Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Από την αναγόρευση του Δημήτρη Στεφανάκη σε Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών

Την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου ο διακεκριμένος λογοτέχνης Δημήτρης Στεφανάκης τιμήθηκε με το διάσημα του Ιππότη Γραμμάτων & Τεχνών του Γαλλικού Κράτους από τον Σύμβουλο Συνεργασίας και Μορφωτικής Δράσης της Πρεσβείας της Γαλλίας στην Ελλάδα και Διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου κ. Olivier Descotes.

Δείτε το σχετικό βίντεο:



Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Αναγόρευση του Δημήτρη Στεφανάκη σε Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών από το Γαλλικό κράτος


Την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης τιμήθηκε με τα διάσημα του Ιππότη Γραμμάτων & Τεχνών του Γαλλικού Κράτους από τον Σύμβουλο Συνεργασίας και Μορφωτικής Δράσης της Πρεσβείας της Γαλλίας στην Ελλάδα και Διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Ολιβιέ Ντεκότ.
 Η τελετή πραγματοποιήθηκε στην αυλή του Γαλλικού Ινστιτούτου με την παρουσία πλήθους προσκεκλημένων, στους οποίους ο οικοδεσπότης Ολιβιέ Ντεκότ εξύμνησε την προσφορά του Δημήτρη Στεφανάκη στα ελληνικά γράμματα και μίλησε εγκωμιαστικά για τη διεθνή απήχηση του έργου του τόσο στη Γαλλία, αλλά και στις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες.
Δημήτρης Στεφανάκης /Ολιβιέ Ντεκότ

Μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στην ευρωπαϊκή θεματολογία που συναντά ο αναγνώστης στα βιβλία του Δημήτρη Στεφανάκη και εστίασε ιδιαίτερα στο μυθιστόρημά του «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι» που φέρνει στο προσκήνιο τον Αλμπέρ Καμύ και προάγει τα γαλλικά γράμματα.



Ο συγγραφέας στη σύντομη ομιλία του ευχαρίστησε τον γάλλο μορφωτικό ακόλουθο, τον εκδότη του Θανάση Ψυχογιό, τον γάλλο εκδότη του, την οικογένεια του, τους φίλους του και τους αναγνώστες.
Ο Δημήτρης Στεφανάκης με τον κ. Θάνο Ψυχογιό
και την Διευθύντρια Marketing
των Εκδόσεων Ψυχογιός κ. Κλειώ Ζαχαριάδη.





Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει μεταφράσει έργα των Σολ Μπέλοου, Ε. Μ. Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Προσπέρ Μεριμέ κ.ά. Το βιβλίο του «Μέρες Αλεξάνδρειας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ψυχογιός» εκδόθηκε πρόσφατα στα γαλλικά και απέσπασε το Prix Mediterranée Étranger.
Οι τιμώμενοι της βραδιάς Μαρία Ευσταθιάδη,
Δημήτρης Στεφανάκης, Θανάσης Χατζόπουλος
και Ολιβιέ Ντεκότ

Το βιβλίο κυκλοφορεί επίσης στα ισπανικά και τα αραβικά. Ο Δημήτρης Στεφανάκης τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη 2011 και ήταν υποψήφιος για το Prix du Livre Européen 2011.
Από τις εκδόσεις «Ψυχογιός» κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά του «Φιλμ νουάρ», το οποίο πρόσφατα μεταφράστηκε στα γαλλικά, «Άρια. Ο κόσμος από την αρχή» και «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι».

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Δημήτρης Στεφανάκης θα χριστεί Chevalier des Arts et des Lettres (Ιππότης Γραμμάτων και Τεχνών) από το Γαλλικό κράτος

                         

 Δελτίο Τύπου
---

Ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης θα χριστεί Chevalier des Arts et des Lettres (Ιππότης Γραμμάτων και Τεχνών) από το Γαλλικό Κράτος σε ειδική εκδήλωση που θα λάβει χώρα στο Γαλλικό Ινστιτούτο, την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014 και ώρα 19.30ʹ.

Το Τάγμα των Γραμμάτων και Τεχνών, το οποίο θα πραγματοποιήσει τη βράβευση του συγγραφέα, διαχειρίζεται εκ μέρους του Υπουργείου Πολιτισμού της Γαλλίας την επιβράβευση των διακριθέντων για τη δημιουργικότητά τους στον καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό τομέα ή για τη συμβολή τους στην προώθηση των τεχνών και των γραμμάτων στη Γαλλία και σε όλο τον κόσμο.

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει μεταφράσει έργα των Σολ Μπέλοου, Ε. Μ. Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Προσπέρ Μεριμέ κ.ά. Το βιβλίο του ΜΕΡΕΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, εκδόθηκε πρόσφατα στα γαλλικά σημειώνοντας τόσο μεγάλη επιτυχία, ώστε τιμήθηκε με το Prix Méditerranée Étranger. Κυκλοφορεί επίσης στα ισπανικά και τα αραβικά. Ο Δημήτρης Στεφανάκης τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη 2011 και ήταν υποψήφιος για το Prix du Livre Européen 2011. Από Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά του ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ, το οποίο πρόσφατα μεταφράστηκε στα γαλλικά, ΑΡΙΑ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ και ΣΥΛΛΑΒΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ.



Δημήτρης Στεφανάκης: «Αποστολή της λογοτεχνίας είναι να μας οδηγεί πάντοτε στο καλοκαίρι των ιδεών» Συνέντευξη στην Τέσυ Μπάιλα


Stefanakis2«Αποστολή της λογοτεχνίας είναι να μας οδηγεί πάντοτε στο καλοκαίρι των ιδεών, στο αδιαπραγμάτευτο φως των αισθήσεων. Προσωπικά, αυτό ψάχνω στα δικά μου βιβλία, όσο και στα βιβλία των άλλων», υποστηρίζει οΔημήτρης Στεφανάκης «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι». Και μιλά για τον έρωτα και για τον θάνατο, για την λογοτεχνία και τον Καμύ.

- Κύριε Στεφανάκη, με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου σας «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι» από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ ήθελα να σας ρωτήσω πώς νιώθει ένας δημιουργός όταν το έργο του έχει την ευκαιρία να ζήσει μια δεύτερη ζωή και επανέρχεται στη λογοτεχνική σκηνή μετά από χρόνια.
Αισθάνεται σαν να παραβιάζει το χρόνο αναγκάζοντάς τον να αναδιπλωθεί μέσα του. Η δεύτερη ευκαιρία αποτελεί έτσι κι αλλιώς δικαίωμα του καθενός σε μια ζωή που συνήθως δε μας βοηθά με την πρώτη.
- Λέγεται ότι ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο πυλώνες του μυθιστορήματος. Αν υπήρχε ένας ακόμη, ποιος θα ήταν αυτός;
Νομίζω ότι υπάρχει πάντα ένας τρίτος πυλώνας που αντιστοιχεί στο θέμα κάθε μυθιστορήματος. Για παράδειγμα, στην «Άρια» είναι η δύναμη του ανθρώπου. Στο «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι» είναι το ελληνικό καλοκαίρι.
- Ο Καμύ επανέρχεται στη Μύκονο, μέσα στο μεσογειακό φως που τόσο αγαπούσε. Τι ρόλο παίζει το φως στη λογοτεχνική συνείδηση και την αθωότητά της;
Το φως καταυγάζει την ομορφιά αυτού του κόσμου και με τον τρόπο αυτόν αφυπνίζει τη λογοτεχνική συνείδηση και την αθωότητα των λέξεων.
- Στο μυθιστόρημα ο Καμύ επιστρέφει στη ζωή και μαζί του όλα −έρωτες, μυθιστορήματα, άνθρωποι− μοιάζουν να ζητούν μια δεύτερη ευκαιρία,. Τελικά, αυτό που ζητά στη δεύτερη ευκαιρία είναι κυρίως η δικαίωση; Οι άνθρωποι δικαιώνονται όταν ολοκληρωθεί το έργο τους;
Δικαίωση είναι η ζωή που ζούμε. Οι χαμένες ευκαιρίες και τα ανεκπλήρωτα όνειρα είναι απλώς μέσα στο παιγνίδι. Τίποτε δεν ολοκληρώνεται· κι αυτό αποτελεί μέρος της γοητείας αυτού του κόσμου.
- Ο Καμύ σε όλα του τα έργα στρέφεται προς το φως για να ανακαλύψει την ηθική τάξη των πραγμάτων ή και το λόγο της εξέγερσης ενάντια σε ό,τι δεν μπορεί να αποδεχτεί. Ο σύγχρονος λογοτέχνης, μέσα στον κόσμο, έτσι όπως αυτός έχει διαμορφωθεί, πού πρέπει να στραφεί;
Στην παράδοση της μεγάλης λογοτεχνίας, εκεί όπου εγκαταβιώνουν οι απαρχές της αφήγησης, οι προαιώνιες αλήθειες, οι μύθοι και τα οράματα. Εκεί στρεφόταν ουσιαστικά και ο Καμύ, όπως και κάθε μεγάλος στοχαστής.
- Τι θα απαντούσατε στον Καμύ αν σας ρωτούσε με ποιο δικαίωμα του ζητάτε και στη δεύτερη αυτή ευκαιρία ζωής να μην απεκδυθεί τον πνευματικό του εαυτό, ενώ εκείνος θέλει να ζήσει την ξεγνοιασιά του έρωτα, της θάλασσας, της ζωής;
Θα του έλεγα ότι ξόδεψε αλόγιστα το ταλέντο του μέσα στην πολυπραγμοσύνη της ζωής του και τώρα έχει μια δεύτερη ευκαιρία για να επανορθώσει. Αλλά δε νομίζω ότι θα με άκουγε − και, μεταξύ μας, καλά θα έκανε.
- Γοητεία ή δύναμη είναι η λογοτεχνική παρέμβαση στη ζωή του Καμύ; Ή μήπως το πάθος του συγγραφέα για ελευθερία;
Θα έλεγα πως είναι αγάπη και σεβασμός, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο· γιατί δεν τολμάς να παρέμβεις στην ζωή ενός μεγάλου στοχαστή παρά μόνο αν τον αγαπάς και τον σέβεσαι.
- Πέρα από την αγάπη σας για τον Καμύ, το κίνητρό σας για να γραφτεί αυτό το βιβλίο ήταν η προσωπική σας αγωνία για ένα ανολοκλήρωτο έργο. Θέλω να πω, πόσο γοητευτικό είναι ένα έργο που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ για εσάς;
Άκρως γοητευτικό! Στην ουσία τα μεγάλα έργα παραμένουν ημιτελή, εγκαινιάζοντας έναν ανοιχτό διάλογο με τις επόμενες γενιές.
- Είναι τελικά κάθε προσωπικότητα ανάλογη με την εποχή στην οποία παρουσιάζεται;
Η προσωπικότητα συνήθως υπερβαίνει την εποχή της· αλλιώς, γιατί να είναι κάτι σημαντικό;
- Πόσο δύσκολο, ακόμα και επικίνδυνο είναι για ένα συγγραφέα να συλλαβίζει ένα λογοτεχνικό καλοκαίρι στη μέση ενός αλύπητου χειμώνα που έχει κατακλύσει τα πάντα; Μπορεί ένα τέτοιο καλοκαίρι να είναι αήττητο;
Αποστολή της λογοτεχνίας είναι να μας οδηγεί πάντοτε στο καλοκαίρι των ιδεών, στο αδιαπραγμάτευτο φως των αισθήσεων. Προσωπικά, αυτό ψάχνω στα δικά μου βιβλία, όσο και στα βιβλία των άλλων.
Stefanakis* Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει μεταφράσει έργα των Σολ Μπέλοου, Ε.Μ. Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Προσπέρ Μεριμέ κ.ά. Το βιβλίο του ΜΕΡΕΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, εκδόθηκε πρόσφατα στα γαλλικά σημειώνοντας τόσο μεγάλη επιτυχία, ώστε τιμήθηκε με το Prix Mediterranée Étranger. Κυκλοφορεί επίσης στα ισπανικά και τα αραβικά. Ο Δημήτρης Στεφανάκης τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη 2011 και ήταν υποψήφιος για το Prix du Livre Européen 2011. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά του ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ, το οποίο πρόσφατα μεταφράστηκε στα γαλλικά, ΑΡΙΑ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ, και ΣΥΛΛΑΒΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ.
ΠΗΓΗ: http://fractalart.gr/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BB%CE%BF%CE%B3/

