ψηλά στο συνειδησιακό βάθρο του αναγνώστη, ως ένα πρόσωπο που υπερβαίνει τα όρια του μέσου ανθρώπου. Είναι ο τύπος που –έστω καμιά φορά- πολύ θα ήθελες να είσαι αλλά ξέρεις ότι δεν είναι του χαρακτήρα σου… (κάτι σα τον Ρετσίνα του Μουρσελά στα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», πρέπει να το ‘χεις –ή σαν τον «Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ»). Το μεγάλο μυστικό του Β. Ζαχάροφ ήταν η καταγωγή του, κανείς δεν έπρεπε να ξέρει ποιος ακριβώς είναι, από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Ήταν τύπος του παρασκηνίου, με ελάχιστες κοσμικές εμφανίσεις και ακριβά γούστα. «…Ο Βασίλειος ήταν από εκείνους που σκηνοθετούν τη μοίρα. Δεν άφηνε ποτέ τίποτε στην τύχη». «Θυμάμαι που μου λέγατε να μη μιλώ πολύ και να στρέφω τη συζήτηση σε ευχάριστα αλλά άσχετα θέματα», η συμβουλή για να γίνει κανείς καλός πράκτορας. Ήταν ένα πρόσωπο που «φρόντιζε να μην υπάρχει», που φρόντιζε «να μη γίνεται ποτέ καλός στόχος». Αν ο Β. Ζαχάροφ δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο, προσωπικά δεν θα πίστευα ότι υπάρχουν πράγματι τέτοιοι τύποι και τέτοιες καταστάσεις γύρω μας [«Οι πεποιθήσεις, Φιλίπ, αγόρι μου, είναι για όλους εμάς που παραμένουμε μπροστά από τον καθρέφτη» (σελ. 192)].

Ως αναγνώστης, λοιπόν, ταυτίζεσαι σχεδόν αμέσως με τον νεαρό δημοσιογράφο Φιλίπ Τεμπό όχι για την επαγγελματική του ιδιότητα ούτε για τη σχέση του με τη μεγαλύτερή του Ζιζέλ, αλλά γιατί εκφράζει τις λογικές απορίες που έχεις κι εσύ. Γιατί κάνει τις ερωτήσεις που θα έκανε όποιος καθόταν στη θέση του (στο Cafe de la Paix του Παρισιού ή όπου αλλού) απέναντι από έναν χειμαρρώδη αφηγητή πραγμάτων τα οποία δεν τα ‘χεις ζήσει εσύ αλλά ο παππούς σου. Ο συγγραφέας, με τον τρόπο αυτό, σε βάζει αμέσως στο παιχνίδι της ανάγνωσης. Είμαστε όλοι, λοιπόν, εξαρχής ο Φιλίπ Τεμπό!

Διαβάζοντας το «Φιλμ Νουάρ» διαπιστώνεις ότι εκτός από πολύ βασικά στοιχεία, όπως ο κοσμοπολιτισμός, η γύρα σε ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, ο διαχρονικός «έρως» και οι ανθρώπινες σχέσεις, ο Δ.Σ. υιοθετεί εντελώς διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης της ιστορίας του σε σχέση με τις βραβευμένες «Μέρες Αλεξάνδρειας». Εκεί υπάρχει μια συνεχής ροή της ίδιας της ιστορίας, εδώ η ιστορία είναι η αφήγηση. Μια αφήγηση που μας μεταφέρει διαρκώς από το ένα στο άλλο, σε δύο χρονικά επίπεδα: από τις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, μέσα από τη μνήμη ενός Ισπανού αναρχικού δημοσιογράφου γύρω από τον πρωταγωνιστή του βιβλίου Β. Ζαχάροφ, ονόματι Μιγκέλ Θαραμπόν.

Διαβάζοντας το «Φιλμ Νουάρ» συνειδητοποιείς ότι π.χ. τα τελευταία εκατό χρόνια δεν είχαμε μόνο δύο πολέμους, τον α’ και β’ παγκόσμιο, όπως έχει εδραιωθεί στη συλλογική συνείδηση, αλλά ότι διαρκώς υπάρχει ένας –τουλάχιστον- πόλεμος σε εξέλιξη κάπου στον κόσμο (ο πόλεμος των Μπόερς, ο ισπανοαμερικανικός πόλεμος, ο ελληνοτουρκικός, ο ρωσοτουρκικός κ.ά.). Ας όψονται οι έμποροι όπλων, οι οποίοι όπως κάθε επαγγελματικός κλάδος, αγωνίζονται διαρκώς να μην μείνουν χωρίς δουλειά. Ο Δ.Σ. φωτίζει το σκοτεινό τους κόσμο, χρησιμοποιώντας πλούσια βιβλιογραφία και αναφορές, με «γλυκό» μυθιστορηματικό τρόπο, όπου ποτέ –εσύ ο αναγνώστης- δεν ξέρεις με σιγουριά που είναι ακριβώς τα όρια μύθου και πραγματικότητας.

