Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Ταξιδιωτική εξομολόγηση

Ένα ταξίδι στην Εθνική οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης, στην εθνική αυτή ραχοκοκαλιά αποτελεί πάντα μάθημα συναισθηματικής γεωγραφίας. Όσο διεισδύει κανείς στην ελλαδική ενδοχώρα έχει πάντα κάτι να ανακαλέσει από το παρελθόν του. Ο δρόμος που φιδοσέρνεται δίπλα στη θάλασσα ή διασχίζει την καρδιά του θεσσαλικού κάμπου, περνά κάτω από τη σκιά του όρους των θεών, και ανοίγεται στην απλόχωρη Μακεδονία πριν σε βγάλει στην πλανεύτρα Θεσσαλονίκη. Φτάνοντας αύριο εκεί με το αεροπλάνο, θα είναι σαν να κοιμήθηκα στην Αθήνα και να ξύπνησα στη συμπρωτεύουσα...
 
 
 

 

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Συνέντευξη του Δημήτρη Στεφανάκη στην Έλενα Αρτζανίδου για το thinkfree.gr


http://www.thinkfree.gr/interviews/%CE%B4-%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9

1.Ποιό είναι το στίγμα του τελευταίου σας βιβλίου;
 Το σκοτεινό πρόσωπο του κοσμοπολιτισμού στις αρχές του εικοστού αιώνα και οι άγνωστοι πρωταγωνιστές της Ιστορίας.

2.Πείτε μας πέντε λόγους για να το διαβάσουν οι αναγνώστες.

 Είναι μυθιστόρημα και όχι Ιστορία. Αναδεικνύει τη σημασία του ανθρώπινου παράγοντα με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Είναι νευρώδες και γρήγορο στην πλοκή του. Φαντάζει από μόνο του μια μικρή βιβλιοθήκη. Συνδυάζει το ερωτικό, το πολιτικό, το ιστορικό αλλά και το μυστηριώδες στοιχείο έτσι ώστε να είναι όλα αυτά μαζί και τίποτε.

3.Ποιοί ήρωες σας ταλαιπωρούν περισσότερο;

 Οι ήρωες που επιχειρώ να χειραγωγήσω, που δεν τους επιτρέπω να ανασάνουν αλλά αυτοί είναι ελάχιστοι…

4.Τι δεν μπορείτε με τίποτε να αποχωριστείτε;

 Την ατμόσφαιρα που δημιουργώ σε κάθε μου βιβλίο.

5.Πείτε μας τρία πράγματα που σας θυμώνουν και τρία που θα θέλατε αμέσως να αλλάξετε στην εποχή μας.

 Με θυμώνουν: Η δημοσιογραφία που ηγεμονεύει τη λογοτεχνία. Η εθνική μας αγοραφοβία. Ο επεκτατισμός στις ανθρώπινες σχέσεις. Θα ήθελα να αλλάξω: Τη νοοτροπία αυτού του λαού. Τις αναγνωστικές προκαταλήψεις. Την εσφαλμένη αντίληψη πως ο κόσμος είναι μόνο η οικογένειά μας.

6.Τι μπορεί να προσφέρει η Λογοτεχνία ειδικά σήμερα.

 Ό,τι προσέφερε πάντα. Τον στίβο των ιδεών και των χαρακτήρων όπου δοκιμάζονται οι ακρότητες και τα σφάλματα κάθε εποχής. Χωρίς τη λογοτεχνία, και ειδικά το μυθιστόρημα, ο κόσμος θα ήταν εφιαλτικά ισοπεδωτικός.

7.Σκεφτήκατε ποτέ να εγκαταλείψετε την έκδοση βιβλίων σας και αν ναι γιατί!

 Ποτέ. Ούτε καν την εποχή που δεν μπορούσα ακόμα να εκδώσω.

8.Υπάρχει κάτι καινούργιο που γράφετε;

 Ολοκληρώνω την τριλογία του κοσμοπολιτισμού. Μετά τις «Μέρες Αλεξάνδρειας» και το «Φιλμ νουάρ» η δράση μεταφέρεται στον Ελλαδικό χώρο όπου γίνονται ορατές οι συνέπειες αυτού του φαινομένου.

9.Ποιο από τα βιβλία που έχετε διαβάσει θα θέλατε να το είχατε γράψει εσείς και γιατί;

 Τους “Αδερφούς Καραμάζωφ”, γιατί αποτελεί μυθιστορηματικό ευαγγέλιο, και την “Δίκη”, γιατί μας εισάγει με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο στο σύγχρονο κόσμο.

10.Ένα σχόλιο για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα σήμερα…

 Θα πω μόνο πως η κρίση, κρίση αξιών, έχει ξεκινήσει εδώ και μερικές δεκαετίες. Δεν είχε ενδιαφερθεί κανείς μέχρι τώρα γιατί δεν ήταν απτή και δεν είχε συνέπειες στην τσέπη μας.

11.Πως φαντάζεστε πως θα συνεχίσουμε, αν θέλουμε ένα καλύτερο αύριο;

 Θα πρέπει μάλλον να ανακτήσουμε την εθνική μας ηθική, την αισθητική μας, να πιστέψουμε περισσότερο στις αξίες και στους άξιους παρά σε ατυχείς συσχετισμούς δυνάμεων.

ΟΛΙΓΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Στο Παρίσι του 1939 ο νεαρός Γάλλος δημοσιογράφος Φιλίπ Τεμπό αναζητά στοιχεία για το παράνομο ειδύλλιο μιας Ισπανίδας δούκισσας και ενός Έλληνα εμπόρου όπλων. Η ζωή του τελευταίου γεννά πολλά ερωτήματα για την καταγωγή του, τη δράση και την πολιτική επιρροή του. Ποιος ήταν εντέλει ο άνθρωπος που μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρήθηκε ο πλουσιότερος στον πλανήτη;
Την απάντηση δίνει ο παλιός αναρχικός Μιγκέλ Θαραμπόν. Μέσα από τις διηγήσεις του αναδεικνύεται ένας κόσμος συνωμοσίας, παρασκηνιακής πολιτικής και άνομου κέρδους. Μια κοινωνία σκιών γράφει Ιστορία ερήμην των απλών ανθρώπων. Τα διασημότερα επεισόδια αυτής της Ιστορίας, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Μικρασιατική Καταστροφή φαντάζουν εμπνεύσεις ενός αμείλικτου πρωταγωνιστή.
Ο μυστηριώδης Έλληνας δίνει το παρών σε κάθε μεγάλη στιγμή που προετοιμάζει τον εικοστό αιώνα: Νέα όπλα, αποικιακοί πόλεμοι, πολιτικά σκάνδαλα, μυστικές υπηρεσίες, ο αγώνας για την αναγέννηση της Ελλάδας. Η σκοτεινή του διαδρομή στις μητροπόλεις του κόσμου φωτίζεται μονάχα από έναν ανεξήγητο πατριωτισμό και το πάθος του για μια γυναίκα…
Μια μυθιστορηματική αναδρομή στα χρόνια που προανήγγειλαν την εποχή μας, όπου ο έρωτας και η Ιστορία, η πολιτική και η κατασκοπεία, ο ρομαντισμός και ο κυνισμός διεκδικούν το δικό τους μερίδιο.