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι-Καλοκαιρινός διαγωνισμός

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
από το CosmoteBooks http://tinyurl.com/kmq832y

ΣΥΛΛΑΒΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Στείλτε τη συμμετοχή σας: https://m2.facebook.com/story.php?story_fbid=736290983100667&id=149779631751808

Ο Αλμπέρ Καμύ, πρωταγωνιστής στο βιβλίο του Δημήτρη Στεφανάκη που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, "συλλαβίζει" το καλοκαίρι με τον τρόπο του:
"Καλοκαίρι είναι οι καλαμιές που αντιστέκονται στον αέρα... καλοκαίρι είναι η αλητεία του βλέμματος πάνω στα πεντάρφανα νερά του πελάγους..."

ΒΡΑΒΕΥΟΥΜΕ την ποιητική ματιά σας πάνω στο καλοκαίρι.

"Συλλαβίστε" κι εσείς μια ιδέα για το δικό σας καλοκαίρι ξεκινώντας με την φράση (μέχρι 20 λέξεις): "Καλοκαίρι είναι..." και συνοδέψτε την με μια φωτογραφία από το καλοκαιρινό σκηνικό που λατρέψατε.

ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΤΕ:

Μια δωρεάν διήμερη διαμονή στο Rhenia Hotel & Bungalows στη Μύκονο
*μετά τις 15 Σεπτεμβρίου

Επίσης 3 νικητές θα αποκτήσουν το "Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι" των Εκδόσεων Ψυχογιός με την υπογραφή του συγγραφέα.

Ο διαγωνισμός ολοκληρώνεται την Δευτέρα 25 Αυγούστου 16:59

Η ανακοίνωση των νικητών θα γίνει την Τετάρτη 27 Αυγούστου και τα αποτελέσματα θα τα μάθετε εδώ.

Καλή επιτυχία!


Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

"Ο Άγιος Στοχασμός" μια κριτική της Πηνελόπης Πετράκου για το "Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι'

Ποιος είστε, στ’ αλήθεια, κύριε Καμύ; Ένας ταιριαστός, εναλλακτικά, τίτλος στο φιλοσοφικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη το οποίο επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Το «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι» θα μπορούσε, όχι άστοχα, να χαρακτηριστεί «ύμνος στο ελληνικό καλοκαίρι» αν και, κατ’ εμέ, το ελληνικό φως λειτουργεί εδώ ως φωτοστέφανο στη διανόηση που διοχετεύεται στον κόσμο για να πλαισιώσει τις τεράστιες μορφές της ανθρωπότητας. Μια απ’ αυτές αναντίρρητα κι ο Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος, εάν παρουσιαστεί σε αυστηρά δοκιμιακό ύφος, ενδεχομένως να πέσει στον κοινό τόπο των μέχρι τώρα μελετών. Έτσι, ο συγγραφέας προτιμά να μας την γνωρίσει λογοτεχνικά, χωρίς δοκησισοφία και βιασύνη.
Ο Καμύ περνά το καλοκαίρι του στη Μύκονο στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ως συνηθισμένος τουρίστας και απλά εκπλήσσει εξαιτίας της ομοιότητάς του με τον Γαλλοαλγερινό συγγραφέα. Έχει κοντά του τη νεαρή Αριάδνη, τη δημοσιογράφο με το αθλητικό σώμα και τον εύφλεκτο χαρακτήρα και μοιράζεται μαζί της στιγμές, άλλοτε στωικά κι άλλοτε παθιασμένα, άλλοτε βακχικά κι άλλοτε απολλώνια. Εκείνη τον παροτρύνει με πείσμα να ολοκληρώσει τον «Πρώτο Άνθρωπο» κι εκείνος ανοίγει συχνά τα χαρτιά του μιλώντας για πολλά μα συλλογιζόμενος ακόμη περισσότερα. Κατά βάση κάνει τα προβλεπόμενα, τηρουμένων των αναλογιών: Κυκλοφορεί με βερμούδα και λαίμαργα ξεζουμίζει φρούτα, χαζεύει γυναικεία κορμιά, απολαμβάνει την ηλιοθεραπεία σαν στερημένος και δεν αρνείται να κάνει ένα βαρβάτο ξενύχτι με αμφιβόλου ποιότητας συντροφιά.
Στην καθημερινότητά του συναναστρέφεται με ανθρώπους οι οποίοι αδυνατούν να πλησιάσουν τη μοναχική του κορυφή μια και, πίσω απ’ όλα τα παραπάνω συμβατικά, υπάρχει ένας νους που καταγίνεται με την παρατήρηση και τη μεγαλοσύνη. Ο μεγάλος στοχαστής αγνοεί, παραβλέπει, αποδέχεται κι αντιπαρέρχεται. Ασκείται στο όραμα και στην τόλμη να υπερβαίνει τα σημεία όπου ο φοβισμένος κοινός νους αρνείται να προσεγγίσει. Εκεί που φτάνει ο ίδιος, δεν υπάρχει χρόνος για ξόδεμα με μικρά ζητήματα και μικρά μυαλά. Ο Καμύ αγαπά τους ανθρώπους, γιατί αγαπά τη ζωή. Δεν πιστεύει στην ανθρωπότητα αλλά την αποθεώνει μέσα από σκέψεις και λέξεις: για τον Επίκτητο και τον Δάντη, τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ και τον Ρενέ Σαρ, τον Μπαλζάκ και τον Ντοστογιέφσκι, για τους κλασικούς μουσουργούς, για το χρόνο, το θάνατο, το ποδόσφαιρο, τον έρωτα.
«Ο κόσμος ξανάρχιζε κάθε μέρα στη Μύκονο μ’ έναν καινούργιο ήλιο, κι ο Καμύ πετούσε από πάνω του σαν άπλυτο πουκάμισο τη χρόνια κατάθλιψή του…» Πρακτικά, αυτό που τον διακρίνει είναι η παντελής απουσία προσπάθειας• δεν προσπαθεί για τίποτα, σαν να μην έχει σχέδια. Μοιάζει με άπιαστο πουλί που με την αυτάρκειά του σε κάνει να το θαυμάζεις μυστικά, σε σημείο ώρες-ώρες επικίνδυνο, αφού φτάνεις να το ανταγωνίζεσαι και να θέλεις να το κουλαντρίσεις, να παλέψεις μαζί του ώστε να το νικήσεις στα σημεία. Ο ίδιος ζηλεύει κι εκνευρίζεται, κουράζεται και πέφτει σε λήθαργο, αισθάνεται όλα τα φυσικά και νιώθει τα ανθρώπινα. Είναι λιγομίλητος αλλά πολύ γενναιόδωρος, διότι τα λόγια του είναι σοφά και άδολα. Οι αδυναμίες που του καταλογίζονται είναι οι εντυπώσεις των ανθρώπων που δεν αντέχουν να μένουν μόνοι. Ο Καμύ είναι μια σπουδαία περίπτωση. Και ασφαλώς η αιτία για όλη αυτή την πλοκή που ξετυλίγεται ισορροπημένα, μέσα από έναν άρτια δομημένο λόγο, φιλοσοφικό ως προς το βάρος και τη διάθεση και λογοτεχνικά τέλειο. Ο Δημήτρης Στεφανάκης ρίχνει μπροστά μας το ελληνικό καλοκαίρι των νησιών, ολόκληρο και γυμνό, μας αφοπλίζει και μας θεραπεύει.

Η Πηνελόπη Πετράκου είναι φιλόλογος, υπεύθυνη του βιβλιοπωλείου Έναστρον

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Κριτική του συγγραφέα Βασίλη Μόσχη για το βιβλίο "Άρια.Ο κόσμος από την αρχή"