Διαβάζοντας ας πούμε ότι οι έμποροι όπλων λάδωναν πολιτικούς για να παίρνουν συγκεκριμένες αποφάσεις με διεθνή γεωπολιτική σημασία ή ότι ο Ελ. Βενιζέλος είχε ζητήσει από τον Β. Ζαχάροφ να ρίξει τον βασιλιά [«Τον έχω ξαναρίξει και μπορώ να το κάνω όποια ώρα το θελήσω. Όμως η συγκυρία δεν μας ευνοεί» (499) αλλά και σελ. 455, 456] μέχρι που μπορεί να κάνεις και συνειρμούς για το σήμερα. Να αναρωτηθείς π.χ. γιατί επιβάλουν στην Ελλάδα όλα αυτά τα εν πολλοίς παράλογα για τον κοινό νου, τι προετοιμάζουν, ποιον «πόλεμο» άραγε στήνουν, πόσα πληρώνουν τους πολιτικούς για να εξαγοράσουν το «ναι σε όλα»… (κατά τούτο μπορεί να εκληφθεί και ως πολιτικό και ως επαναστατικό βιβλίο). Επίσης, θέτει το θέμα της ανάληψης των Ολυμπιακών Αγώνων από μία χρεοκοπημένη χώρα όπως η Ελλάδα του 1896 –σας θυμίζει μήπως το 2004; Μένοντας φυσικά με την απορία τι εννοεί ο συγγραφέας όταν βάζει στο στόμα του Β. Ζαχάροφ τη φράση «Οι Γερμανοί έχουν βαλθεί να καταστρέψουν την Ελλάδα» (σελ. 236). Εξάλλου, ποιος πιστεύει ότι η αναφορά του Δ.Σ. ότι «Η έλλειψη στιβαρής πατριωτικής αριστοκρατίας που να ενδιαφέρεται ειλικρινά για το μέλλον του τόπου αποτελούσε το σοβαρότερο πρόβλημα. Οι κραταιοί Έλληνες επιχειρηματίες που θριάμβευαν εκτός συνόρων ενδιαφέρονταν μονάχα για δωρεές που θα εξασφάλιζαν την υστεροφημία τους. Όσοι δε παρέμεναν στον ελλαδικό χώρο πλουτίζοντας εις βάρος της πάμπτωχης χώρας κόπτονταν κυρίως για τις πολιτικές τους επαφές και τις κομματικές εξυπηρετήσεις, καταληστεύοντας τα κρατικά ταμεία με την ανοχή των πολιτικών τους φίλων» (σελ. 291) δεν είναι ένα σχόλιο για το σήμερα; Όπως και το άλλο στη σελίδα 312 «Οι άνθρωποι βλέπουν συχνά το κακό να πλησιάζει αλλά δεν κάνουν τίποτε για να το αποφύγουν, νομίζοντας ότι θα κάνει μια εξαίρεση γι’ αυτούς. Κι έτσι καταστρέφονται»;

Επίσης, το προπολεμικό κλίμα στο Παρίσι του 1939, όπως το περιγράφει ο Δ.Σ., θα μπορούσε να είναι μια αναφορά στην Αθήνα του 2012 (με τις ανάλογες προσαρμογές, ενδεχομένως): «Τώρα μια παράξενη ηρεμία επικρατούσε καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση πως το κακό θα μπορούσε να αποτραπεί, πως η ζωή θα συνεχιζόταν ειρηνικά, έτσι που οι άνθρωποι αμέριμνοι έκαναν σχέδια για το επόμενο καλοκαίρι». Θαρρείς και ο συγγραφέας θέλει να γίνει προάγγελος όσων μέλλει να συμβούν ή απλώς να θυμίσει ότι η ζωή και η Ιστορία κάνουν κύκλους και τώρα έχουμε φτάσει σε «προπολεμικά» σημεία του κύκλου αυτού. Επίσης, το ίδιο κάνει με την αναφορά του στη φτώχεια και την απελπισία: «…Είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο καταλαβαίνω απόλυτα τους επαναστάτες, κι ας μην είμαι εγώ ο ίδιος» ή «Δεν ήταν κακό. Μάλλον απελπισμένος. Στην απελπισία του ο άνθρωπος είναι ικανός να καταστρέψει τον κόσμο, αφού όλα έχουν χάσει πια τη σημασία τους γι’ αυτόν».