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει μεταφράσει έργα των Σολ Μπέλοου, Ε. Μ. Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Προσπέρ Μεριμέ κ.ά. Το ΜΕΡΕΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, εκδόθηκε πρόσφατα στα γαλλικά σημειώνοντας τόσο μεγάλη επιτυχία, ώστε τιμήθηκε με το Prix Mediterranée Étranger. Κυκλοφορεί επίσης στα ισπανικά, ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσει και στα αραβικά. Ο Δημήτρης Στεφανάκης τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη 2011 και ήταν υποψήφιος για το Prix du Livre Européen 2011. Είναι σύμβουλος έκδοσης του Λογοτεχνικού Περιοδικού ΚΛΕΨΥΔΡΑ και μέλος της κριτικής επιτροπής του PRIX MEDITERRANEE ETRANGER και του PRIX MEDITERRANEE DE LA POESIE NIKOS GATSOS.



Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Δημήτρης Στεφανάκης:«Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο καλοί ή κακοί»


Συνέντευξη του Δημήτρη Στεφανάκη:  http://www.lifo.gr/mag/features/3455
Ο βραβευμένος συγγραφέας του «Μέρες της Αλεξάνδρειας» επιστρέφει με ένα βιβλίο που μέσα στην κοσμοπολίτικη δίνη του περασμένου αιώνα αναδεικνύει έναν γοητευτικό, αμφιλεγόμενο ήρωα: τον μεγαλέμπορο όπλων Βασίλειο Ζαχάρωφ.

 Πώς ορίζετε την λογοτεχνία;

Η λογοτεχνία είναι μια διαδικασία μέσα από την οποία ενηλικιώνεται το ανθρώπινοπνεύμα. Η λογοτεχνική διαδικασία έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Έχει δημοκρατικότητα και είναι διαπλαστική, χωρίς να γίνεται διδακτική ή δογματική. Η λογοτεχνία είναι το καταφύγιο των ελεύθερων πνευμάτων.


 Τι σας έδωσε το έναυσμα να γίνετε συγγραφέας;

Το γεγονός ότι μέχρι μια κάποια ηλικία ήξερα να υφαίνω μύθους! Μου άρεσε να διηγούμαι φανταστικές ιστορίες. Έως ότου, από την καθημερινότητα και τον προφορικό λόγο, αυτό μεταπήδησε στο χαρτί. Βέβαια, μέχρι τα 30 οι μυθοπλαστικές μου ικανότητες ήταν πολύ περιορισμένες. Με το ζόρι ολοκλήρωνα μια μικρή ιστορία, δεν μου έβγαινε. Άργησε πολύ να ωριμάσει αυτό το πράγμα μέσα μου, αλλά ότανήρθε, ήταν κατακλυσμιαίο. Άρχισαν να δημιουργούνται μεγάλοι κόσμοι που έγιναν βιβλία.

 Ξεκινήσατε ως μεταφραστής…
Ξεκίνησα με κάποια δοκίμια του Ρώσου νομπελίστα Γιόζεφ Μπρόντσκι και μετά ακολούθησαν πάρα πολλά βιβλία. Αμερικανική λογοτεχνία, βιογραφίες, δοκίμια, λιγότερο γαλλική λογοτεχνία. Για επτά-οκτώ χρόνια ήμουν επαγγελματίας μεταφραστής.

 Αναπόφευκτα κάποιος συγγραφέας ή βιβλίο θα έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη συγγραφική σας εξέλιξη.

Ναι, η μετάφραση του Χέρτσογκ του Μπέλοου, που λόγω του μεγάλου βαθμού δυσκολίας κανένας δεν αναλάμβανε. Πράγματι, τράβηξα των παθών μου τον τάραχο, αλλά νομίζω ότι έκανα μια καλή μετάφραση. Γιατί δεν αρκεί να είσαι μόνο καλός μεταφραστής. Κάποιες μεταφράσεις είναι καλές, κάποιες μέτριες, κάποιες αποτυγχάνουν τελείως. Δεν σημαίνει ότι ένας καλός μεταφραστής είναι απαραιτήτως πάντα καλός.

Πρέπει να κερδηθεί και το στοίχημα να μεταγράψεις το ξένο κείμενο στη γλώσσα σου.

Ακριβώς. Υπάρχει, όμως, και η κόπωση. Οι μεταφράσεις είναι ένα παιχνίδι με τις λέξεις και την ευρηματικότητα. Κάποια στιγμή εξαντλείσαι. Τότε το «μπιτόνι αδειάζει» και πρέπει να περιμένεις να ξαναγεμίσει. Αλλά, επειδή είσαι επαγγελματίας και ζεις από αυτό, μεταφράζεις αδιάκοπα. Δεν εμπιστεύομαι όλες τις μεταφράσεις, ακόμα και από καλούς μεταφραστές, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο. Δεν μπορείς να το κάνεις πάντα με την ίδια ικανότητα και φρεσκάδα. Το ίδιο ισχύει και για έναν συγγραφέα. Οι συγγραφείς έχουν περιορισμένο χρόνο δράσης και ακμής.

 Συμφωνείτε όταν χαρακτηρίζουν «σπουδαίο» έναν συγγραφέα, ακόμα και για ένα μόνο βιβλίο ή, λ.χ., για μία και μόνο ταινία, αν είναι σκηνοθέτης;

Είναι εύκολο να γράψεις ή να σκηνοθετήσεις ένα αριστούργημα;

 Τελικά, ήταν η ξένη λογοτεχνία που σας άνοιξε τα πανιά;

Με βοήθησε να αναπτύξω το ταλέντο μου. Κυρίως η γαλλική λογοτεχνία, Φλομπέρ, Μπαλζάκ, Προυστ, Μοπασάν, Καμύ, που είναι η μεγάλη μου αγάπη, αλλά και ο Σαρτρ και ο Μαλρώ. Από παιδί σχεδόν έχω συντάξει έναν προσωπικό «κανόνα» και προσπαθώ να τον ολοκληρώσω διαβάζοντας τα πάντα, από τον Όμηρο μέχρι τους σύγχρονους, αλλά και τέχνη και φιλοσοφία, πολιτική, επιστήμες. Πιστεύω ότι ένας συγγραφέας πρέπει να διαβάζει ακατάπαυστα. Να μπαίνει στα βιβλία σαν διαρρήκτης σε σπίτι, να παίρνει ό,τι είναι να πάρει γρήγορα, γιατί έχει κι άλλα να διαρρήξει.

 Το χαρακτηριστικό των βιβλίων σας είναι ακριβώς οι εκτενείς περιγραφές και λεπτομέρειες χώρων και συμπεριφορών αλλοτινών καιρών.

Πιστεύω ότι μόνο έτσι μπορείς να ανασυστήσεις κόσμους. Μέσα από αναγνωστικές αναφορές που έχεις από παντού: απομνημονεύματα, βιογραφίες, μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημα έχει μια κινηματογραφική διάσταση. Σήμερα, βέβαια, διαβάζουμε ανεικονικά μυθιστορήματα όπου υπάρχουν ωραίες σκέψεις αλλά καθόλου σχεδόν ήρωες, δράση, ίντριγκα.