Μερικές φορές, μπορεί και πολλές, υπάρχουν μυστικές δίοδοι που ενώνουν κείμενα, εικόνες, λέξεις που συγχρωτίζονται και σε οδηγούν πιο παλιά, φέρνουν ξεχασμένες αναμνήσεις στο σήμερα, αφυπνίζουν παλιές λογοτεχνικές γεύσεις αφήνοντας ένα συναίσθημα αγαλλίασης στα χείλη και στο νου.
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα ΑΡΙΑ – Ο κόσμος από την αρχή του Δημήτρη Στεφανάκη, ξαναγεννήθηκε μπροστά μου η ανάγνωση και η μελέτη του Μεγάλου Γκάτσμπυ του Francis Scott Fitzgerald. Ήταν η εποχή που μανιωδώς μελετούσα το κείμενο για τις φοιτητικές μου εξετάσεις. Ένιωσα το ίδιο άρωμα, την ίδια γεύση που με ωθούσε στο ίδιο παρελθόν. Χρονικές αποστάσεις μεταξύ τους, διαφορετικοί τόποι, άλλοι ήρωες, άλλος χρόνος αλλά η ίδια ατμόσφαιρα, το ίδιο παιχνίδι της γεύσης, η ίδια εικόνα του μεσοπολέμου. Κάπου μπουσουλάει το “ελληνικό όνειρο”, προσπαθεί να αναπνεύσει, να σταθεί στα πόδια του, αλλά η “ελληνική τραγωδία” είναι βαθιά ριζωμένη, ποτέ δεν κατάφερε να αλλάξει πορεία.
Ο Δημήτρης Στεφανάκης σε παρασύρει, δεν μπορείς να αντισταθείς, σε μια περιήγηση στο παρελθόν που στιγμάτισε την πορεία της χώρας στο πάντα οδυνηρό μονοπάτι της. “Ο κόσμος από την αρχή” ξεκινά πάντα από μια καταστροφή, δε γίνεται διαφορετικά. Η ευδαιμονία μιας ορισμένης τάξης παρακολουθεί τα σαλόνια των ξενοδοχείων, τις μεγαλοαστικές συναναστροφές, ακολουθεί τη δική της λογική αδιαφορώντας για τη λογική και την ευδαιμονία της κατώτερης τάξης.
Ο συγγραφέας πλέκει τη μυθοπλασία του παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής και μας αφήνει να περιπλανηθούμε στα ατμοσφαιρικά σαλόνια της εποχής, στους αρχαιολογικούς χώρους ανασκαφών, στην Αίγυπτο, στη Σμύρνη, στην Αθήνα, στο Αιγαίο, στα μυστικά θέλω της κατασκοπίας, στα απόκρυφα τερτίπια των πολιτικών και ανθρώπων της εξουσίας, στο δυνατό έρωτα των ηρώων του, στον αγωνιώδη βηματισμό της Ιστορίας που πειθήνια οδηγείται στο δικό της δρόμο ακολουθώντας τις επιταγές της εξουσίας, της κάθε είδους εξουσίας σε ένα γαϊτανάκι πολιτικής, επιβίωσης, κατασκοπίας και δολοπλοκιών.
Παράλληλα, η μικροιστορία της καθημερινότητας αναζητά τον δικό της ρυθμό άμεσα εξαρτώμενο από το μεγάλο όνειρο. Στα προπολεμικά χρόνια και στη συνέχεια στο μεγάλο πόλεμο δημιουργείται η καμπή που οδηγεί στην απαίτηση μιας ζωής από την αρχή, με καινούρια όνειρα, με καθάριο βλέμμα, να γυρίσει ο χρόνος ανάποδα και να γεμίσει η ματιά αισιοδοξία.
Ακολουθώντας κάθε σελίδα προσεκτικά αναρωτιέσαι αν αυτό που σε καθοδηγεί είναι η διεισδυτική ματιά στην εικόνα των ανθρώπων και των καταστάσεων που ξετυλίγονται μπροστά σου ή οι φιλοσοφημένες πνευματικές αναζητήσεις των ηρώων. Προηγούμενες δογματικές απόψεις απορρίπτονται, ο κόσμος αλλάζει, κυκλοφορεί παλινδρομικά μέχρις ότου βυθιστεί για να ανέλθει πάλι από την αρχή, να δώσει καινούριες ελπίδες, ίσως και όχι, μια καινούρια αρχή δεν είναι πάντα και η καλύτερη.
Ταραγμένα χρόνια, παιχνίδια κατασκοπίας, μια μυστηριώδης εξαφάνιση, ένας μεγάλος έρωτας πόσο βοηθούν να ξαναβρεί ο κόσμος την καινούρια του αρχή; Όλα αλλάζουν, αρκετά ξεφεύγουν από την πορεία τους, μερικά παραμένουν ίδια, και η Ιστορία προσπαθεί να γίνει διαφορετική, αλλά δεν εξαρτάται από την ίδια, οι άνθρωποι την δημιουργούν, πόσο να αντέξει στα τερτίπια τους και στις ανέραστες αποφάσεις τους;

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Κριτική για το "Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι" του Γιάννη Αντωνιάδη στο culturenow.gr"

"Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα αόρατο καλοκαίρι".
 Δεν υπάρχει καλύτερη εκκίνηση για την περιγραφή ενός μυθιστορήματος που βρίθει ήλιου, θάλασσας και φαντασίας από αυτήν την φράση του ίδιου του Καμύ. Ένα μυθιστόρημα που έχει την σφραγίδα ενός συγγραφέα, του Δημήτρη Στεφανάκη που μπορεί και επαναφέρει τον Καμύ σε χρόνο μελλοντικό και φανταστικό γιατί γνωρίζει πως αυτό το μυθιστόρημα θα το διάβαζε και ο ίδιος ο Καμύ. Για να οικοδομήσεις έναν κόσμο και σε αυτόν να εντάξεις τον Καμύ θέλει αισθητική, εμπειρία και δομημένο λόγο. Τα νερά μέσα στα οποία κυλάει αυτό το καλοκαίρι που τόσο αγάπησε ο Καμύ έχουν άρωμα ελληνικό και πνεύμα μεσογειακό, έτσι όπως ο ίδιος ο Αλμπέρ Καμύ επιθυμούσε, σεμνά και ταπεινά, μακριά από υπερβολές.
Ο Καμύ λοιπόν, ο οποίος το 1960 σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα μετά από την άρνησή του να μεταβεί με τρένο στον προορισμό του σαν να η μοίρα του αυτό να είχε γράψει στο ημερολόγιο που ο ίδιος κρατούσε, έρχεται με την ευφάνταστη παρέμβαση του Στεφανάκη στην Μύκονο (αγαπημένο τόπο διακοπών του συγγραφέα) κάπου στις αρχές του 2000 για να επαναλάβει το ταξίδι που έκανε το 1955. Στην Μύκονο και στην Δήλο, τόπους φιλόξενους και γεμάτους συγκινήσεις, θα χαρίσουν στον σισυφικό Καμύ - για να θυμηθούμε και ένα βιβλίο του - την δυνατότητα να συλλαβίσει το αιώνιο καλοκαίρι, αυτό που χαρίζει έμπνευση και θησαυρίζει με εικόνες μοναδικές ποιητές και ζωγράφους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και έχοντας κοντά του ανθρώπους που πλέον γνωρίζουν την εγνωσμένη αξία του θα προσπαθήσει να συμμαζέψει τις αναμνήσεις του και να επανατοποθετηθεί σε μία χρονική σφαίρα πολύ διαφορετική από την δική του που τον ξενίζει αλλά συνεχίζει να είναι το ίδιο δροσερή και ηλιόλουστη.
Ο Στεφανάκης , με την αγάπη του για τον Καμύ που είναι έκδηλη σε κάθε επεισόδιο αυτής της νέας ζωής που εμφυσά στον νομπελίστα συγγραφέα, αυτό που πετυχαίνει είναι να προσδώσει μία ποιητική αύρα στην ιστορία που πλάθει με πρωταγωνιστές ανθρώπους του νησιού. Ο Καμύ θα βρεθεί ανάμεσα σε ανθρώπους απλούς και καθημερινούς, θα περιδιαβεί τα σοκάκια και τα μονοπάτια για μία δεύτερη ανάγνωση ενός καλοκαιριού που δεν πρόλαβε να απολαύσει. Εκεί θα κληθεί από την δημοσιογράφο που τον έχει υποδεχτεί να αναπολήσει τα πεπραγμένα του, να φιλοσοφήσει για την ζωή, να μιλήσει για την διαφορά του με τον Σαρτρ και θα στριμωχτεί στην γωνία όταν εκείνη του υπενθυμίζει το τελευταίο και ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα, τον Πρώτο άνθρωπο, το κείμενο του οποίου βρέθηκε πάνω του όταν σκοτώθηκε.
Πρόκειται για ένα σαφές παιχνίδι με τον χρόνο, μία αναδρομή σε ένα παρελθόν που θα ήθελε να είναι παρόν τόσο ο συγγραφέας όσο και εμείς αλλά και οι ήρωες του μυθιστορήματος. Πόσα πολλά θα είχε να δώσει ένας συγγραφέας του βεληνεκούς του Αλμπέρ Καμύ που τόσο άδικα έφυγε για το αιώνιο ταξίδι αφήνοντας πίσω ορφανά τα καλοκαίρια μας? Τελικά πόσο τραγικό και οξύμωρο ακούγεται το γεγονός πως ο Καμύ επιβεβαιώθηκε λέγοντας το παρακάτω: "Δύο πράγματα δεν μπορεί να αντικρύσει ο άνθρωπος κατάματα, τον ήλιο και τον θάνατο". Μέσα σε όλη αυτή την δραματικότητα ο Στεφανάκης έρχεται με το ραβδί του σύγχρονου μάγου που ξέρει να πλάθει παραμύθια σε ενήλικη μορφή να μας πάρει από το χέρι και να μας οδηγήσει στον κόσμο του Καμύ, του στοχαστή, του ψυχολόγου, του θεατράνθρωπου, του δημοσιογράφου, του ανθρώπου που άφησε το στίγμα του σε μία ολόκληρη γενιά δημιουργών, έναν κόσμο γεμάτο συγκινήσεις, συναίσθημα, αλήθεια και πάθος για την ζωή, έτσι όπως ο ίδιος την έζησε μακριά από φώτα και δημοσιότητα υπηρετώντας την τέχνη του.
"Δημοσιογράφος κατ' ανάγκη, φιλόσοφος από χόμπι, θεατρικός συγγραφέας από ιδιοτέλεια, μυθιστοριογράφος εκ φύσεως. Μικρός ήθελα να γίνω ποιητής, φιλόσοφος, ιστορικός ή κάτι τέτοιο. Δεν ήξερα τότε πως το σπουδαιότερο πράγμα ήταν να γίνω μυθιστοριογράφος", αναφέρει ο Στεφανάκης κάπου μέσα στο βιβλίο για να επικυρώσει πως οι ταμπέλες είναι κάτι αχρείαστο όταν η έμπνευση κατακλύζει την σκέψη.
Ο Στεφανάκης με τα βιβλία του μας έχει δείξει πως κινείται με βήματα σταθερά και συνεχή προς μία γραφή που αγγίζει πρώτα από όλα τους αναγνώστες και μέσα από την αφήγησή του διαβλέπουμε την επαφή του με τον διαχρονικό κόσμο συγγραφέων-στοχαστών όπως είναι ο Αλμπέρ Καμύ, αφήνοντας στην άκρη την προχειρότητα και προβάλλοντας μία ανωτερότητα και μία συνέπεια σπάνια των καιρών μας. Εξάλλου όπως και ο ίδιος χαρακτηριστικά σημειώνει: "Το έργο ενός συγγραφέα που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να δίνει στο σύνολό του την εντύπωση ενός και μοναδικού βιβλίου". Ο Στεφανάκης δεν εξαντλεί την εξιστόρηση στην καταγραφή γεγονότων και στην ανάλυση προσώπων. Προσθέτει και εναποθέτει τις δικές του προσλαμβάνουσες και τις δικές του ιδέες δίνοντας σε όλους εμάς την χαρά της ανάγνωσης και την ανάγκη της περισυλλογής, μήπως αυτή δεν είναι η πεμπτουσία της δημιουργίας όποια και αν είναι αυτή?
"Η αγάπη ερμηνεύει το παράλογο και νουθετεί την εξέγερση"
Γιάννης Αντωνιάδης
ΠΗΓΗ:http://www.culturenow.gr/28989/vivlio-dhmhtrhs-stefanakhs-syllavizontas-to-kalokairi

Κριτική για το "Άρια. Ο κόσμος από την αρχή" από την Τέσυ Μπάιλα για το culturenow.gr