Επίσης, ο Δ.Σ. θέτει και πάλι το θέμα του κοσμοπολιτισμού, στοιχείο που διατρέχει το μυθιστόρημα από την αρχή μέχρι το τέλος, όπως και στις «Μέρες Αλεξάνδρειας». Σε κάποιο σημείο ένας ήρωάς του ισχυρίζεται ότι ένα «μαγικό όπλο» «…είναι και ο σύγχρονος κοσμοπολιτισμός, που με τη δύναμή του μπορεί να διαλύσει το ζόφο του σκοταδισμού και της προκατάληψης αιώνων που ταλανίζουν ακόμη κι αυτή την ίδια την Ευρώπη». Είναι μια άποψη ανοιχτή σε ερμηνείες παντός είδους, μια άποψη με την οποία μπορεί να συμφωνήσει η πλειοψηφία των αναγνωστών. Σε κάθε περίπτωση παραπέμπει στους ανοιχτούς ατομικούς και συλλογικούς ορίζοντες που είναι προϋπόθεση για την ειρήνη και τη συνεννόηση των λαών.

Εξαιρετικά σημαντική – κομβική θεωρώ και την αναφορά του στον ιστορικό κύκλο, τον οποίο παρομοιάζει με τον παράδεισο και την κόλαση (σελ. 178): «…Οι άνθρωποι θα γοητεύονται πάντοτε από φιγούρες σαν τον Χίτλερ, γιατί διασκεδάζουν αφάνταστα. Σκέψου τη συνέχεια. Θα γίνει πόλεμος, θα πέσουν βόμβες, οβίδες, εκατομμύρια σφαίρες. Τα βράδια οι φωταψίες από τα αντιαεροπορικά θα θυμίζουν πυροτεχνήματα μιας γιορτής φρίκης και ολέθρου. Θα υπάρχει αγωνία, θα χαθούν ζωές, κάποιοι θα αγωνιστούν για ένα καλύτερο αύριο και το τέλος, μέσα από τα χαλάσματα, θα ανατείλει η ελπίδα ενός καινούριου κόσμου. Ύστερα θα ξαναμπούμε στην πληκτική μονοτονία της ειρήνης, ώσπου να βρεθεί πάλι κάποιος παράφρονας να μας λυτρώσει από την πλήξη».

Θέλω να κάνω και μια αναφορά στις ερωτικές περιγραφές του Δ.Σ. γιατί πάντοτε με εντυπωσιάζουν καθώς μπορεί να «γκρεμοτσακίσουν» έναν συγγραφέα, να αναδείξουν τις αδυναμίες του (σελ 23-27, 83, …). Όπως και στις «Μέρες Αλεξάνδρειας», πιστεύω ότι συμπυκνώνουν την συγγραφική δεξιοτεχνία του Δ.Σ. Χωρίς ποτέ να διολισθαίνει στη χυδαιότητα, στην ακρότητα, στο ρεαλισμό (όπως θέλει το λέει ο καθένας) μεταδίδει την ατμόσφαιρα της ερωτικής σκηνής. Αριστοτεχνικά, πιστεύω. Όχι σα να τη βλέπεις μπροστά σου, αλλά σα να τη νοιώθεις.

Έχω υπογραμμίσει αρκετές δεκάδες μικρές φρασούλες στο «Φιλμ Νουάρ», οι οποίες αποδίδουν το «ιδεολογικό» στίγμα του συγγραφέα (π.χ. «Στο τέλος νίκησε η Ιστορία, γιατί πάντα νικάει» – σελ. 278 ή «το γούστο δε διδάσκεται» – σελ. 403). Είναι τα μηνύματά του, «φιλοσοφημένες» ατάκες ή σκέψεις βαθιές, το «κόκκινο τριαντάφυλλο» στις εικόνες που στήνει περιγράφοντάς τες με επάρκεια, χωρίς υπερβολές και φλυαρίες. Σκέψη δεμένη με την εικόνα, συστατικά που κρίνουν την ποιότητα του συγγραφέα και του μυθιστορήματος.

Αυτά τα ολίγα, μετά από ένα καταιγιστικό διάβασμα την τελευταία εβδομάδα, που με έβαλε –αυτό που λέμε- σε προπολεμικό κλίμα. Του τότε και του σήμερα.

[Του Γιάννη Θ. Κεσσόπουλου / gkessopoulos@gmail.com]

http://www.thinkfree.gr/opinions/%CF%84%CE%B%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BC-%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AC%CF%81

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Εξομολογήσεων συνέχεια...


"Ύστερα από κάθε βιβλίο που γράφουμε δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι". 