 Σας ενδιαφέρουν εποχές μεγάλης ακμής. Πώς εξηγείτε την εμμονή σας με το παρελθόν;

Πιστεύω ότι αυτό που συνέβη και χάθηκε στην πραγματικότητα δεν χάθηκε. Κατά κάποιον τρόπο, η ενέργεια είναι διάχυτη παντού. Η ενέργεια των ανθρώπων που αγάπησαν, μίσησαν, απογοητεύτηκαν, πολέμησαν και χάθηκαν με γοητεύει τόσο, ώστε θέλω να την ανακαλύπτω παντού και να τη ζωντανεύω μέσω της λογοτεχνίας, οπλίζοντας τους ήρωες του τότε με σύγχρονα αισθήματα και σκέψεις.

 Επιστρέφοντας στα μεγάλα κέντρα του κοσμοπολιτισμού…

Ο κοσμοπολιτισμός έχει οριστεί εξαρχής από τον Όμηρο. Είμαστε ένας ιστορικός λαός της Μεσογείου που συμμετέχουμε στον κοσμοπολιτισμό λόγω της διασποράς. Οι κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες και οι διακρατικές σχέσεις στις αρχές του 20ού αιώνα ανήγαγαν τον κοσμοπολιτισμό σε φαινόμενο που έφτασε στο αποκορύφωμά του και δέσποσε σε κάποιες μητροπόλεις-φάρους της Μεσογείου: Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη... Επιστρέφοντας σε αυτές, είναι σαν να πηγαίνω στις πηγές της λογοτεχνίας. Ο κοσμοπολιτισμός είναι κομμάτι του παρελθόντος αλλά και ένα στοίχημα για το μέλλον. Η νεοελληνική λογοτεχνία κατατρύχεται από την εσωστρέφεια και την αγοραφοβία των τελευταίων δεκαετιών, καταδικάζοντας ικανούς συγγραφείς να μηρυκάζουν εθνικές τραγωδίες και να αναμασούν εθνικές εμμονές.
Όλα αυτά δεν επέτρεψαν να δημιουργηθούν μεγάλα έργα που θα συμμετείχαν στο «κοινό ταμείο» της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

 Μοιάζει να επιδιώκετε έναν ακαδημαϊσμό ταυτισμένο με τις εποχές που περιγράφετε.

Αισθάνομαι ότι υπάρχει ένα μεγάλο κενό στις μεγάλες αφηγήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας. Ότι δεν είναι τόσο πειστικοί οι μεγάλοι κόσμοι που δημιούργησαν οι εκάστοτε συγγραφείς, με εξαίρεση τον Καραγάτση και τον Τσίρκα. Ο Καραγάτσης υπήρξε ο μεγάλος μας παραμυθάς, δυστυχώς χωρίς τον απαραίτητο ιδεολογικό άξονα.

 Είναι πιο ελκυστικοί και ενδιαφέροντες οι «κακοί» πρωταγωνιστές, όπως η περίπτωση του θρυλικού Ζαχάρωφ που χρησιμοποιείτε στο «Φιλμ Νουάρ»;

Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο κακοί ή καλοί. Διαφωνώ κάθετα με τους Άθλιους του Ουγκό, όπου γίνεται αυτός ο «άθλιος» διαχωρισμός μεταξύ καλού και κακού. Καλό και κακό συνυπάρχουν.

Ο Ζαχάρωφ δεν είναι αυτή η περίπτωση. Είναι μια βαθιά απελπισμένη ψυχή που δεν πιστεύει στη ζωή, μια απεγνωσμένη συνείδηση, και καθώς είναι ιδιαίτερα προικισμένος, η απόγνωσή του μετατρέπεται στο απόλυτο κακό. Αλλά δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός. Από τη στιγμή που τον έκανα ήρωά μου δεν μπορώ παρά να του χαρίσω τη συμπάθειά μου. Πάντως, όρισε τις συντεταγμένες της εποχής μας: πετρέλαιο, όπλα, μέσα ενημέρωσης, χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ανήκει στους σκοτεινούς πρωταγωνιστές της εποχής μας.

 Υπήρξε, τελικά, ως χρηματοδότης της μικρασιατικής εκστρατείας, ηθικά υπεύθυνος και για τη μικρασιατική καταστροφή;

Επ’ ουδενί. Το πρόβλημα ήταν η αποχώρηση του Βενιζέλου από την πολιτικήσκηνή και ο θάνατος του διαδόχου Αλέξανδρου. Οι άστοχοι χειρισμοί που ακολούθησαν υποχρέωσαν τον ελληνικό στρατό σε μια εκ των προτέρων καταδικασμένη επιχείρηση στα βάθη της παραπαίουσας Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Ο Ζαχάρωφ ήταν σαφής όταν τους προέτρεπε να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη και να περιοριστούν στα παράλια της Ιωνίας.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Εξομολόγηση περί λογοτεχνικού κοσμοπολιτισμού

Και τι σημαίνει εντέλει κοσμοπολιτισμός στη λογοτεχνία... Η Αλεξάνδρεια και το Παρίσι, το Cafe de la Paix και η γοητεία του χτες, η ιστορία της διεθνικής αριστοκρατίας; Όχι βέβαια. Λογοτεχνικός κοσμοπολιτισμός είναι το αντίθετο της εσωστρέφειας και του απομονωτισμού. Όπερ σημαίνει, μπορώ να γράφω και για το χωριό μου και να είμαι κοσμοπολίτης αρκεί να κομίζω οικουμενικά μηνύματα στους αναγνώστες μου. Με την αγοραφοβία και τις εθνικές μας εμμονές δεν πάμε πουθενά. Είμαστε πολίτες του κόσμου και πρέπει να το αποδείξουμε διατηρώντας την διαφορετικότητά μας...
Η έννοια του κοσμοπολιτισμού είναι σύμφυτη με την ιστορική μοίρα της ελληνικής φυλής. Πρώτος ο Όμηρος καθόρισε την έννοια του κοσμοπολίτη στους πρώτους κιόλας στίχους της Οδύσσειας. Ο Οδυσσέας είναι ο πρώτος πολίτης του κόσμου. Στη συνέχεια ο κοσμοπολιτισμός που ως φαινόμενο αποτυπώνεται επίσης, στη μυθική Βαβέλ και στη Βαβυλώνα, θα γνωρίσει πολλές μεταλλάξεις. Στο λυκαυγές του εικοστού αιώνα θα κορυφωθεί με το μητροπολιτικό τόξο που σχηματίζουν πόλεις-φάροι της Ανατολικής Μεσογείου –Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, Βυρηττός– αλλά και οι αγαπημένοι προορισμοί της Ευρώπης: Λονδίνο, Παρίσι, Βερολίνο, Βιέννη, Αγία Πετρούπολη. Η διακίνηση ιδεών και εμπορευμάτων μαζί με την συνεχή μετακίνηση ανθρώπων καταρρίπτουν σύνορα κάθε λογής –γλωσσικά, εθνικά, θρησκευτικά.
Οι παγκόσμιοι πόλεμοι, το τέλος της αποικιοκρατίας κι η έξαρση του εθνικισμού θα οδηγήσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην λογική των «κλειστών κοινωνιών». Μέσα στο κλίμα αυτό η νεοελληνική πραγματικότητα, μέρος της οποίας αποτελεί και η λογοτεχνία της, ακολουθεί τη τακτική της απομόνωσης. Κυρίαρχο στοιχείο παραμένει η τάση μας να μηρυκάζουμε εθνικές τραγωδίες και να αναμασάμε εθνικούς μύθους. Η πρόκληση για την νεοελληνική λογοτεχνία είναι να ξεπεράσει την αγοραφοβική της τάση και την εσωστρέφεια των τελευταίων δεκαετιών. Το κοινό ταμείο της παγκόσμιας λογοτεχνίας περιμένει από καιρό της δική μας συνεισφορά…

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Μάνος Κοντολέων:Με στοιχεία κοσμοπολιτισμού – η περίπτωση του Δημήτρη Στεφανάκη


Κάθε άνθρωπος έχει μια καταγωγή και μια ταυτότητα.