«Η αφήγηση είναι παρηγοριά: Σου δίνει το δικαίωμα να παραλείπεις όσους και όσα σε κάνουν να ντρέπεσαι, να αμφιβάλλεις, να μετανιώνεις».
 Με αυτή τη φράση ο Δημήτρης Στεφανάκης, βραβευμένος στη πεζογραφία με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη και με το Prix Mediterranee Entranger για το 2011, μας εισάγει στο νέο του βιβλίο με τίτλο: «Άρια. Ο κόσμος από την αρχή» που κυκλοφορεί από τιςεκδόσεις Ψυχογιός και ταυτόχρονα ολοκληρώνει μια τριλογία αυτοτελών μυθιστορημάτων με θέμα τον κοσμοπολιτισμό που εγκαινιάστηκε με το βραβευμένο «Μέρες Αλεξάνδρειας», πέρασε στο «Φιλμ Νουάρ» και ολοκληρώνεται με το «Άρια. Ο κόσμος από την αρχή».
Η ιστορία του βιβλίου οριοθετείται γύρω από έναν νεαρό Έλληνα διπλωμάτη, τον Στέφανο Μαυροειδή που έρχεται από το Λονδίνο την εποχή του Μεταξά για να βοηθήσει στην έρευνα σε μια υπόθεση εξαφάνισης. Η γνωριμία του με την αγγλογαλίδα αρχαιολόγο Ρόζμαρι Λεμπλάν θα σταθεί ορόσημο στη ζωή του, σε μια εποχή που μεγάλοι ιστορικοί κραδασμοί έχουν πυροδοτηθεί. Οι δυο τους θα ζήσουν έναν μεγάλο έρωτα, θα βρεθούν στις ανασκαφές των Μυκηνών, θα στροβιλιστούν στη δίνη της ιστορικής συγκυρίας του 1941 και τελικά θα διαφύγουν στο Κάιρο. Μέσα από τη σχέση αυτή οι δυο εραστές θα αντικρίσουν τη ζωή με διαφορετικά μάτια σε μια εποχή που η αμεριμνησία της κοινωνίας θα τερματιστεί με βίαιο και οδυνηρό τρόπο.
Είναι σημαντικό να ορίσουμε ως προϋπόθεση για την λογοτεχνική αξία ενός έργου την αισθητική λειτουργία του. Κάτι τέτοιο μπορούμε να κάνουμε εύκολα αν εστιάσουμε στον ηχητικό συμβολισμό των φράσεων, των λέξεων, των συνδετικών αρμών που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Στο έργο του αυτό ο Δημήτρης Στεφανάκης συνθέτει διανοητικούς στοχασμούς και τους τοποθετεί μέσα σε αλήθειες που συγχωνεύονται ανάμεσα σε δυο ιστορικές συγκυρίες, ο ηχητικός συμβολισμός των οποίων αποτελεί τη πιο βέβαιη απόδειξη, ότι η γλώσσα είναι κεφαλαιώδους σημασίας σε ένα λογοτεχνικό έργο.
Τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν τη χώρα στον εμφύλιο, οι πολιτικές αποφάσεις και συμφωνίες των ισχυρών, η πρόκληση μιας μυστικής αποστολής με σκοπό την προστασία των ελληνικών αρχαιοτήτων, ο κοσμοπολιτισμός που διεκδικεί τη θέση του στον κόσμο που χάνεται, η κατασκοπεία, οι πολιτικές πλεκτάνες, οι σχέσεις των ανθρώπων προς την περιρρέουσα ιστορική και πολιτική ατμόσφαιρα της εποχής τους, ο έρωτας, όλα αυτά γίνονται απλώς η διεγείρουσα αφορμή για τη συγγραφή ενός βιβλίου από έναν συγγραφέα που τολμά να σκηνοθετεί «κόσμους από την αρχή» στο νεοελληνικό μυθιστόρημα .
Απαλλαγμένος από ξεπερασμένες αφηγηματικές τεχνικές, ο Στεφανάκης στήνει το συγγραφικό του σύμπαν αφήνοντάς το να συνδιαλέγεται με την «κινηματογραφική θέαση των πραγμάτων», του Προυστ, και το φιλοσοφικό στοχασμό του Καμύ και αποδεικνύει περίτρανα ότι «ένα μυθιστόρημα είναι φιλοσοφία σε εικόνες».
Παράλληλα, καταφέρνει να διαφυλάξει μέσα στις σελίδες του δικού του μυθιστορήματος φιλοσοφικούς του στοχασμούς, αφορισμούς που από μόνοι τους θα μπορούσαν να γίνουν αφετηρία μιας διανοητικής περιήγησης για τον αναγνώστη του και ταυτόχρονα να περάσει με κινηματογραφικό τρόπο προσωπικότητες της εποχής. Σημαντική στιγμή του κειμένου είναι η εμφάνιση του Σεφέρη μέσα στις σελίδες του.
«Δεν υπάρχει αλήθεια που να μην κουβαλά μαζί την πίκρα της», έλεγε ο Καμύ και η αλήθεια του έργου αυτού μπορεί να συνοψιστεί στην πικρή διαχρονικότητα την οποία έχει, καθώς περιγράφονται καταστάσεις που όλοι μας αναγνωρίζουμε ως μεσοπολεμικές αλλά ταυτόχρονα σύγχρονες: «Αυτός ο πόλεμος ήταν δικό μας έργο. Τον έφεραν οι μέρες μας, η μία μετά την άλλη. Στα χρόνια του ’20 και του ’30, στη σύγχρονη Βαβέλ της ακατανοησίας και του αμοραλισμού υψώναμε τον πύργο της νέας εποχής με υλικά την αλαζονεία, την επίδειξη, τον ευδαιμονισμό. Την ίδια στιγμή, οι παλιοί αμετανόητοι αντίπαλοι προετοιμάζονταν για δεύτερη και καθοριστική παρτίδα. Άνθρωποι υπεράνω υποψίας στρατολογούνταν στα παρασκήνια. Ένας στρατός από σκιές απειλούσε την κοινή μοίρα των λαών. Το ξέραμε, αλλά δεν κάναμε τίποτα για να το αποτρέψουμε», γράφει ο Στεφανάκης και η γεύση της πίκρας είναι διάχυτη στην αλήθεια της ιστορικής πραγματικότητας που αναφέρεται στο χτες αλλά δυστυχώς αγγίζει το σήμερα.
Ο Στεφανάκης μετασχηματίζει τον κόσμο του μεσοπολέμου και τον μεταφράζει στη σύγχρονη πραγματικότητα, κάνοντάς μας να δούμε ότι ο κόσμος μπορεί να δημιουργηθεί από την αρχή μόνο αν περάσει μέσα από μια διαδικασία αποσύνθεσης πρώτα. Και η αποδόμηση είναι πάντα πολύ οδυνηρή. Για το λόγο αυτό συνθέτει ένα έργο μέσα στο οποίο το τέλος μάς δείχνει το πρόσωπό του, για να απολαύσουμε μια νέα αρχή, έστω κι αν αυτό που σβήνει τελικά μπορεί να είναι εξαιρετικά όμορφο, άλλωστε «η ομορφιά θα μας αιφνιδιάζει πάντοτε γιατί είναι αδύνατο να συλλάβουμε όλες τις εκδοχές της», όπως γράφει ο ίδιος. Αυτός είναι και ο κύριος λόγο που υψώνεται αισθητικά το έργο του. Η μοναδική αίσθηση ενός απαραίτητου τέλους σε ό,τι υπήρξε αναντίρρητα όμορφο.
Με μεθοδικότητα, γνώση και σεβασμό απέναντι στο κλασικό μυθιστόρημα, το οποίο ο ίδιος άλλωστε εκτιμά ιδιαίτερα, ο Στεφανάκης μάς δίνει ένα έργο κλασικής αφηγηματικής, μέσα στο οποίο αποτυπώνεται τόσο η ευδαιμονία όσο και η σταύρωση ενός κόσμου που χάθηκε ανάμεσα σε δυο πολέμους και σε δυο εποχές, ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία της ιστορικής οδύνης, ανάμεσα στην αθωότητα και στο τρυφηλό ζόφο, στη σκιά και στο φως. Είναι απίστευτο ότι ο κόσμος πριν αφανιστεί από την έμφυτη ροπή του προς την αποσύνθεση συνήθως λάμπει, δικαιολογώντας με αυτό τον τρόπο την ηδυπαθή ομορφιά του, ίσως όμως και το τέλος του.

Ιστορικό, κοινωνικό, ερωτικό και ταυτόχρονο αιχμηρό. Με σκηνές που οριοθετούν την προσωπική εξομολόγηση του συγγραφέα και ταυτόχρονα είναι συχνά υπαινικτικές και πάντα ακριβείς, που άλλοτε καρφώνονται «σα μαχαιριά» μέσα στο σώμα του κειμένου κι άλλοτε οριοθετούν τους ήρωες με σαφήνεια, το βιβλίο αυτό είναι μια ώριμη εξομολόγηση ενός συγγραφέα που αγωνιά για το μέλλον του μυθιστορήματος μια και η τύχη του φαίνεται ότι τον βαραίνει. Το παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος όταν γράφει: «Η αφήγηση είναι εξομολόγηση. Τις πιο ωραίες ιστορίες τις λέμε για όσα μας βαραίνουν».
Τέσυ Μπάιλα
ΠΗΓΗ:http://www.culturenow.gr/24500/vivlio-dhmhtrhs-stefanakhs-aria-o-kosmos-apo-thn-arxh

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

O Δημήτρης Στεφανάκης στο thebest.gr

Δημήτρης Στεφανάκης: 

"Με έθελγε πάντοτε η γοητεία του ημιτελούς, οι έρωτες που δεν εκπληρώνονται..."