Εξομολόγηση Πέμπτη: Ο συγγραφέας είναι ένα απέραντο εργοτάξιο ηρώων, ένα πολυφωνικό πλάσμα που φιλοξενεί μέσα του πολλές άλλες υπάρξεις. Αν δεν είχα να αναμετρηθώ με τους ήρωές μου θα μπορούσα να γράφω τα βιβλία στο μισό χρόνο απ' ό,τι συνήθως. Δεν είναι εύκολο να διαπραγματεύσαι μ' έναν χαρακτήρα. Ο καθένας τους διεκδικεί το χώρο του. Για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα που γράφω, ο θείος του πρωταγωνιστή ξεκίνησε ως γοητευτική καρικατούρα και τώρα "απειλεί" να κατακλύσει τα πάντα. Αντίθετα στο "Φιλμ νουάρ", ο οδηγός του Βασίλειου, ο Ούγγρος Μίκλος Κόριντυ ενώ αρχικά αναμενόταν να παίξει το ρόλο ενός έμπιστου συνομιλητή με συμμετοχή σε πολλές ακόμα σκηνές, περιορίστηκε τελικά σ' έναν ισχνό ρόλο. Άδηλη η μοίρα των ηρώων κι αυτό είναι που προσδίδει πάντα στο μυθιστορήματα μια άγρια ομορφιά...

Εξομολόγηση έκτη: Όταν ξεκινά να γράφει ένας συγγραφέας σπάνια βρίσκεται στην αρχή. Στην καλύτερη περίπτωση, έχει βρεθεί κάπου στη μέση αλλά δεν το ξέρει ακόμα. Στο Φιλμ νουάρ άρχισα με την σκηνή όπου ο Βασίλειος φεύγει από το μέγαρο της λεωφόρου Ος με κατεύθυνση το μέγαρο των Απομάχων. Για καιρό νόμιζα πως είχα βρει την πρώτη φράση και δεν ήξερα ο ανόητος πως έπεσα πάνω στην σελίδα που έμελλε να είναι μόλις η 331η. Και δεν είναι η πρώτη φορά. Ηθικό δίδαγμα: Στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος τίποτε δεν είναι δεδομένο...

Εξομολόγηση έβδομη: Το μυθιστόρημα κατά τον Καμύ είναι φιλοσοφία σε εικόνες, ορισμός που πολλοί σύγχρονοι μυθιστοριογράφοι δείχνουν να λησμονούν. Δεν αφηγούμαστε μια ιστορία απλά για χάρη της αφήγησης. Αυτό που ξεχωρίζει τον Ντοστογιέφσκι από άλλους είναι το ιδεολογικό φορτίο του, αλλά πιστέψτε με, χωρίς την απαράμιλλη κινηματογραφική του διήγηση, οι ιδέες του θα παρέμεναν αμετάφραστες στο μυαλό του αναγνώστη. Καλές οι σκέψεις αλλά χωρίς εικόνα δεν λένε τίποτε...

Εξομολόγηση όγδοη: Ύστερα από κάθε βιβλίο που γράφουμε δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι. Δεν ξέρω στ’ αλήθεια τι είναι αυτό που μας μεταμορφώνει. Ίσως το γεγονός ότι σε κάθε σελίδα, σε κάθε παράγραφο, σε κάθε φράση σκοντάφτουμε πάνω σε διλήμματα. Πρέπει να αποφασίσουμε τι θα κρατήσουμε και τι θα απορρίψουμε. Δεν είναι πάντα εύκολο. Όπως ακριβώς δεν είναι εύκολο και στη ζωή.
Έτσι η συγγραφική εμπειρία αποδεικνύεται πρωτίστως διαπλαστική.
«Έχουμε την εντύπωση ότι δημιουργούμε. Ψευδαίσθηση : Την ίδια στιγμή μεταμορφωνόμαστε από το δημιούργημά μας», λέει ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς. Κι έχει δίκιo...


Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Εξομολογήσεις...




"Ένας καλός   συγγραφέας 
 πρέπει 
 να είναι
 πιο περήφανος
 για τα βιβλία που διάβασε 
παρά για αυτά που έγραψε"

Ανταποκρινόμενος στο αίτημα ενός φίλου, εγκαινιάζω μια σειρά μικρών εξομολογήσεων ξεκινώντας από τον ήρωα του πρώτου μου βιβλίου που παρέμεινε ακατονόμαστος για αρκετό καιρό. Στα Φρούτα Εποχής πρωταγωνιστεί ένας νεαρός άντρας που βαπτίζεται Μάρκος στο τρίτο βιβλίο. Ο Μάρκος, η Αριάδνη, ο Αλέξανδρος και ο Πλούταρχος είναι τα αρχετυπικά πρόσωπα, το πρώτο καρέ ηρώων που πρωταγωνίστησαν σε τρία βιβλία μου μέχρι σήμερα. Αν τους συγκρίνει κανείς με τον Χάραμη, τον Χούρι, την Υβέτ και τον Ζαχάροφ φαντάζουν ίσως λίγο μονοεδρικοί.
Ήμουν πάντα ένας συγγραφέας κομμένος στα δύο. Η ανάλαφρη πλευρά μου έδωσε βιβλία όπως τα Φρούτα, το Μάτι ή το Καλοκαίρι. Η στιβαρή και ώριμη βιβλία όπως η Αλεξάνδρεια και το Θα πολεμάς με τους Θεούς. Στο Φιλμ νουάρ οι δύο τάσεις συγχωνεύτηκαν. Από τη μια ο Μιγκέλ Θαραμπόν με τον Φιλίπ που θυμίζουν κάτι από την φρεσκάδα των Φρούτων Εποχής από την άλλη η μπαρόκ φιγούρα του Βασίλειου και των άλλων σκοτεινών πρωταγωνιστών...