Κάθε συγγραφέας το ίδιο.
Καταγωγή του είναι η χώρα όπου ζήσανε εκείνοι οι συγγραφείς που τον μεγαλώσανε. Ίσως η ίδια με αυτήν που θα ζήσουν όσοι νέοι συγγραφείς θα μεγαλώσουν από τα δικά του έργα.
Η ταυτότητα ενός συγγραφέα είναι οι εμμονές του.
Ίσως ακουστεί ως μια ρήση αρκούντως περίεργη έως και εξεζητημένη. Αλλά εγώ πιστεύω πως ο κάθε συγγραφέας άσχετα κι αν έχει γράψει πολλά ή λίγα βιβλία, στην ουσία πάντα ένα βιβλίο γράφει, πάντα μια ή έστω δυο είναι οι συγγραφικές εμμονές του.
Οι συγγραφικές εμμονές είναι τα αποτυπώματα των συγγραφέων. Η ταυτότητά τους. Με αυτήν ξεκινά και με αυτήν πεθαίνει.
Κι όμως, την ίδια ώρα που λέω αυτές τις απόψεις, είμαι μπροστά στην πρόκληση να παρουσιάσω το στίγμα, το αποτύπωμα, την ταυτότητα ενός συγγραφέα που δείχνουν να μη φανερώθηκαν από το πρώτο ή και το δεύτερο έστω βιβλίο του.
Για τον Δημήτρη Στεφανάκη, μιλώ.
Επτά μέχρι τώρα τα βιβλία του.
Όλα μυθιστορήματα –να ένα πρώτο στοιχείο του προσωπικού του αποτυπώματος. Μυθιστοριογράφος.
Και μάλιστα, όχι μυθιστοριογράφος γιατί αυτά που γράφει απλώνονται σε πολλές σελίδες. Αλλά κυρίως γιατί πλησιάζουν με σύνθετο τρόπο θέματα και χαρακτήρες.
Στο σύνολο των νέων ελλήνων μυθιστοριογράφων εντάσσεται, λοιπόν, ο Στεφανάκης.
Πριν όμως θελήσουμε να δούμε με ποιους ίσως άλλους συγγραφείς συνδέεται, από ποιους κατάγεται, ας δούμε από λίγο πιο κοντά τα δικά του χαρακτηριστικά.
Ομολογώ πως ο Δημήτρης Στεφανάκης ενώ από το πρώτο του κιόλας μυθιστόρημα έδειξε τη στόφα του μυθιστοριογράφου ότι κατέχει, αν δούμε σήμερα τα πρώτα του έργα –και κυρίως τα τρία πρώτα, θα πρέπει να σημειώσουμε πως το προσωπικό του στίγμα δεν είναι τόσο απτό.
Ναι κυκλοφορεί σε χώρους φορτισμένους –πόλη σαν την Αθήνα, νησί όπως η Μύκονος, γειτονιά σταμπαρισμένη από μνήμες εφηβείας- και –ναι!- κάποιοι από τους χαρακτήρες τους δείχνουν μια έντονη αρρενωπότητα αν είναι άντρες ή μια έντονη θηλυκότητα αν είναι γυναίκες, αλλά…
Λοιπόν, είναι παράξενο και – σε σχέση με το σημερινό εντόνως συγκεκριμένο συγγραφικό προφίλ του Στεφανάκη- μη ερμηνεύσιμο, αλλά τα τρία του πρώτα έργα δεν έχουν μεταξύ τους πολλά κοινά στοιχεία ούτε στη θεματική, μήτε στο χώρο.
Ή μάλλον έχουν κάτι κοινό. Μια δισταχτικότητα… Μια προσπάθεια αναζήτησης –κάπως έτσι προτιμώ να το διατυπώσω- του προσωπικού συγγραφικού αποτυπώματος.
Από το τέταρτο και μετά βιβλίο, το στίγμα αρχίζει να διαφαίνεται. Πιο σωστά θεμελιώνεται. Ακόμα πιο σωστά -επιτίθεται.
Ναι, επτά χρόνια μετά από την κυκλοφορία του πρώτου μυθιστορήματος και μόλις τρία από την εμφάνιση του τρίτου, το τέταρτο μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη, φωτίζει δυνατά μια συγγραφική ταυτότητα –πρόκειται για το «Μέρες Αλεξάνδρειας».
Ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο αυτό.
Η κοσμοπολίτικη ματιά και ο έντονος, συχνά αμοραλιστικός και πάντα ιδιαιτέρως ερωτικός, χαρακτήρας του κεντρικού προσώπου.
Θα ακολουθήσει το «Συλλαβίζοντας το Καλοκαίρι», όπου ο Στεφανάκης λες και θέλει να δει αν μπορεί να πειραματιστεί με ότι θεμελίωσε στις «Μέρες Αλεξάνδρειας», και χρησιμοποιεί ως ήρωά του ένας υπαρκτό πρόσωπο –θρύλο του πρόσφατου λογοτεχνικού παρελθόντος και τον πηγαίνει με ανορθόδοξο τρόπο στη Μύκονο (νησί που και σε προηγούμενο έργο του είχε ο ίδιος καταφύγει). Ο Καμύ και η Μύκονος κυριαρχούν στο έργο –έργο απρόσμενα ευφάνταστο- αλλά προσωπικά πιστεύω πως ο Στεφανάκης πολύ γρήγορα διαπίστωσε το αδιέξοδο που το εγχείρημά του αυτό δημιουργούσε. Ο σουρεαλισμός ή με άλλη διατύπωση ο φανταστικός ρεαλισμός δεν μπορούν να υπηρετήσουν τα οράματά του.
Και κάτω από μια τέτοια διαπίστωση ίσως να ξαφνιάστηκε, θα αποπροσανατολίστηκε και έτσι καταφεύγει σε ένα άλλο εμβόλιμο αρσενικό πρόσωπο της ιστορίας –τον Λεωνίδα- και γράφει ένα υπαρξιακών ανιχνεύσεων και ιδιότυπα αντιηρωικό μυθιστόρημα.
Όμως, το συμπαγές αρρενωπό που εκφράζει η προσωπικότητα του σπαρτιάτη βασιλιά δεν νομίζω πως μπορούσε να βοηθήσει τον Στεφανάκη να εδραιώσει μήτε το κοσμοπολίτικο στοιχείο, μήτε και τον έντονο αρσενικό ερωτισμό που σαφέστατα είχε αρχίσει να στοιχειώνει τη γραφή και τους αναγνώστες του.
Αλλά ο Στεφανάκης είναι ένας έξυπνος συγγραφέας. Μαθαίνει από τις διαδρομές που δεν τον έφεραν στο ποθούμενο αποτέλεσμα. Κι έτσι έρχεται, επανέρχεται πιο σωστά στο δρόμο της Αλεξάνδρειας και μας χαρίζει το «Φιλμ Νουάρ» κι ένα επίσης ιστορικής προέλευσης μυθιστορηματικό χαρακτήρα* τον Βασίλειο Ζαχάρωφ.
Τώρα το κοσμοπολίτικο στοιχείο ξεκινά από τη πόλη – σύμβολό του. Και ο μυθιστορηματικός χρόνος κυλά πάνω στα μονοπάτια του τέλους και της αρχής δυο κοσμοπολίτικων αιώνων.
Με βάση στέρεη της μιας εμμονής μου, μπορεί και βιογραφεί με μυθιστορηματική ελευθερία το τύπο του αρσενικού που τόσο τον ελκύει –η δεύτερη συγγραφική εμμονή συμπρωταγωνιστεί.
Δεν είναι στόχος αυτού του σημειώματος η αναλυτική αναφορά μήτε στο «Μέρες Αλεξάνδρειας», μήτε και στο «Φιλμ Νουάρ».
Εδώ προσπαθώ να ανιχνεύσω το σημείο στο οποίο στέκεται ένας σύγχρονος έλληνας συγγραφέας –ο Δημήτρης Στεφανάκης.
Αν βασιζόμουνα στα επτά μέχρι σήμερα μυθιστορήματά του θα εξέφραζα μια ερώτηση –Ποιο μπορεί να είναι το όγδοο;
Ο Καμύ, ο Λεωνίδας και ο Βασίλειος Ζαχάρωφ είναι πολύ δυνατές προσωπικότητες, αλλά και τόσο διαφορετικές μεταξύ τους που πώς να υποψιαστεί κανείς ποιος από τους τρεις θα είναι εκείνος που θα εξαναγκάσει το συγγραφέα να επιλέξει το μελλοντικό του ήρωα;
Αλλά αν βασιστώ στον τρόπο που ο ίδιος ο συγγραφέας δείχνει την προτίμησή του σε δυο από τα επτά του μυθιστορήματα , τότε αισθάνομαι μια σιγουριά όταν καταθέτω την υπόνοια πως ο Δημήτρης Στεφανάκης μπορεί να είναι ένα νέος Τάσος Αθανασιάδης –οι «Πανθέοι» αυτού του συγγραφέα περιέγραψαν την ελληνική ιστορία και κοινωνία με μια τάση κοσμοπολιτισμού- αλλά και ένας μακρινός, έστω, συνεχιστής της ματιάς του Καραγάτση –αξίζει να σκεφτούμε κάποια στιγμή
τις αναλογίες του Γιούγκερμαν με τον Ζαχάρωφ.
Δεν ξέρω αν το σκέφτηκε κανείς, αλλά εγώ θεωρώ πως με τη δική του Αλεξάνδρεια ο Στεφανάκης δε συνέχισε την ιστορία της πόλης από εκεί που την άφησε ο Τσίρκας. Αλλά ούτε και συγγένειες μπορώ να βρω με την τριλογία του Θέμελη.
Ο δημιουργός της «Λέσχης» έχει διαφορετικές πολιτικές αναζητήσεις και ο συγγραφέας της «Αναζήτησης» γράφει ως βαλκάνιος συγγραφέας. Και βέβαια, απέχει η ματιά του Στεφανάκη από αυτήν του Ισίδωρου Ζουργού.
Ο Ζουργός περιγράφει το ελληνικό πάθος έχοντας επιλέξει να σταθεί σε ελληνικό τόπο. Ο Στεφανάκης το ίδιο αν θέλετε πάθος περιγράφει, αλλά δέστε τον, τόπο εκτός ελληνικής επικράτειας έχει αυτός διαλέξει.
Μα μήπως λέγοντας κοσμοπολίτικη ματιά, κάτι τέτοιο δε θέλουμε να περιγράψουμε;
Η γραφή του Δημήτρη Στεφανάκη –στέρεη και κλασική- δεν προτείνει μια άλλη ανάγνωση της ιστορίας. Προτείνει μια πλέον ανοιχτή προσέγγισή της. Κι αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο κοσμοπολιτισμού.