Ο Αλμπέρ Καμύ γίνεται ένας ταξιδιώτης του χρόνου κι επιστρέφει στη Μύκονο και μαζί του στις προθήκες των βιβλιοπωλείων το «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι», το μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη που πρωτοκυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2009.
Μια δεύτερη ευκαιρία για τον Νομπελίστα συγγραφέα, με την Αριάδνη να του ξετυλίγει το μίτο σε αυτό το ταξίδι στο χρόνο και ταυτόχρονα μια δεύτερη ευκαιρία για το μυθιστόρημα, το οποίο στις 22 Μαΐου εκδόθηκε ξανά, αυτή τη φορά από τις εκδόσεις «Ψυχογιός».
Με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου ο Δημήτρης Στεφανάκης μιλά για το μυθιστόρημα που ακολούθησε χρονικά τις βραβευμένες και πολυμεταφρασμένες «Μέρες Αλεξάνδρειας» αλλά τίποτα από τη συνταγή της επιτυχίας τους.
Tης Ελευθερίας Μακρυγένη
«Σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του ένας άνδρας» ο Αλμπέρ Καμύ επιστρέφει στο ηλιόλουστο Μυκονιάτικο τοπίο. Μάιος 2014. Το «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι» επιστρέφει επίσης, μετά τον μικρό «θάνατό» του την άνοιξη του 2011. Τι γίνεται τελικά με τον χρόνο, τις επιστροφές και τους ανολοκλήρωτους κύκλους σε αυτό το βιβλίο;
«Το “Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι” είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που κρατούν ανοιχτούς λογαριασμούς τόσο με τους ήρωές τους όσο και με την εκδοτική τους τύχη. Όλα ξεκινούν από το ημιτελές μυθιστόρημα του Καμύ . “Ο πρώτος άνθρωπος” και παραμένουν ανολοκλήρωτα. Προσωπικά με έθελγε πάντοτε η γοητεία του ημιτελούς, οι έρωτες που δεν εκπληρώνονται, οι άνθρωποι που ζητούν δεύτερη ευκαιρία, ό,τι επιστρέφει στη ζωή μας και διεκδικεί τη δικαίωσή του».
Το μυθιστόρημα ξεκινά «σ΄ένα κατάφωτο σκηνικό βράχου και θάλασσας» και στο τέλος του μεταξύ άλλων «το κυκλαδονήσι βούλιαζε κι αυτό μέσα στο ζόφο της νύχτας». Από τη μια πλευρά ο έρωτας από την άλλη ο θάνατος. Μιλήστε μας γι αυτούς τους συσχετισμούς που διατρέχουν το βιβλίο.
«Όσοι πιστεύουν πως ο έρωτας κι ο θάνατος είναι οι δύο πυλώνες του μυθιστορήματος, σ' αυτό το βιβλίο επιβεβαιώνονται με το παραπάνω. Δεν νομίζω άλλωστε πως μπορεί κανείς να ξεφύγει από αυτή την δίδυμη αναγκαιότητα. Ίσως γιατί όλες οι ιστορίες αναζητούν μια τελείωση, και αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά υποκύπτοντας τόσο στην μοίρα του έρωτα όσο και σ' εκείνη του θανάτου».
Το βιβλίο εκδόθηκε μετά τις «Μέρες Αλεξάνδρειας» και σε επίπεδο σύλληψης, πλοκής και ηρώων είναι πολύ διαφορετικό από το μυθιστόρημα που εγκαινίασε την τριλογία του κοσμοπολιτισμού και όπως έχετε πει προκάλεσε μια μικρή θύελλα αντιδράσεων. Πού το αποδίδετε;
«Οι "Μέρες Αλεξάνδρειας" είναι από εκείνα τα βιβλία που μπορούν να καταστρέψουν το δημιουργό τους, αν εκείνος πιστέψει πως είναι συνταγή επιτυχίας. Εγώ το διέκρινα γρήγορα, όχι όμως και το αναγνωστικό μου κοινό. Δυστυχώς οι αναγνώστες απαιτούν από εμάς να επαναλαμβανόμαστε. Αλίμονό μας, όμως, αν τους κάνουμε το χατίρι».
Είναι γνωστή η αγάπη σας για τον Καμύ. Αν είχατε την ευκαιρία να τον συναντήσετε στην επιστροφή του στη Μύκονο, όπως η Αριάδνη, τι θα του ζητούσατε; Tι θα του λέγατε;
«Θα του έλεγα πως δεν έκανε καλά που διασπάθισε το ταλέντο του μυθιστοριογράφου μες στην πολυπραγμοσύνη του. Εκείνος βέβαια θα χαμογελούσε και θα μου έλεγε πως είμαι αυστηρός μαζί του. Πιστεύω όμως πως δεν θα με παρεξηγούσε».
Αν μπορούσατε να πάτε κάνετε ένα ταξίδι στο χρόνο, τι θα επιλέγατε να ζήσετε και ποιους θα θέλατε να συναντήσετε;
«Στην εποχή που διαδραματίζεται το πρόσφατο μυθιστόρημά μου "Άρια, ο κόσμος από την αρχή". Ο μεσοπόλεμος και τα χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου με συνάρπαζαν ανέκαθεν. Δεν το κρύβω».
ΠΗΓΗ: http://thebest.gr/news/index/viewStory/268226

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Συλλαβίζοντας τους λογοτεχνικούς προορισμούς του φωτός, της Τέσυς Μπάιλα, Literature.gr

“Καλοκαίρι είναι οι καλαμιές που αντιστέκονται στον αέρα… το παράπονο της γέρικής συκιάς όταν πιέζεις τους άγουρους ακόμα μαστούς της, τα σύκα της, και βγάζουν γάλα. Καλοκαίρι είναι η αλητεία του βλέμματος πάνω στα πεντάρφανα νερά του πελάγους… Τα ορφανά άστρα του νυχτερινού ουρανού… Ο γαλακτώδης ορίζοντας του Ιουλίου…” Δημήτρης Στεφανάκης.

Μοιάζει περίεργο πως καμιά φορά η μοίρα των βιβλίων ακολουθεί τη μοίρα των ηρώων τους. Η επανέκδοση αυτού του βιβλίου από τις εκδόσεις Ψυχογιός μετά από τον «ξαφνικό θάνατο του βιβλίου το 2011», όπως χαρακτηριστικά λέει ο Δημήτρης Στεφανάκης, φαίνεται να ακολουθεί τη μοίρα του κεντρικού του ήρωα, του Αλμπέρ Καμί που μέσα στις σελίδες του μεταπηδά στο χρόνο ανέλπιστα, για να γευτεί μια δεύτερη ευκαιρία ζωής λουσμένη στο διονυσιακό φως. Με τον ίδιο τρόπο και το βιβλίο αυτό αρχίζει μια δεύτερη ζωή, επανέρχεται στα λογοτεχνικά δρώμενα της χώρας σε μια εξαιρετική έκδοση, για να αποδείξει ότι τίποτα δε χάνεται, αφού αυτό που τελικά φαίνεται πως είναι ένα λογοτεχνικό καλοκαίρι είναι ό,τι ακριβώς αντιστέκεται στο ζοφερό λήθαργο του χρόνου.

Η ιστορία του βιβλίου αρχίζει τον Ιούνιο του 1998, όταν ο Καμί αποβιβάζεται για μια ακόμα φορά στο μικρό λιμάνι της Μυκόνου. Ένας τουρίστας που φτάνει στο νησί για να χαρεί το κυκλαδίτικο καλοκαίρι. Κοντά του η Αριάδνη Δάριβα, μια νεαρή δημοσιογράφος που θα μυήσει τον Καμί σε ένα νέο κόσμο, μακριά από το Παρίσι της δεκαετίας του ’50.

Το βιβλίο εξελίσσεται και η δημοσιογράφος αναζητά στον Καμί τον μύθο, ένας αιρετικός επιστήμονας τη δικαίωση, ο συγγραφέας την έμπνευση. Βουτηγμένοι όλοι μαζί στο ανελέητο ελληνικό φως∙ στο άτρωτο ελληνικό πέλαγος∙ άνθρωποι, βιβλία και έρωτες ζητούν ολοκλήρωση, την ανέλπιστη μεταπήδηση στη ζωή. ”Αυτό το καλοκαίρι όμως δεν είναι απλώς το στοίχημα του χαμένου χρόνου. ” Είναι ο αόρατος συμβολισμός της αναγέννησης, αυτό που ο Καμί προσδιόρισε όταν είπε: «Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα αόρατο καλοκαίρι», το καλοκαίρι της δημιουργίας.

Μέσα στο κάτοπτρο του ελληνικού καλοκαιριού ο Καμί βλέπει το τέλος και την αρχή της υπαρκτικής του ταυτότητας και επαναπροσδιορίζει όλα όσα τη διαμόρφωσαν. Η ζωή τού έχει δώσει μια ανέλπιστη ευκαιρία∙ να επιστρέψει για να ολοκληρώσει ένα έργο που άφησε στη μέση, κάτι που ο Καμί ποτέ δεν θα κάνει. Επειδή είναι ανέφικτη η ολοκλήρωση σε μια λάθος εποχή. Επειδή, όπως ο συγγραφέας αναφέρει με γνώμονα τον Εφέσιο προσωκρατικό φιλόσοφο: “δεν μπορείς να μπεις για δεύτερη φορά στον ίδιο ποταμό”, μπορείς όμως να βιώσεις όσα σου επιτρέψει να “συλλαβίσεις” η ροή του.

Όλα είναι διαφορετικά αυτή τη φορά κι όλοι θα το νιώσουν όσο κρατάει ένα καλοκαίρι, μέχρι όλα να “βουλιάξουν στην αιώνια απουσία των αισθήσεων” και πάλι.Όλα έχουν αλλάξει και η Μύκονος που είχε γνωρίσει όταν ερχόταν μαζί με τον εκδότη του έχει γίνει τόσο διαφορετική. Οι νέες ηθικές και κοινωνικές δομές της τον αποπροσανατολίζουν. Η νέα τεχνολογία τον προκαλεί. Μοιάζει να έχει δώσει λύσεις σε παλιότερα προβλήματα και ο Καμί δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την εξέλιξη «με όλα τα καλά και τα κακά της», με την αφέλεια μικρού παιδιού που γεμάτο περιέργεια παίζει μαζί της.

Όσοι περιμένουν ότι ο συγγραφέας θα βρει επιτέλους το χρόνο να τελειώσει το έργο του ο «πρώτος άνθρωπος», που έμεινε στη μέση μετά τον ξαφνικό του θάνατο θα διαψευσθούν. Ο Καμί ζητά αυτή τη φορά να απελευθερωθεί από τον πνευματικό του εγκλωβισμό και να ζήσει απεκδυόμενος τον συγγραφικό του εαυτό. Έτσι προτιμά να πίνει ούζο με τους νησιώτες, να παθιάζεται με το ποδόσφαιρο, να γεύεται τη ζεστασιά της δεύτερης ζωής σε λάγνες αναζητήσεις και να θαυμάζει «τον ασάλευτο χορό των Κυκλάδων γύρω από τη Δήλο», τους «ατρύγητους κάμπους της θάλασσας» που διαγράφονται μπροστά του, τις μεθυσμένες ανάσες των «αθύρματων κυμάτων», τη «ζεστή σαν ανθρώπινο σώμα άμμο» που υποδέχεται το κορμί του και το αήτητο φως.

«Δε φτάνει μόνο το απολλώνιο φως της αγνότητας χρειάζεται και ο διονυσιακός ζόφος», έγραφε ο Νίτσε και ο Καμί προσπαθεί να αντλήσει όση περισσότερη ζωή μπορεί σ’ αυτή «την καινούργια μέρα που απλώθηκε αθόρυβα πάνω από τη θάλασσα, τα βράχια, την άμμο, πολιόρκησε τα κατάλευκα κυκλαδίτικα σπίτια, τρύπωσε μέσα σε όσα άφησαν ανοιχτές πόρτες και παράθυρα για να την υποδεχτούν και τον περίμενε υπομονετικά να ανοίξει τα μάτια του και χορτάσει το φως της», πριν το φως καταλαγιάσει για δεύτερη φορά στη ζωή του.

Ο Καμί κινείται σαν εκκρεμές ανάμεσα στον έρωτα που θέλει να χορτάσει και στο θάνατο που καραδοκεί, ακροβατώντας στο ορφικό μεταίχμιο αυτή τη φορά με πλήρη συνείδηση. Και φαίνεται οδυνηρό σε όλους όσοι τον συντροφεύουν να καταλάβουν πως η ζωή επανέρχεται αλλά αυτή τη φορά όλα είναι διαφορετικά, αφού: “τούτο το καλοκαίρι δεν χρειάζεται πια συγγραφείς. Περιμένει μόνο τουρίστες”. Γι’ αυτό το λόγο θα συλλαβίσει το ελληνικό καλοκαίρι συλλαβή τη συλλαβή και θα ξεχαστεί μέσα στον κόσμο του. Άλλωστε, σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ελληνικός μύθος είναι ο κόσμος που αισθανόταν πιο άνετα από παντού.