Εξομολόγηση Δεύτερη: Πιστεύω πως για κάθε μυθιστόρημα υπάρχει πάντα κι ένα αντι-μυθιστόρημα. Με συνάρπαζε ανέκαθεν η ιδέα να γράψω ένα δεύτερο βιβλίο με κομμένες σκηνές, με σκέψεις και εκδοχές της πλοκής που απορρίφθηκαν, συνεχίζοντας ακόμα-ακόμα κι από εκεί που σταμάτησα, για να δούμε τι απέγιναν οι ήρωες, πού οδηγήθηκαν τα πράγματα. Πιστεύω στα "ανοιχτά μυθιστορήματα" σαν διαμπερή σπίτια με ορθάνοιχτα παράθυρα. Τίποτε δεν τελειώνει στην ουσία, τίποτε δεν ολοκληρώνεται. Η λέξη Τέλος είναι ό,τι πιο αδόκιμο σ' ένα μυθιστόρημα. Γελώ όταν την βλέπω ακόμα και στα δικά μου βιβλία, όπως γελώ όταν βλέπω σε βιβλία άλλων την ένδειξη στο εξώφυλλο "Αληθινή Ιστορία". Ακόμα κι αν είναι "Αληθινή", πρέπει να μετουσιωθεί, να διασκευασθεί για να την αφηγηθεί κανείς. "Πραγματικότητα στην τέχνη δεν σημαίνει απολύτως τίποτε...", όπως είπε κι ο Μαλρό.

Εξομολόγηση Τρίτη: Σε όσους βιάζονται να διεκδικήσουν το μερτικό τους από την λογοτεχνική δόξα έχω να αντιπαραθέσω τα "πέτρινα χρόνια" μου. Δεκαπέντε συναπτά έτη όπου προσπαθούσα μεταξύ λαχτάρας και αβεβαιότητας να δημοσιεύσω κάτι δικό μου. Αυτό που με κράτησε τότε στο "παιγνίδι" ήταν οι αναγνώσεις μου. Τα βιβλία για μας τους συγγραφείς είναι σαν τους συνεργάτες. Ένας καλός συγγραφέας πρέπει να είναι πιο περήφανος για τα βιβλία που διάβασε παρά για αυτά που έγραψε. Δεν κουράζομαι να επαναλαμβάνω πως τα βιβλία είναι σαν τα άδεια σπίτια κι εμείς που γράφουμε είμαστε διαρρήκτες. Πρέπει να ξέρεις τι θα πάρεις μπαίνοντας και πρέπει να το κάνεις γρήγορα, γιατί σε περιμένουν ακόμα πολλά άδεια σπίτια για να τα διαρρήξεις.


Εξομολόγηση Τέταρτη: Η μυθοπλασία είναι κυρίως χαρακτήρες. Οι ιδέες και η πλοκή ακολουθούν. Αυτό μας δίδαξαν οι μεγάλοι δάσκαλοι. Αν δεν έχεις τους χαρακτήρες εκείνους που θα σηκώσουν το βάρος των ιδεών και της πλοκής, τίποτε δεν μπορεί να γίνει. Κι όμως σήμερα υπάρχουν βιβλία που σταδιοδρομούν με μερικές έξυπνες σκέψεις χωρίς πλοκή, χωρίς απτούς, στιβαρούς ήρωες. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει αυτό. Στην εποχή των μεγάλων παρανοήσεων όπου όλα είναι διεκδικήσιμα, υπάρχουν κάποιοι που μιλούν ακόμα και για τη "δικτατορία της αφήγησης". Είναι όμως σαν να θέλεις να παίξεις σκάκι χωρίς κανόνες. Και τότε γιατί να παίξεις, αναρωτιέμαι...