Τα βιβλία του Δημήτρη Στεφανάκη
Φρούτα εποχής, 2000
Λέγε με Καΐρα, 2002
Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, 2004
Μέρες Αλεξάνδρειας, 2007
Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι, 2009
Θα πολεμάς με τους θεούς, 2010
Φιλμ νουάρ, 2012

  
Το κείμενο είναι από την ομιλία του Μάνου Κοντολέων που με τίμησε με την παρουσία του στο Έναστρον. Τον ευχαριστώ πολύ!
http://manoskontoleon2.blogspot.gr/2012/10/blog-post_14.html

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Ημερολόγιο χαρακτήρων

Με αφορμή το "αδημοσίευτο κεφάλαιο" του Φιλμ Νουάρ αναρωτιέμαι ποιος μπορεί να διασφαλίσει την αμεροληψία του συγγραφέα έναντι των ηρώων του. Αναφερόμαστε συχνά στην συγγραφική δεοντολογία αλλά ποιος μπορεί άραγε να μας πείσει πως δεν υπάρχουν εγγενείς συμπάθειες ή αντιπάθειες σε μια αφήγηση. Ποιος μπορεί να κρίνει αν ο Ιάγος είναι χειρότερος από τον Οθέλλο ή αν η τρομακτική φύση της λαίδης Μάκβεθ δεν εξυπηρετεί απλώς τις ανάγκες του στέμματος της Αγγλίας. Το σίγουρο είναι πως κάποιοι χαρακτήρες είναι "καταδικασμένοι" εξαρχής στην διανομή των ρόλων με κριτήρια εξίσου αυθαίρετα και ακατανόητα όπως εκείνα της πραγματικότητας...

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Ένα αδημοσίευτο κεφάλαιο Φιλμ Νουάρ


ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ

Δημήτρης Στεφανάκης

Εκδόσεις Ψυχογιός

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟΣ ΣΕΙΡΑΣ  
http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/407/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF#.UGx8t5KJ9dc.facebook
 

Η σοφία των γυναικών είναι συχνά αποστομωτική, σκέφτηκε ο Βασίλειος καθώς περιεργαζόταν το επιστολικό δελτάριο με την εικόνα ενός ξενοδοχείου και την ένδειξη ΑΘΗΝΑ 1887, ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ. Από κάτω έγραφε.
 
«Σε ασπάζομαι τρυφερά. Πιλάρ».