Ο Καμί επιστρέφει και μαζί του επιστρέφει η αντίληψη ότι η ηθική υπόσταση ενός ανθρώπου σηματοδοτεί αλλά και δίνει νόημα στην αίσθηση ευθύνης των επόμενων γενεών ανεξάρτητα από την ταυτότητα κάθε εποχής. Κοιτάζοντας τον επόμενο από τη δική του εποχή κόσμο αναπολεί τις μνήμες της δικής του ζωής και ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να «συλλαβίσει» την εκλεκτική του συγγένεια με τον μεγάλο δημιουργό, μια διακειμενική συνομιλία με τον γαλλοαλγερινό συγγραφέα, με αφορμή το σύνολο σχεδόν του έργου του Καμί, ιδιαίτερα αγαπημένο του Δημήτρη Στεφανάκη.

Ο βραβευμένος συγγραφέας με λόγο ελληνικό, λιτό και ταυτόχρονα αιχμηρό, συνθέτει μια ιστορία φανταστική και απεικονίζει μέσα της με διεισδυτική ευθύτητα τη ρεαλιστική εικόνα ενός σύγχρονου κόσμου, καλώντας μας να αναλογιστούμε τελικά, πως κάθε εποχή έχει τα δικά της ανάλογα, ίσως αυτά που της αξίζουν ή και όσα κατάφερε να δημιουργήσει και να αφομοιώσει.

Ο βαθμός στον οποίο ανταποκρίθηκε ο Δημήτρης Στεφανάκης στο έργο του Καμί ενδεικτικός. Άλλωστε, κάθε δημιουργία απαιτεί μια διαδικασία επώδυνη και ο βαθμός στον οποίο ανταποκρινόμαστε σ’ αυτήν αποτελεί τον δείκτη του πολιτισμικού μας ορίζοντα.

Και ο Καμί επιστρέφει «ταξιδεύοντας μέσα» σε έναν σύγχρονο συγγραφέα, επίγονο της δικής του πνευματικής σχολής και «στον άχρονο κόσμο της λογοτεχνίας», και αναδύεται για μια ακόμη φορά, «Λες κι αναδύθηκε ξαφνικά στη μέση του πελάγους, σ’ ένα κατάφωτο σκηνικό βράχου και θάλασσας» και αντικρίζει ξανά τη ζωή μέσα στο καλοκαιρινό φως, επειδή η δικαιοσύνη που λέει ο Σεφέρης είναι τελικά η δικαιοσύνη του φωτός και η Μύκονος ξέρει από φως…

ΠΗΓΗ: http://www.literature.gr/sillavizontas-tous-logotechnikous-proorismous-tou-fotos-tis-tesis-baila/

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι... κυκλοφορεί σε λίγες μέρες

ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ
Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2009 μέσα σε μια μικρή θύελλα αντιδράσεων από γνωστούς και φίλους που το διάβασαν βιαστικά και επιπόλαια. Αποσύρθηκε από την κυκλοφορία την άνοιξη του 2011 κάτι σαν ξαφνικός θάνατος, και έκτοτε έγινε ένα βιβλίο-φάντασμα. Επανακυκλοφορεί στις 22 Μαΐου από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Ο Καμύ ξαναπάει επιτέλους στη Μύκονο! "Δικαιοσύνη..." που θα έλεγε και ο Σεφέρης...

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Κριτική για το "Άρια. Ο Κόσμος από την αρχή" στο http://arthrono.wordpress.com/

Κάποιες φορές ακόμη κι ένα απλό ξεφύλλισμα είναι αρκετό για να σε κάνει να καταλάβεις πως δεν κρατάς στα χέρια σου ένα μυθιστόρημα της σειράς. Οι οσφρητικοί υποδοχείς εύκολα οσμίζονται το λογοτεχνικό άρωμα, από την πρώτη κιόλας φράση. «Η αφήγηση είναι παρηγοριά: Σου δίνει το δικαίωμα να παραλείπεις όσους και όσα σε κάνουν να ντρέπεσαι, να αμφιβάλλεις, να μετανιώνεις». Με την εναρκτήρια λοιπόν φράση του μυθιστορήματος «ΑΡΙΑ ο κόσμος από την αρχή», του Δημήτρη Στεφανάκη, αισθάνεσαι αμέσως τη δύναμη της ουσιαστικής πεζογραφίας. Βάζοντας στα χείλη του ήρωά του ένα σχόλιο λογοτεχνικού ενδιαφέροντος με αναφορά σε λογοτεχνικούς κώδικες, ο Δημήτρης Στεφανάκης, δίνει αμέσως το στίγμα ενός βιβλίου που δεν εστιάζει σε μια ιστοριούλα με έρωτες, ίντριγκα και δακρύβρεχτο τέλος για να ”σκοτώσει’’ ο αναγνώστης την ώρα του. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας κινείται στις συντεταγμένες του ουσιαστικού μυθιστορήματος και όχι απλώς της εξιστόρησης, ξεφεύγοντας από την αφήγηση μιας ακόμη ευπώλητης κλισέ ιστοριούλας προς διασκέδαση της καλοκαιρινής ανίας.
Με την τριλογία του κοσμοπολιτισμού, όπως άρχισε με το βραβευμένο «Μέρες Αλεξάνδρειας» συνεχίστηκε με το «Φιλμ Νουάρ» και ολοκληρώθηκε με την «Άρια», ο Στεφανάκης δίνει το στίγμα ενός ελληνισμού πέραν των Ελλαδικών συνόρων με όλες τις αντιφάσεις, τις έριδες, τον πατριωτισμό, αλλά και τον τυχοδιωκτισμό που πάντα τον χαρακτήριζε.
Η «ΑΡΙΑ, ο κόσμος από την αρχή», φέρνει στο προσκήνιο μια περίοδο της ιστορίας – πριν το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκειά του με τα όσα συμβαίνουν στο Κάιρο και την εκεί οπερετική κυβέρνηση, μέχρι την απελευθέρωση - όπου κυριαρχούν συνωμοσίες, ίντριγκες, εθνικές μειοδοσίες και πλειοδοσίες, στάσεις και συμπεριφορές που καθόρισαν εν πολλοίς τη μοίρα αυτού του τόπου.
Αυτό που χαρακτηρίζει τον Στεφανάκη και στο τελευταίο του βιβλίο, είναι η αίσθηση λογοτεχνικού ήθους και τιμιότητας. Πραγματεύεται μια ιστορική εποχή χωρίς ιδεολογικά βαρίδια, προκαταλήψεις, διάθεση καταμερισμού ευθυνών ή επίπλαστη ουδετερότητα. Υπηρετώντας πιστά τη λογοτεχνική δικαιοσύνη, συμβάλλει ουσιαστικά στην ανθρωπογνωσία της περιόδου αυτής, χρωματίζοντας σε όλους τους τόνους ό,τι καθόρισε τη μεταπολεμική πορεία της Ελλάδας. Στις 462 σελίδες του βιβλίου, φωτίζεται αρκούντως η τραγικότητα της μοίρας των ανθρώπων, ενώ ανιχνεύονται τα στοιχεία εκείνα που συνέθλιψαν τον τότε κόσμο στις μυλόπετρες της ιστορίας.
Χωρίς μελοδραματισμό και διολίσθηση σε ρηχό συναισθηματισμό – κυρίαρχο στοιχείο της ευπώλητης λογοτεχνίας – περιγράφει ακόμη και δραματικά γεγονότα με την αναγκαία απόσταση που πρέπει να έχει ο συγγραφέας, ενώ στέκεται στοχαστικά απέναντι στην ανθρώπινη μοίρα και την τραγικότητα των στιγμών που τη χαρακτηρίζουν. Αναφέρει για τον πόλεμο: Οκτώβριος 1940. « Ο πόλεμος ήρθε με τη δύναμη του ανέμου και σκόρπισε τις αναμνήσεις των τελευταίων μηνών χωρίς να κάνει διακρίσεις. Τόσα σημαντικά πράγματα συνέβησαν εσχάτως και όμως όλα βούλιαξαν σε μια παράξενη αμφιβολία μπροστά στο φάσμα του παγκόσμιου ολέθρου. Θραύσματα ονείρου που εξατμίστηκαν όταν το κακό μάς έβγαλε απότομα από την πλάνη μιας ανεπίτρεπτης μακαριότητας κι εμείς ατενίσαμε τα δύσκολα χρόνια που ορθώνονταν μπροστά μας ψελλίζοντας με την αμηχανία ενός δικτάτορα: ‘’Eh, bien, c’estlaguerre!’’
Σε όλο το βιβλίο υπάρχουν αρκετά σημεία στοχαστικού σχολιασμού που αναδεικνύουν το βάθος και την ποιότητα του συγγραφέα, ο οποίος ξεπερνώντας τα όρια της απλής αφήγησης μιας ιστορίας – τέχνη άλλωστε την οποία γνωρίζει πολύ καλά – φτάνει στην καρδιά υπαρξιακών ερωτημάτων: «Οι άνθρωποι φλερτάρουν με την ιδέα του θανάτου τους. Ξεχνούν μόνο ότι όπως όλα τα παιχνίδια έχει κι αυτό τους κανόνες του. Ή έχουν την ιδέα πως μπορούν να πεθάνουν πολλές φορές. Χάνουν μια παρτίδα αλλά έχουν το δικαίωμα να ξαναπαίξουν στην επόμενη. Και όσοι οδηγούνται στην αυτοκτονία δε φαντάζονται ότι θα τερματίσουν τη ζωή τους στ’ αλήθεια. Έχουν την εντύπωση ότι δίνουν μια παράσταση και όταν κατέβουν από τη σκηνή του δράματος θα χειροκροτηθούν».
Έχοντας στις αποσκευές του τόμους έργων της μεγάλης παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας, ο Δημήτρης Στεφανάκης, δημιουργεί ένα στιβαρό ιστορικό μυθιστόρημα που πατά γερά στα λογοτεχνικά του πόδια αποτυπώνοντας ανάγλυφα μια εποχή δύσκολα προσεγγίσιμη, μια εποχή τόσο μακρινή αλλά και τόσο κοντινή στο σήμερα. Ο κόσμος από την αρχή, στον υπότιτλο του βιβλίου, δεν είναι παρά ο κόσμος του σήμερα. Τόσο διαφορετικός κι όμως τόσο ίδιος με τον κόσμο του χθες! Άλλωστε πότε διδάχτηκε ο άνθρωπος από την ιστορία; Τόση μνήμη όση λήθη!