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Παρουσίαση του ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ στο Βουργαρέλι


             ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ

της Βάσως Ράπτη

Το φιλμ νουαρ είναι ένα μυθιστόρημα που καταγράφει στοιχεία της ζωής του Σερ Βασιλείου Ζαχάρωφ, με ελληνικές ρίζες,  (Μούγλα 1849 - Μόντε Κάρλο 1936), ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως ο μυστηριώδης άνθρωπος  της Ευρώπης, ως έμπορος θανάτου, αλλά και ως ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου, μετά το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου.
Μούγλα


Ο ΤΙΤΛΟΣ
Ο τίτλος του βιβλίου είναι  παραπλανητικός και αινιγματικός, γιατί δεν αφορά τη λογοτεχνία, αλλά  συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, με σκοτεινή υπόθεση, αγωνία και απροσδόκητη εξέλιξη. Όμως είναι και δικαιολογημένος,  αφού όντως πραγματεύεται μια σκοτεινή υπόθεση, με τρόπο, όμως, κινηματογραφικό. Συγκεκριμένα, ο Δημήτρης Στεφανάκης επιλέγει να τιθασεύσει και να διαχειριστεί το υλικό του,  όχι μόνο ως λογοτέχνης αλλά και  ως σκηνοθέτης,  δηλαδή κυρίαρχη θέση στο βιβλίο κατέχει ο κινηματογραφικός διάλογος, ενώ οι αφηγήσεις ή οι περιγραφές επέχουν ρόλο σκηνοθετικής καθοδήγησης  ή συνιστούν το πλάνο, μέσα στο οποίο δρουν οι ήρωες. Έτσι το μυθιστόρημα ακροβατεί ανάμεσα στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, δημιουργώντας ένα είδος « μεικτό αλλά νόμιμο».

Βασίλειος Ζαχάρωφ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το βιβλίο του Δημήτρη Στεφανάκη προσπαθεί, με τρόπο αντικειμενικό, να μας γνωρίσει τον άνθρωπο Ζαχάρωφ και την εποχή του, αφήνοντας στον αναγνώστη τα συμπεράσματα. Αυτό  το πετυχαίνει ο συγγραφέας, με τη λειτουργία της αφήγησης σε δύο διαφορετικά  χρονικά επίπεδα: το πρώτο αφορά το παρόν της αφηγηματικής πράξης που εκτείνεται χρονικά από τον Απρίλιο μέχρι το Νοέμβριο  του 1939, όταν ο νεαρός Γάλλος δημοσιογράφος Φιλίπ  Τεμπό, σε αλλεπάλληλες συναντήσεις, κυρίως στο «καφέ  de la Paix», με τον γηραιό Μιγκέλ Θαραμπόν, (Ισπανό αριστοκράτη αναρχικό, εξόριστο στη Γαλλία από το φρανκικό καθεστώς), πληροφορείται τα στοιχεία εκείνα, που θα τον βοηθήσουν να γράψει το άρθρο του, για το μεγάλο έρωτα του Β. Ζαχάρωφ με τη δούκισσα Πιλάρ, σύζυγο ενός παράφρονα πρίγκηπα των Βουρβώνων, τακτικού  τροφίμου των ελβετικών ψυχιατρείων. Ο Θαραμπόν γνωρίζει τον Βασίλειο αλλά και  πτυχές αυτού του έρωτα, καθώς η Πιλάρ υπήρξε εξαδέλφη και στενή φίλη της Ιρένε, της δικής του αγαπημένης, με την οποία μοιραζόταν τα μυστικά της.   
CAFE DE LA PAIX

Σ΄ αυτές όμως τις συζητήσεις διαπλέκεται έντεχνα το δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο, του χρόνου της πραγματικής ιστορίας, ξεκινώντας  in medias res, με μια δυνατή  ερωτική σκηνή στο βαγόνι του Όριαν Εξπρές, καθοριστική για τη ζωή του Βασιλείου και της Πιλάρ, αφού  θα είναι η αρχή ενός μεγάλου παράνομου έρωτα, που θα διαρκέσει ως το θάνατο.
Μαρία ντε Πιλάρ

Ζωρζ Κλεμανσώ
  Έτσι  παρακολουθούμε τους ίδιους τους πρωταγωνιστές, σε επάλληλους κύκλους και επεισόδια της ζωής τους, να παίρνουν υπόσταση και να ζωντανεύουν, κυρίως μέσα από τους διαλόγους, που αποκαλύπτουν το ήθος τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης αφήνεται να εξάγει τα συμπεράσματά του, αφενός μέσα απ’ την αποστασιοποιημένη, χρονικά και συναισθηματικά, αφήγηση του Μ. Θαραμπόν και των παρεμβάσεων του Τεμπό, και αφετέρου, συσχετίζοντας την παραπάνω γνώση, με τη μυθοπλαστική, σχεδόν βιωματική αναπαραγωγή της ζωής των ηρώων.
Σάρα Μπερνάρ
Πιερ ντε Κουμπερτέν