Στη θέση της ένας άντρας θα επέλεγε ένα μακροσκελές γράμμα  προκειμένου να εξηγήσει όσα η νεαρή Ισπανίδα συνόψισε επιγραμματικά σε τρεις λέξεις. Εκείνη τη μοιραία νύχτα στο Οριάν Εξπρές όπου ο έρωτας ήρθε τόσο αναπάντεχα και δεν τους επέτρεψε να κοιμηθούν ούτε λεπτό, η νεαρή ερωμένη του δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό της για την ελληνική καταγωγή του. Θυμόταν ακόμα πώς  άστραψαν τα μεγάλα βιολετιά της μάτια, πώς  χαράχτηκε στιγμιαία το αλάβαστρο του προσώπου της από ένα διάπλατο χαμόγελο κι ανασηκώθηκαν οι καλοσχηματισμένοι ώμοι της από χαρά. Ωστόσο δεν του πέρασε απ’ το μυαλό ότι το πρώτο πράγμα που θα απαιτούσε μετά το γάμο της με τον πρίγκιπα των Βουρβόνων Φρανσίσκο θα ήταν ένα ταξίδι για να γνωρίσει την πατρίδα του εραστή της. Ποια άλλη απόδειξη χρειαζόταν για το μέγεθος της αγάπης της τη στιγμή που ο ίδιος βασανιζόταν από ένα σωρό αμφιβολίες και ερωτηματικά;

Το ταξίδι με το τρένο ως τη Βενετία του φάνηκε αιώνας. Πρώτη του φορά αναρωτήθηκε γιατί οι συρμοί δεν μπορούσαν να αναπτύξουν τη διπλάσια ταχύτητα. Εξίσου βραδυκίνητο του φάνηκε στη συνέχεα και το πλοίο: Σαν ένα παχύδερμο που δεν κατανοούσε πόσο επειγόταν να φτάσει στο αντικείμενο του πόθου του και κυλούσε αδιάφορα στα ήρεμα νερά με κατεύθυνση το λιμάνι του Πειραιά. Έκαναν στάση στην Κέρκυρα απ’ όπου τηλεγράφησε στον Στάθη Λάμψα:

Φτάνω αύριο, μερίμνησε.


  Αδημονούσε να φτάσει! Μέχρι που σκέφθηκε πως ακόμα και η γεωγραφία συνωμοτούσε εναντίον του· πως η Ελλάδα απομακρυνόταν όλο και περισσότερο και πως μάταια κατευθύνονταν προς τα εκεί. Δεν ήταν έρωτας αυτό που τον είχε καταλάβει. Ήταν δαιμόνιο και τον έκανε να παραλογίζεται.

Αργότερα στην σουίτα του, στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», τα αναλογιζόταν όλα αυτά και γελούσε με τον εαυτό του. Η χλιδή και η άνεση στο λαμπρό αυτό κτίριο γαλλικού αναγεννησιακού ρυθμού δημιουργούσε την ψευδαίσθηση πως συνέχιζε να βρίσκεται στο Παρίσι. Ο καιρός άλλωστε στην Αθήνα δεν ήταν καλύτερος. Το τσουχτερό κρύο και η βροχή, που κάποιες στιγμές γινόταν χιονόνερο, σε αποκαρδίωναν. Από το παράθυρό του έβλεπε τον λόφο της Ακρόπολης να δεσπόζει στο λιτό Αττικό τοπίο διεκδικώντας κάτι από τη χαμένη δόξα του παρελθόντος. Ακόμα και την εποχή που η Αθήνα ζούσε το χρυσό αιώνα της, το τοπίο αυτό δεν θα είχε τίποτε από την εκζήτηση και το πομπώδες μεγαλείο του σημερινού Παρισιού. Η Μεσόγειος διέθετε το δικό της αλφαβητάρι, το δικό της μέτρο που δεν ξεπερνούσε ποτέ το ανάστημα του ανθρώπου κι αυτό άρεσε στον Βασίλειο. Τον έκανε να αισθάνεται πιο σημαντικός. Η σουίτα του είχε την καλύτερη θέα. Ο  Στάθης Λάμψας, φίλος και ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου, τον υποδέχτηκε αυτοπροσώπως.

«Η κομψότης προσωποποιημένη! Οι λονδρέζοι μόδιστροι της Σάβιλ Ρόου θα χαίρονται να ράβουν κουστούμια στα μέτρα σου», του είπε σχολιάζοντας την εντυπωσιακή είσοδο του στο χώρο υποδοχής. Εκείνος του χαμογέλασε αυτάρεσκα. Πανύψηλος, ευσταλής, με τα πλατινένια μαλλιά και τα γαλάζια μάτια του δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητος.

Εκτός όμως από το θαυμασμό του Λάμψα είχε να αντιμετωπίσει και την καχυποψία του.

«Πώς και μας θυμήθηκες;» ήταν το πρώτο πράγμα που τον ρώτησε αμέσως μετά. 

«Τι θα πει πώς σας θυμήθηκα; Από καιρού εις καιρόν σας επισκέπτομαι. Τόσες παρτίδες έχω ανοίξει με την Κυβέρνηση».

«Έτσι είναι, έχεις δίκιο», είπε ο Λάμψας κι έστριψε καχύποπτα το μουστάκι του. Στο μάτι του σπίθισε η ρωμέικη δυσπιστία.

Ο Βασίλειος παρίστανε τον ανήξερο. Δυο μέρες αργότερα κατάλαβε πως καλά θα έκανε να εξηγηθεί. Τα πρωινά την έβγαζε στο Υπουργείο των Στρατιωτικών συζητώντας για το υποβρύχιο  –το πρώτο στον κόσμο– που είχε μόλις πουλήσει στους συμπατριώτες του. Από το μεσημέρι και μετά ωστόσο δεν τον χωρούσε ο τόπος.  Η Αθήνα έμοιαζε ανυπόφορη μες στον επαρχιωτισμό της, οι παλιοί γνωστοί,  ανιαροί και ανούσιοι.  Δίπλα απ’ το ξενοδοχείο, στο μέγαρο Σκουλούδη, ψυχή ζώσα. Ο φίλος του ο Στέφανος δεν είχε επιστρέψει ακόμα από τα πρεσβευτικά του καθήκοντα στη Μαδρίτη. Ποιον να συναντήσει και τι να πει; Τίποτε δεν τον συγκινούσε πέρα από τη συντροφιά του Στάθη αλλά κι αυτός δεν μπορούσε να βρίσκεται συνεχώς μαζί του.  Παρατηρούσε από μακριά το νιόπαντρο ζευγάρι στο εστιατόριο, την ώρα του φαγητού κι αρκούνταν σε κάποια συνωμοτικά χαμόγελα και ματιές της νύφης. Η Πιλάρ τού φαινόταν πιο όμορφη από ποτέ. Η κύκνεια κομψότητά της σαγήνευε τους πάντες.  Η ψηλόλιγνη φιγούρα της διαγραφόταν εντυπωσιακά κάτω από τα μακριά φορέματα. Το βαθύ ντεκολτέ, τα μαύρα γάντια, ο κότσος της ήταν ένα ερωτικό μήνυμα με αποδέκτη τον ίδιο. Έτσι τουλάχιστον αισθανόταν.
Ύστερα όμως οι νεόνυμφοι αποσύρονταν κι εκείνος έμενε μόνος του. Επιχείρησε αρκετές φορές με νεύματα, με σημειώματα, με κάθε τρόπο να την ξεμοναχιάσει. Στάθηκε αδύνατο.  Η κατάσταση άρχιζε να του δίνει στα νεύρα. Αποφάσισε να μιλήσει στον Λάμψα.