Πηγή: http://arthrono.wordpress.com/2014/04/29/a%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%BF-%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83-%CE%B1%CF%80%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B7/

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Το λεξικό μιας Άριας στην Athens Voice

Στο μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη «Άρια, ο κόσμος από την αρχή», (εκδ. Ψυχογιός), ο νεαρός διπλωμάτης Στέφανος Μαυροειδής αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τα ταραγμένα χρόνια 1939-1944. Η φωνή του συμπυκνώνει την αγωνία και την αποφασιστικότητα των απλών ανθρώπων που υπερασπίζονται την καθημερινότητά τους στη σκιά μεγάλων γεγονότων. Αναδύεται έτσι το πλούσιο άρωμα μιας εποχής όπου πρωταγωνιστούν πρόσωπα και τόποι. Η A .V. παρουσιάζει την ανθρωπογεωγραφία του βιβλίου, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από τις σελίδες του.
Πηγή: http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/474/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%82-%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%82

Πρόσωπα
Λόρδος Τζόναθαν Λόριμερ (σελ.16): «Ώστε γνωρίζεις, λοιπόν! Γάμος συμφέροντος, αυτή είναι η αλήθεια. Ο τίτλος, τα λεφτά. Ο Τζόναθαν θα μπορούσε να μην ξαναδουλέψει ποτέ του. Ωστόσο συχνά δραπέτευε από το συζυγικό πύργο για το πάθος της αρχαιολογίας και των ωραίων γυναικών. Πάντως είναι αναντικατάστατος. Οι ανασκαφές και οι δημοσιεύσεις του για τη Μυκηναϊκή Περίοδο θα αφήσουν εποχή».
Στέφανος Μαυροειδής (σελ. 23): «…στα τέλη του 1935… βρισκόμουν στην αρχή μιας σταδιοδρομίας που τη φανταζόμουν αλλιώς και το αυστηρό πλαίσιο της διπλωματικής υπηρεσίας με έκανε να ξυπνώ κάθε πρωί με την αίσθηση πως ο κόσμος είχε ξάφνου μετατραπεί σε απέραντο στρατώνα».
Μάρθα Γκράχαμ (σελ. 29): «Ανάμεσά τους βρισκόταν η Μάρθα Γκράχαμ, η γραμματέας της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής που μας υποδέχτηκε μαζί με έναν υπάλληλο της Κοινότητας. Καλοσχηματισμένη φιγούρα αλλά τίποτε το ιδιαίτερο. Κοκκινομάλλα, με φακίδες στο πρόσωπο και μικρά καστανά μάτια που έδειχναν κάπως μεγαλύτερα όταν χαμογελούσε. Φορούσε ένα πλατύγυρο καπέλο και το σώμα της έπαιρνε τέτοια στάση σαν να κούρνιαζε από κάτω για να προστατευτεί από τον ήλιο του μεσημεριού».
Ρόζμαρι Λεμπλάν (σελ. 44): «Η ομορφιά θα μας αιφνιδιάζει πάντοτε, γιατί είναι αδύνατο να συλλάβουμε όλες τις εκδοχές της. Όποτε έτυχε να γοητευτώ από κάποια γυναίκα είναι γιατί δεν είχα φανταστεί πως υπήρχε στον κόσμο η μορφή της. Η Ρόζμαρι Λεμπλάν, από την πρώτη στιγμή που την είδα, μου ανέτρεψε άρδην την εικόνα της κλασικής Βρετανίδας».
Τόμας Έντουαρντ Λόρενς (σελ. 72): «Στις 13 Μαΐου 1935 ο Τόμας Έντουαρντ Λόρενς οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του, Brough Superior SS100, η οποία παρεξέκλινε απότομα της πορείας της πάνω στον επαρχιακό δρόμο του Μόρετον, στην κομητεία του Ντόρσετ – γεγονός που του στοίχισε εντέλει τη ζωή. Έξι μέρες αργότερα, τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης ανακοίνωσαν επίσημα το θάνατό του. Όλοι μιλούσαν τότε για τη μοιραία λακκούβα του δρόμου όπου έπεσε στην προσπάθειά του να αποφύγει δύο μικρούς ποδηλάτες».
Πανωραία (σελ. 81): «Ντυμένη στα μαύρα, δεν έπαψε ούτε μέρα τις ασκήσεις ομορφιάς μπροστά στον καθρέφτη που είχε υιοθετήσει από παιδί. Κάθε πρωί ασκούσε τον εαυτό της σ’ αυτή την υψηλή τέχνη, τσιτώνοντας τα μάγουλα, δαγκώνοντας επανειλημμένα τα χείλη, βουρτσίζοντας επισταμένως τα πυκνά σπαστά μαλλιά της, φροντίζοντας τη γραμμή των φρυδιών και τα ματοτσίνορα. Ύστερα διόρθωνε τη στάση του σώματος, ισιώνοντας την πλάτη και προτάσσοντας το στήθος. Στο τέλος έκανε πάντα πέντε βήματα μπρος και πίσω, για να ξαναβρεί την πλαστικότητα στην κίνησή της. Κάπως έτσι πίστευε πως νικάς το χρόνο».
Μίστος (σελ. 85): «Εκείνος ήρθε και άραξε από κάτω με τη μαύρη Φορντ και πάτησε δυο φορές το κλάξον για να δηλώσει την άφιξή του. Στο μεταξύ είχε βγει με το φτερό και ξεσκόνιζε την κούρσα. Ψηλόλιγνος, μαύρο κοστούμι, πουκάμισο, γραβάτα, μουστάκι μυτερό σαν λάμα κι ένα σιρίτι από γκρίζες τρίχες στα μπριγιαντισμένα μαλλιά του από τη μεριά της χωρίστρας. Παλιός αμαξάς της πλατείας είχε κληρονομήσει την άμαξα από τον πατέρα του και στη συνέχεια, ακολουθώντας την εξέλιξη των πραγμάτων, πέρασε στη ρόδα όπως έλεγε και ο ίδιος, κάτι που συνέβη στα τέλη της περασμένης δεκαετίας.
Νέρουλας (σελ. 85): «Ο Νέρουλας –και αν με ρωτούσε κανείς το πραγματικό του όνομα, ειλικρινά δε θα ήξερα να του απαντήσω– υπήρξε ατίθασο αλλά πανέξυπνο παιδί, που καταπώς λένε τα έπαιρνε τα γράμματα. Ο πατέρας του κίνησε γη και ουρανό για να τον σπουδάσει…Ο πολλά υποσχόμενος νέος κατάφερε και πήρε το δίπλωμα της Νομικής όσο εγώ υπηρετούσα στο Λονδίνο. Στη συνέχεια όμως μπλέχτηκε με τα πολιτικά και τώρα τον κυνηγούσε η Αστυνομία. Ο πατέρας του κόντευε να πεθάνει από την ντροπή του. Όλοι λένε πως αυτό τον γέρασε μέσα σε λίγους μήνες. Στο κάτω-κάτω της γραφής, όμως, γερνάμε και ας μην ψάχνουμε συνεχώς δικαιολογίες γι’αυτό».
Άλαν Γουέις (σελ. 123): «Γέλασε και τα θυσσανωτά φρύδια του ενώθηκαν πάνω από τα μάτια. Ψηλόλιγνος και φαλακρός, κύρτωνε τη ράχη που κουβαλούσε ήδη εξήντα χρόνια ζωής. Τα γενέθλιά του τα γιόρτασε εδώ στις Μυκήνες, στα μέσα Ιουλίου. Όπως με πληροφόρησε ο Αγαμέμνονας, μαζεύτηκε κόσμος πολύς μέσα στο θολωτό τάφο του Ατρέα – εκκεντρικότητες αρχαιολόγων…»
Έκτορας Μαυροειδής (σελ. 125): «Αν μη τι άλλο, το κάνω στη μνήμη του θείου σας. Οφείλουμε πολλά στον Έκτορα Μαυροειδή. Αυτός και ο Τσούντας έβαλαν σε μια τάξη όσα ανακάλυψε ο Σλίμαν εδώ στις Μυκήνες. Να μείνει μεταξύ μας ό,τι σας λέω. Δίπλα του μαθήτευσε και ο λόρδος Λόριμερ. Αφήνω που ο θείος σας ξόδεψε μια περιουσία. Η αρχαιολογία είναι ακριβό χόμπι, θα το ξέρετε. Πρέπει να σας πω ότι ένα μέρος από τις δαπάνες των φετινών ανασκαφών καλύπτεται από παλιό καταπίστευμα του Έκτορα. Χρήματα που θα μπορούσατε κάλλιστα να είχατε κληρονομήσει εσείς».
Δημήτριος Μπάλφουρ (σελ. 140): «Η φήμη του βασιλικού εξομολόγου έκανε το ποίμνιο να κρέμεται από τα χείλη του, που μόλις και μετά βίας ξεχώριζαν πίσω από τη μακριά, διχαλωτή γενειάδα… Διαφορετικός απ’ ό,τι τον φανταζόμουν και πολύ πιο νέος απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Το πρόσωπό του θα είχε κάτι τρομακτικό αν δεν το γλύκαινε κάθε τόσο ένα χαμόγελο ηρεμίας».
Μάνος Βάρτας (σελ. 146): «Αρχές Νοέμβρη συνάντησα εκτάκτως τον Μάνο Βάρτα στον Εθνικό Κήπο ύστερα από δική μου πρωτοβουλία. Μου θύμισε επιθεωρητή της Σκότλαντ Γιάρντ έτσι όπως στεκόταν μπροστά στη λίμνη με τα χέρια στις τσέπες της καμπαρντίνας του και τη ρεπούμπλικα στο κεφάλι».
Κρίστοφερ Άλμπι (σελ. 157, 158): «Η θάλασσα είναι ο εαυτός μας, μέσα της καθρεφτίζεται η ψυχή σου». Ανοησίες ενός λοξού αρχαιολόγου που καθόταν στην ακτή και απάγγελλε ομηρικούς στίχους, με τον τρόπο που θα έλεγε την προσευχή του. Μου υπενθύμιζε πως το Φάληρο ήταν το πρώτο λιμάνι της Αρχαίας Αθήνας, προτού ο Θεμιστοκλής αποφασίσει να αξιοποιήσει τον βαλτότοπο του Πειραιά. Μου μιλούσε για το χρηματιστήριο εμπορευμάτων που δημιουργήθηκε στο νέο λιμάνι. Ήξερε τόσο πολλά για τον τόπο μου και αυτό με έκανε κάποιες φορές να ντρέπομαι».
Έλεν Τόμας (σελ. 166): «Η μικρόσωμη αρχαιολόγος είχε αναγκαστεί να διακόψει την επιστημονική της δραστηριότητα για τις ανάγκες του πολέμου από τον Σεπτέμβριο του περασμένου χρόνου, όταν εντάχθηκε στο προσωπικό της Βρετανικής Πρεσβείας ως κρυπτογράφος. Γκρίνιαζε γι’ αυτό, όπως παλιότερα γκρίνιαζε για την κατάσταση των ελληνικών δρόμων, για το επίπεδο ζωής στην Αθήνα και στην επαρχία, για τις δυσκολίες που συναντούσε μια γυναίκα ταξιδεύοντας ανά την Ελλάδα…»
Έλις Γουότερχαους (σελ. 167): «Στη ζωή μου δεν συνάντησα ποτέ τόσο ευφυή άνθρωπο, που να συνδυάζει την ευρυμάθεια με τη δημιουργική σκέψη. Από τον Έλις έμαθα ότι η κριτική, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουμε, αποτελεί και αυτή με τον τρόπο της δημιουργία. Όταν αργότερα άκουγα να τον χαρακτηρίζουν κορυφαίο αξιολογητή της αυθεντικότητας των έργων διάσημων ζωγράφων, σκεφτόμουν πως ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Αλλά πώς να το εξηγήσεις αυτό σε όσους θεωρούσαν την τέχνη παράπλευρο χρηματιστήριο».
Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ (σελ.177): «Στις αρχές Οκτωβρίου χρειάστηκε να μεταφέρω δυο τρεις φορές τα τηλεγραφήματα του Υπουργείου Εξωτερικών στο Παλάτι. Τη μία από αυτές με δέχτηκε η μεγαλειότητά του με καθημερινά ρούχα. Με ρώτησε κάτι στα αγγλικά και η απάντησή του με ικανοποίησε… Εκείνη τη μέρα πάντως ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ με την ανεπίσημη περιβολή του έχασε όλη τη λάμψη στα μάτια μου, όπως ακριβώς ένας ηθοποιός που θαυμάζεις επί σκηνής και μετά τον βλέπεις να σε υποδέχεται στο καμαρίνι με τη ρόμπα του κουρασμένος και ανυπόμονος».
n