Το λογότυπο της εταιρείας
 Αξίζει όμως,  να κάνει κανείς μνεία και στους δευτεραγωνιστές αυτής της ιστορίας: πρόσωπα της πολιτικής, όπως ο Κλεμανσό, ο Λόιντ Τζορτζ, ο Βενιζέλος,  ο Ζ. Ζορές, πρόσωπα της   τέχνης και της διανόησης, όπως η Σάρα Μπερνάρ, Ο  Αν.Φρανς, ο Εμ. Ζολά,  ο ντε Κουπερντέν,  ο Βικέλας, άνθρωποι των μυστικών υπηρεσιών, Μέλβιλ και  Ράιλυ, της πολεμικής βιομηχανίας, Κρουπς, Μαξίμ και Νορντενφελντ, κ.α., που καθόρισαν την εποχή τους, υπήρξαν συνομιλητές του Ζαχάρωφ και ζωντανεύουν κι αυτοί στο βιβλίο, μαζί μ’ ένα πλήθος απλών ανθρώπων, επινοημένων ή πραγματικών που συναποτελούν έναν πολυπληθή θίασο  . 

Hotel de Paris (Μόντε Κάρλο)
Παράλληλα το βιβλίο αναπαριστά μια ολόκληρη εποχή, τα τέλη του 19ου και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, τον κοσμοπολιτισμό της μπελ επόκ, αλλά και τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που στιγμάτισαν την ανθρωπότητα και τη χώρα μας , όπως ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και  η μικρασιατική τραγωδία, τα οποία μέσω της λογοτεχνικής αφήγησης γίνονται πιο εύκολα προσπελάσιμα, για τον μη ειδικό, και κατανοητά. Επιπλέον τα γεγονότα προσεγγίζονται όχι με τον τρόπο της επίσημης ιστορίας, που αμβλύνει τα αιχμηρά σημεία, αλλά με τρόπο μικροϊστορικό, εστιάζοντας δηλαδή στα πρόσωπα, όχι τόσο του προσκηνίου, αλλά του παρασκηνίου, φωτίζοντας καταστάσεις που σπάνια βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Εξάλλου η εκτενής βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου αποκαλύπτει την εργώδη προσπάθεια του συγγραφέα  να βρει τα απαραίτητα στοιχεία, για να προχωρήσει στη συγγραφή.
 Συνολικά η  αφήγηση της ιστορίας κινείται  πότε στο παρόν της αφηγηματικής πράξης και πότε στο παρελθόν, στον  πραγματικό χρόνο των γεγονότων, χωρίς να ακολουθεί γραμμική πορεία, αλλά ανατρέποντάς την. Έτσι δίνονται κάθε φορά τα απαραίτητα στοιχεία που εξυπηρετούν την οικονομία της αφήγησης, διατηρώντας το στοιχείο της αγωνίας, του αινίγματος και της έκπληξης, όπως ακριβώς θα ταίριαζε σ’ ένα φιλμ νουάρ.  

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Το φιλμ νουάρ είναι ένα «δυνατό» βιβλίο, δηλαδή από κείνα που σου αφήνουν έντονο το αποτύπωμά τους: πέρα απ’ την ευχαρίστηση του ταξιδιού της ανάγνωσης, την  αναβίωση μιας σημαντικής ιστορικής εποχής και μιας δυνατής   ερωτικής σχέσης,   σε οδηγεί στα παρασκήνια της ιστορίας, φωτίζει τα σκοτεινά μονοπάτια της , δίνοντας απαντήσεις σε  ερωτήματα και προβληματισμούς, όπως: γιατί γίνονται τελικά οι πόλεμοι;  μπορούν οι μικροί του κόσμου ν’ αντιδράσουν σ’ αυτά που γίνονται γι’ αυτούς, χωρίς αυτούς; Και τελικά, τι είδους άνθρωπος ήταν ο Ζαχάρωφ, ένας από εκείνους που η ιστορία παραβλέπει να αναφερθεί, παρόλο που εκείνος καθορίζει την πορεία της ;  
Κάπου στο βιβλίο ο Βασίλειος λέει πως είναι άνθρωπος του 19ου αιώνα, παρά το γεγονός ότι έζησε και στον 20ο. Η  διαβεβαίωση αυτή είναι ανίσχυρη ,αν σκεφτεί κανείς ότι ο Βασίλειος, με τη δράση και τις επιλογές του δεν σφράγισε μόνο την εποχή του αλλά και τα χρόνια που ακολούθησαν.
Ενώ το βιβλίο αναφέρεται σε γεγονότα που ολοκληρώνονται το 1936, με το θάνατο του Ζαχάρωφ, ο συγγραφέας επιλέγει σκόπιμα η αναζήτηση του Τεμπό να τοποθετείται στα 1939, όπου επικρέμαται η απειλή    ενός νέου παγκόσμιου πολέμου, που δεν αργεί να ξεσπάσει προς το τέλος του βιβλίου, και που εξαναγκάζει τον Θαραμπόν και τον Τεμπό να μην ξανασυναντηθούν, ενώ ο Τεμπό επιστρατεύεται, για να κάνει το καθήκον του, πολεμώντας κατά του ναζισμού.