«Πάω να σκάσω», του εξήγησε. «Άφησα τις δουλειές μου κι ήρθα εδώ να παρακολουθώ από μακριά τους χαριεντισμούς της νεαρής δούκισσας μ’ αυτό το κακομούτσουνο αντράκι που κορδώνεται-κορδώνεται κι ούτε στον ώμο της δεν φτάνει καλά-καλά».

Στον Στάθη δεν άρεσε καθόλου αυτή η ιστορία.

«Ειλικρινά δεν σε καταλαβαίνω. Δεν είχες κανένα λόγο να κουβαληθείς στην Αθήνα…»

«Μα τι λες τώρα! Να ξέρω ότι η αγαπημένη μου είναι εδώ κι εγώ…»

«Βασίλειε, η αγαπημένη σου είναι μια παντρεμένη γυναίκα και  – »

«Και λοιπόν;»

«Άφησέ με να ολοκληρώσω. Είναι σύζυγος ενός πρίγκιπα των Βουρβόνων. Η άφιξη του ζεύγους στην Ελλάδα αποτελεί κοσμικό γεγονός. Οι εφημερίδες αναφέρονται κάθε τόσο στην παρουσία τους. Θες δηλαδή να προκληθεί σκάνδαλο; Ακόμα δεν έχει στεγνώσει το μελάνι από την προηγούμενη ανδραγαθία σου».

«Μα τι θυμήθηκες τώρα; Αυτό συνέβη πριν από δέκα χρόνια. Ποιος το αναφέρει πια;»

«Έτσι νομίζεις; Κι εγώ σου λέω ότι ακόμα συζητιέται στα αθηναϊκά σαλόνια η επιδρομή σου στο σπίτι του δημοσιογράφου και ο ξυλοδαρμός του. Κι αν ενθυμούμαι καλώς, πάλι γυναικοδουλειά ήταν στη μέση».

«Πήρε το μάθημά του!»

«Ξεκίνησες τότε από το Λονδίνο για να έρθεις να ζητήσεις τον λόγο κι έμπλεξες σ’ ένα άνευ προηγουμένου σκάνδαλο. Αν δεν ήταν ο Στέφανος, δεν ξέρω αν θα μπορούσες να έρχεσαι πια στην Αθήνα».

«Τι θες κι ανακατεύεις το Σκουλούδη;»

« Τον ανακατεύω γιατί με τις γνωριμίες του κατάφερε να δώσει ένα τέλος στην υπόθεση. Μια μικρή επαρχία της Ευρώπης είμαστε εδώ. Όλα συζητιούνται. Τίποτε δεν μένει κρυφό. Θυμάμαι τον καιρό που δούλευα στο Maison Dorée στο Παρίσι…» Ο Λάμψας αναφερόταν συχνά στη θητεία του ως σεφ στην πόλη του Φωτός. Καμιά φορά σου έδινε την εντύπωση πως το θεωρούσε πιο σημαντικό επίτευγμα από το μεγαλοπρεπές αθηναϊκό ξενοδοχείο του που δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από τα ευρωπαϊκά. Ο Βασίλειος δεν τον παρακολουθούσε πια. Ο νους του έτρεχε στην Πιλάρ.

«Με ακούς που σου μιλώ;» βρόντηξε η φωνή του φίλου του επαναφέροντας τον στην πραγματικότητα.

«Φυσικά και σ’ ακούω», ψέλλισε αιφνιδιασμένος.

«Λέω λοιπόν να αφήσεις στην ησυχία του το ζευγάρι και να κοιτάξεις να ηρεμήσεις κι εσύ».

«Αδύνατον, πρέπει να βρεθεί ένα τρόπος».

«Ένας τρόπος να γίνει τι;»

«Να ξεμοναχιάσω την Πιλάρ».

«Α, μα εσύ δεν τρώγεσαι, φίλε μου. Σου εφιστώ την προσοχή. Αν προκληθεί το παραμικρό επεισόδιο, το παραμικρό… θα κάνω ότι δεν σε ξέρω».

«Καλώς, κάνουμε τώρα μια μικρή έφοδο στην κουζίνα; Τι λες;»

Ο Λάμψας γέλασε και του έγνεψε να τον ακολουθήσει. Είχε γίνει συνήθεια αυτή η έφοδος στα άδυτα της γαστρονομίας εκεί όπου οι μάγειροι του ξενοδοχείου πάσχιζαν να ικανοποιήσουν τις γαστριμαργικές διαθέσεις της υψηλής πελατείας. Οι δύο άντρες ευθυμούσαν δοκιμάζοντας την υπομονή του προσωπικού με πειράγματα και υποδείξεις. Ο Βασίλειος μοιραζόταν το γαστρονομικό πάθος του παλιού σεφ που  ακόμη και σήμερα δεν έπαυε να λέει πως «η καλή λειτουργία ενός ξενοδοχείου ξεκινά από την κουζίνα».

Οι λαχταριστές μυρωδιές ερέθιζαν ηδονικά τον ουρανίσκο, οξύνοντας το αίσθημα της πείνας που θα τους οδηγούσε ύστερα από λίγο στο πολυτελέστατο εστιατόριο του ξενοδοχείου, στο γωνιακό τραπέζι. Από εκεί έβλεπαν την πλατεία Συντάγματος που αναδυόταν μέσα στο σκοτάδι χάρις στους αναμμένους φανούς του φωταερίου  και ταυτόχρονα την αρχή της οδού Πανεπιστημίου. Βέβαια ο παλιός σεφ του Maison Dorée, επέμενε και είχε δίκιο, πως κυρίαρχη αίσθηση στο γαστριμαργικό παιγνίδι παρέμενε η όραση. Η ευφάνταστη αρχιτεκτονική των πιάτων που σερβίριζαν καλοντυμένοι σερβιτόροι επιβεβαίωναν του λόγου το αληθές. Ωστόσο το μυστικό βρισκόταν στο ζευγάρωμα των γεύσεων Το σουφλέ καβουριών, με τη σφραγίδα του Λάμψα,  συνοδευόταν απαραιτήτως από ένα αυστηρό λευκό κρασί Chablis, ενώ ο γεμιστός φασιανός με κουκουνάρι και λευκές ρώγες σταφυλιού από ένα κόκκινο Volnay με διακριτικό άρωμα.

Στη μέση του δείπνου ο Λάμψας έμοιαζε να έχει ξαναβρεί το κέφι του.

«Θα σου αποκαλύψω κάτι. Ελπίζω μόνο να μην το μετανιώσω μετά», του είπε αναδεύοντας με κυκλικές κινήσεις το  κρασί μέσα στο μεγάλο κολονάτο ποτήρι του.

«Είμαι όλος αυτιά!»

«Μου υπόσχεσαι μόνο ότι δεν θα κάνεις καμιά τρέλα που θα μας εκθέσει;»

«Σου δίνω το λόγο μου».

«Λοιπόν, πώς θα σου φαινόταν αν σου έλεγα πως η δούκισσα μένει μόνη της τα βράδια;»

«Μα τι λες τώρα; Αυτό είναι εξαιρετικό νέο. Για εξηγήσου καλύτερα».

«Αυτό που σου λέω, ή μήπως δεν καταλαβαίνεις ελληνικά;»

«Εννοείς δηλαδή ότι…»

«Ο δούκας ξεπορτίζει σχεδόν κάθε βράδυ».

«Γυναικοδουλειές; Και δεν του φαίνεται».

«Δεν είμαι τόσο σίγουρος. Οι κακές γλώσσες λένε ότι τις νύχτες χάνεται με τους αμαξάδες μέσα στον βασιλικό κήπο».

«Πέφτω από τα σύννεφα! Ούτε που θα πήγαινε το μυαλό μου. Ξέρεις πως είναι και λίγο…» είπε ο Βασίλειος κι έστριψε χαρακτηριστικά το δάχτυλό του πάνω στο μελίγγι του.

«Αυτό το κατάλαβα εξαρχής. Γυαλίζει το μάτι του. Όλα αυτά να μείνουν μεταξύ μας, σε παρακαλώ. Και, προς Θεού, μην κάνεις καμιά τρέλα».

«Θα είμαι φρόνιμος, σου το υπόσχομαι. Εσύ θα με καλύψεις;»

«Μα… τώρα δεν είπαμε να μην κάνεις καμιά τρέλα, να είσαι φρόνιμος. Τώρα δεν μου έδωσες το λόγο σου;»

«Θα είμαι φρόνιμος. Κανείς δεν θα καταλάβει το παραμικρό. Αρκεί να με βοηθήσεις κι εσύ».

«Θα σε βοηθήσω. Μήπως γίνεται κι αλλιώς; Αλλά θα είσαι πολύ προσεκτικός. Δεν θα ξημερώνεσαι στο δωμάτιό της. Θα βάλω ανθρώπους να τον παρακολουθούν. Να έχεις το νου σου! Αν συμβεί το παραμικρό, θα πρέπει να φύγουμε κι οι δυο από την Ελλάδα. Ούτε να το σκέφτομαι, δεν θέλω», μουρμούρισε ο Λάμψας και κάλυψε το πρόσωπό του με τις παλάμες του.
 
Η διπλή ερωτική ζωή του δούκα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτόταν ο Βασίλειος. Άραγε η Πιλάρ ήταν ενήμερη; Όταν ξαναβρέθηκε στην αγκαλιά της ξέχασε τα πάντα. Το ταξίδι, τον εκνευρισμό των πρώτων ημερών, το δούκα. Είναι παράξενο πώς δύο σώματα ανακαλύπτουν αμέσως το δρόμο προς την ερωτική έξαψη. Λες κι επιστρέφοντας κάθε φορά από μια παθιασμένη επαφή αφήνεις σημάδια στα μονοπάτια των αισθήσεων για να αναγνωρίζεις πιο εύκολα το χάδι του αγαπημένου, το αισθαντικό φιλί στα χείλη, τις τολμηρές περιπτύξεις και τις πύλες που οδηγούν στην οργασμική κορύφωση. Στα λινομέταξα σεντόνια με το ευχάριστο άρωμα λεβάντας η πάλη των δύο εραστών επιβεβαιωνόταν με κραυγές ηδονής και βογκητά που κάποια στιγμή αποκτούσαν παλμό κι ένταση. Η Πιλάρ τον υποδεχόταν με την ερωτική σοφία που την είχε προικίσει η φύση,  με φιλιά και ελαφριές δαγκωνιές, με χάδια που διαπερνούσαν την ραχοκοκαλιά του, ψιθυρίζοντας του στ’ αυτί  ισπανικά επιφωνήματα. Κι ο Βασίλειος από την πλευρά του την έσφιγγε απαλά στα χέρια του κι επιτάχυνε σταδιακά το ρυθμό της ερωτικής πράξης και τους σφυγμούς της καρδιάς στο στήθος της αγαπημένης του.  Ανάμεσα στις στιγμές της ηδονής, που διαρκούσαν καμιά φορά ως το ξημέρωμα, σκεφτόταν πόσο ο έρωτας συγγενεύει με την γαστρονομία. Οι μυρωδιές που αναδίδει ένα σώμα, η γεύση του ιδρώτα, οι χάρες και οι αναλογίες του, όλα συντελούν στην ικανοποίηση ενός αισθήματος τόσο φυσικού όσο και το αίσθημα της πείνας.
 

 

 

 

 

 

 
ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ του Δημήτρη Στεφανάκη (Περίληψη)
 
Το παράνομο ειδύλλιο που γεννά μια νύχτα πάθους του 1887 στο Οριάν Εξπρές θα διαρκέσει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι περίμεναν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του.  Ένας Έλληνας έμπορος όπλων και μια νεαρή Ισπανίδα δούκισσα  πορεύονται στο μεταίχμιο δύο αιώνων με φόντο συγκλονιστικά γεγονότα όπως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Μικρασιατική Καταστροφή.  Τον έρωτα αυτό προσπαθεί να φωτίσει πολλά χρόνια αργότερα, στο Παρίσι του 1939 ο νεαρός Γάλλος δημοσιογράφος Φιλίπ Τεμπό. Οι συναντήσεις με έναν αινιγματικό Ισπανό αναρχικό τον Μιγκέλ Θαραμπόν θα του αποκαλύψουν έναν κόσμο συνωμοσίας, παρασκηνιακής πολιτικής, κατασκοπείας και άνομου κέρδους. Η επίσημη Ιστορία εκτυλίσσεται σαν ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες, σαν ένα Φιλμ νουάρ όπου συμμετέχουν γνωστοί πολιτικοί, μεγιστάνες και κατάσκοποι. Από την άλλη πλευρά η καθημερινότητα των ανθρώπων διεκδικεί το δικό της μερίδιο. Έτσι ώστε κάποιες φορές τα πιο σημαντικά επεισόδια να φαντάζουν επινοήσεις της ανθρώπινης ψυχής που τα προκαλεί με την ασίγαστη δράση της.

Στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Μαδρίτη, στην Αγία Πετρούπολη, στο Μόντε Κάρλο και στην Κωνσταντινούπολη ο κοσμοπολιτισμός δείχνει το σκοτεινό του πρόσωπο…
 
 
 

 

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Συλλαβίζοντας καλοκαιρινές εξομολογήσεις...

...Κι έρχεται μια στιγμή όπου το σήμερα και το χθες δεν είναι η αίσθηση μιας μέρας που ήρθε κι έφυγε αλλά κάποια χρόνια όπως οι ράγες πάνω στις οποίες πηγαινοέρχεται το τρενάκι της ύπαρξής μας.
Λες και ζούμε κάθε στιγμή σε μια
ολόκληρη δεκαετία.
Ειλικρινά δεν ξέρω αν αυτός ο άντρας που με κοιτάζει από την φωτογραφία βρίσκεται στις αναμνήσεις αυτού του καλοκαιριού ή κάποιου περασμένου. Σαν να φυλλομετρώ ένα βιβλίο από στιγμές που τις κουβαλώ όπως τα χαλίκια από τις αμμουδιές που αγάπησα...


ΜΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Συλλάβισα τόσα καλοκαίρια στη ζωή μου κι όμως δεν έμαθα ακόμα να μην πενθώ κάθε φορά το θάνατό τους.

 Ίσως γιατί μέσα τους έκλεισα για πάντα την αμετανόητη εφηβεία μου,
ίσως γιατί μέσα τους μόνο βρίσκω, χάνω και ξαναβρίσκω την ευλογημένη αταξία της Μεσογείου...