            Η ανθρωπότητα μέσα σε 20 χρόνια ξέχασε την τραγωδία του  πρώτου παγκοσμίου πολέμου και εισέρχεται στη δίνη του δευτέρου, και φυσικά τώρα δεν είναι ο Ζαχάρωφ που κινεί τα νήματα, αλλά κάποιοι σαν το Ζαχάρωφ. Με τη διαπλοκή των δύο χρονικών επιπέδων της αφήγησης,  το βιβλίο μας διαφωτίζει για το πώς γίνονται οι πόλεμοι,  όχι σε επίπεδο  θεωρητικό, αλλά αναδεικνύοντας ανάγλυφα το πλέγμα των συνθηκών, που τους γεννά. Μας βοηθά να κατανοήσουμε τις σκοτεινές διαδρομές, όπου  η  πορεία του κόσμου προδιαγράφεται ή αποφασίζεται, ερήμην των πολλών.
Ταυτόχρονα, η επίγνωση αυτής της κατάστασης οδηγεί τον αναγνώστη στη βίωση ενός υποσυνείδητου φόβου, καθώς διαπιστώνει,  την ομοιότητα πολλών πραγμάτων και καταστάσεων της εποχής εκείνης, με την εποχή μας. Τα  ίδια γεγονότα, σα ν’ ακολουθούν μια ιστορική νομοτέλεια, φωτογραφίζουν προφητικά και απειλητικά την εποχή μας, προοιωνιζόμενα μελλοντικά δεινά, καθώς, όπως γράφει  ο Θουκυδίδης τα ίδια θα επαναλαμβάνονται , εφόσον η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει…

Όσο για τον «ήρωα» του βιβλίου, το μυστηριώδη Βασίλειο Ζαχάρωφ, όπως ο ίδιος επιθυμούσε,  αποκομίζεις την αίσθηση  πως κάτι συνεχώς σου διαφεύγει.   Πισωγυρίζοντας, όμως, σ’ ένα μυθικό επίπεδο, θυμίζει έναν άλλον πολύτροπο πλάνητα, τον Οδυσσέα,  το αρχετυπικό σύμβολο του δαιμόνιου Έλληνα, που επινοεί μια μηχανή θανάτου για την εξόντωση της Τροίας,  χωρίς να λυπηθεί τον άμαχο πληθυσμό της , που γίνεται «Ούτις» για να γλυτώσει απ’ το θηριώδη Κύκλωπα, που είναι ερωτευμένος με  την ίδια γυναίκα μέχρι τέλους, που αγαπά με πάθος τις γιδόστρατες του φτωχού του τόπου, αλλά είναι αμείλικτος τιμωρός των επίδοξων μνηστήρων του θρόνου και της εξουσίας του. Ποιος καταδίκασε μέχρι σήμερα τον Οδυσσέα γι’ αυτά;

 Έτσι, ενώ για το νεαρό Φιλίπ Τεμπό ο Ζαχάρωφ ενσαρκώνει το απόλυτο κακό , ο Μιγκέλ Θαραμπόν, με την ώριμη κρίση του, ανατρέπει τη  βεβαιότητα της αποτίμησης  του νεαρού δημοσιογράφου, αλλά και τη δική μας, υιοθετώντας ως ύψιστη αξία όχι το « καλό», που είναι εξάλλου τόσο σχετικό , αλλά τη λογική, δίνοντας όχι ακριβώς άφεση στο Ζαχάρωφ, αλλά δείχνοντας, τουλάχιστον, διάθεση κατανόησης για τις επιλογές του.
 Ας κρατήσουμε λοιπόν αυτό απ’ το βιβλίο: η λογική είναι η ύψιστη αξία και, πριν βιαστούμε να καταδικάσουμε ή να αθωώσουμε κάποιον, ας μετρήσουμε, με τη λογική,  τα συν και τα πλην, με την ευχή, στη δύσκολη εποχή μας, και μεις, οι απλοί άνθρωποι, αλλά και  κάποιοι που διαχειρίζονται τις τύχες του τόπου και του κόσμου να εμφορούμαστε απ’ αυτήν την ύψιστη αξία, τη λογική, θεωρώντας « πως το καλό υπάρχει μέσα μας κι είναι η πιο απλή εκδοχή των πραγμάτων».