Σεφεριάδης (σελ. 190, 191): «Συναντούσα συχνά το συμπατριώτη μου τον Σεφεριάδη. Άλλες φορές με χαιρετούσε εγκάρδια και άλλες έκανε ότι δε με γνώριζε. Περνούσε από μπροστά μου αυστηρός και βαρύθυμος. Κρατούσε το χαρτοφύλακα στο δεξί χέρι και με το αριστερό βαστιόταν από το πέτο του σακακιού του, σαν να ήθελε από κάπου να πιαστεί αυτές τις δύσκολες ώρες. Μου θύμιζε έντονα τους στίχους του Μποντλέρ από το «Άλμπατρος».
Ο ποιητής μοιάζει με τον πρίγκιπα των νεφών
Που αψηφά τη θύελλα και λοιδορεί τον τοξότη
Εξόριστος εδώ στη γη ανάμεσα στα γιούχα
Τα γιγάντια φτερά τον εμποδίζουν να βαδίσει.»
n

Μεταξάς (σελ. 192): «Εξίσου θεατρικές ήταν οι έξοδοι του Μεταξά από το ξενοδοχείο, ειδικά όταν περίμενε κόσμος για να τον επευφημήσει. Ακόμα και αυτός ο άσχημος άντρας έδειχνε για λίγο φωτεινός, σχεδόν όμορφος, με το χαμόγελο της ικανοποίησης να αναζωογονεί το κουρασμένο πρόσωπό του. Έβγαζε το καπέλο του και υποκρινόταν ακριβώς όπως ένας θεατρίνος που τον ζητωκραυγάζουν μετά τη θριαμβευτική του παράσταση».
n

Αλέξανδρος Κορυζής (σελ. 193): «Ήξερε τι έκανε ο Βασιλιάς όταν επέλεγε τον Αλέξανδρο Κορυζή για διάδοχο του Μεταξά; Εκτός και αν ήθελε να κοσμήσει τον πρωθυπουργικό θώκο με τη θωριά ενός ωραίου γκριζομάλλη άντρα με κοντοκομμένο μουστάκι και αριστοκρατικούς τρόπους. Η μητέρα μου, που σχετιζόταν με την οικογένεια Κορυζή, είπε: “Ο Αλεξάκης μας πρωθυπουργός”. Και συμπλήρωσε καγχάζοντας: “Κούκλα παραγεμισμένη με αέρα!”».
Μάικλ Πάλερετ (σελ. 194): «Ο Κρις μού είπε ότι τον επέβαλαν οι Άγγλοι. Εγώ έμαθα ότι στην αρχή οι Άγγλοι δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν για Κορυζή και προπαντός ο πρέσβης Πάλερετ. Ο νέος πρωθυπουργός πάντως τον κάλεσε πρώτο-πρώτο! Η πολιτική έχει τους κανόνες της, όπως και ο έρωτας».
Χάρης Αβραμίδης (σελ. 263, 264): «Την ίδια στιγμή ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Ο κατάλληλος άνθρωπος πρόβαλε ύστερα από την προτροπή του και τότε δοκίμασα μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στη ζωή μου. Και δεν ήταν απλώς ότι έβλεπα μετά από χρόνια τον Χάρη Αβραμίδη. Συναντούσα τη σκιά ενός ανθρώπου ο οποίος πριν από μία δεκαετία στην Αθήνα, όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα, έγινε για λίγο ο αχώριστος φίλος και σύμβουλος. Δίχως τα πλούσια κατάμαυρα μαλλιά που είχαν αραιώσει και γκριζάρει και χωρίς ίχνος από τη γνώριμη έπαρση στις κινήσεις του, μπήκε δειλά, σκοντάφτοντας σχεδόν, και μου χαμογέλασε με νόημα».
Εμμανουήλ Τσουδερός (σελ. 283): «Με είχαν πληροφορήσει ότι ο Τσουδερός ήταν πράος και απλός. Δε θα συμφωνήσω. Η πραότητά του, επιτηδευμένη όσο και η απλότητά του. Το βλέμμα του είχε κάτι πιο σύνθετο από ό,τι θα περίμενε κανείς. Τον κατηγορούσαν για διπροσωπία και μακιαβελισμό και είχαν δίκιο στο βαθμό που ένας διπρόσωπος υποφέρει από έλλειψη φαντασίας. Μου έδωσε την εντύπωση του ανθρώπου ο οποίος βλέπει τη ζωή σαν μια παρτίδα σκάκι και μελετά υπερβολικά την επόμενη κίνησή του».
Σέσιλ Μπίτον (σελ. 296): «Τον έλεγαν Σέσιλ Μπίτον και κατά τη Ρόζμαρι ήταν φωτογράφος διασημοτήτων, διακοσμητής εσωτερικών χώρων, σκηνογράφος και σχεδιαστής κοστουμιών για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Είχε φωτογραφίσει τη βασίλισσα Ελισάβετ, την Γκρέτα Γκάρμπο, τη Μάρλεν Ντίτριχ, τον Πικάσο, τον Στραβίνσκι, τους βομβαρδισμούς του Λονδίνου και τώρα η χάρη του έφτασε και στην Αφρική με την ιδιότητα του πολεμικού φωτογράφου. Εκείνη τον γνώρισε στο βιβλιοπωλείο Lenhert & Landrock του Καΐρου ανάμεσα σε βιβλία, χάρτες και παλιές φωτογραφίες».
Χανς Ούλριχ φον Σένενμπεργκ (σελ. 393): «Το πραγματικό πρόβλημα ωστόσο αποδεικνυόταν η ανυπομονησία του Σένεμπεργκ, προέδρου της Υπηρεσίας Προστασίας της Τέχνης, ανθρώπου βάρβαρου που δεν ορρωδούσε προς ουδενός».
Τζέρομ Σπέρλινγκ (σελ. 393, 394): «Το μεσημέρι της προηγούμενης, ο Σπέρλινγκ, καθώς περπατούσε στο χώρο δυτικά της Πύλης των Λεόντων, σκόνταψε πάνω σε τοιχίο. Η περιέργεια του αρχαιολόγου τον ώθησε να σκάψει πρόχειρα με το σκαλίδι του αποκαλύπτοντας ένα τμήμα περιβόλου ταφικού κύκλου. Προσπάθησε αμέσως να καλύψει το εύρημα, τον είδαν όμως δυο Γερμανοί στρατιώτες και ειδοποίησαν τον Σένενμπεργκ.»
Γεώργιος Παπανδρέου (σελ. 422): «Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν ο καινούργιος που οι Εγγλέζοι έφεραν από την Ελλάδα σύμφωνα με τον Έλις. Ο Μπάλφουρ βιάστηκε να τον αποκαλέσει “ισχυρό άντρα” ενώπιον των δημοσιογράφων».
n

Αλέξανδρος Σβώλος (σελ. 433): «Ένα βράδυ, αρχές Αυγούστου, μου τηλεφώνησε ο διευθυντής του πρωθυπουργικού γραφείου και με πληροφόρησε ότι το πρωί έπρεπε να παραλάβω τον καθηγητή Αλέξανδρο Σβώλο. “Επιτέλους, κυβέρνηση εθνικής ενότητας, Μαυροειδή”, μου είπε περιχαρής κλείνοντας το τηλέφωνο».
Τόποι
Λονδίνο (σελ. 23): «Η καθημερινότητα αυτή ξεκινούσε από ένα επιπλωμένο διαμέρισμα δύο δωματίων στο καταπράσινο Χάμστεντ του Λονδίνου στο οποίο μετακόμισα αμέσως μετά την πρόσληψή μου. Το σπίτι ανήκε σε μια ηλικιωμένη γεροντοκόρη και κάθε φορά που τη συναντούσα, κουβαλούσε παραμάσχαλα κάποιο μυθιστόρημα της Όστεν ή της Έλιοτ με την ευλάβεια που θα κουβαλούσε κανείς την Αγία Γραφή».
Τζιά (σελ. 30): «Καταλύσαμε σ’ ένα δίπατο κτίσμα στη μέση της προκυμαίας. Από το μπαλκόνι αντίκριζε κανείς απέναντι το γυμνό τοπίο χέρσας γης που απάλυνε ένα εκκλησάκι και πίσω του η πετρόκτιστη έπαυλη Αλιφραγκή ή “βίλα Υποψία” περιτριγυρισμένη από δασύ πευκώνα. Ο αυλόγυρός της από αναρίθμητα λευκά κολονάκια ακροβατούσε στα γκριζοπράσινα βράχια. Η σκέψη μου γύρισε αμέσως στα χρόνια της Σμύρνης και στην οικογενειακή έπαυλη στον Βουτζά. Μπορεί τα δύο κτίρια να μην έμοιαζαν εξωτερικά, όμως το εσωτερικό τους θα έκρυβε πολλές ομοιότητες. Ο κοσμοπολιτισμός στη Μεσόγειο είχε πάνω-κάτω τις ίδιες εμμονές».
image

Σμύρνη (σελ. 70): «Έμειναν στη Σμύρνη μέχρι την έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου. Κάθε απόγευμα με έβγαζε βόλτα στο Κε, την προκυμαία και μου αγόραζε γλασάδα καϊμάκι από τον γυρατζή και διασχίζαμε όλο το κοσμικό τμήμα της παραλίας από το Κουμερκάκι, το μικρό τελωνείο, μέχρι την Πούντα, δίπλα στο τραμβάι, στις άμαξες και στους περαστικούς. Το ιππήλατο τραμ έτριζε πάνω στις γραμμές, και οι άμαξες πάνω στους τροχούς – το ίδιο και οι οπλές των αλόγων και οι σόλες των παπουτσιών στις πλάκες Νεαπόλεως. Θυμάμαι το φλύαρο παφλασμό της θάλασσας και την έντονη ιωδιούχα οσμή που κατέκλυζε τα ρουθούνια μου αλλά και τους μακρόσυρτους ήχους από τις σμυρναίικες εστουδιάντινες στα παραλιακά café».
n

Επίδαυρος (σελ. 107): «Στην Επίδαυρο επισκεφτήκαμε πρώτα το Ασκληπιείο, το “νοσοκομείο της αρχαιότητας” κατά τον Κρις. Ύστερα περάσαμε και απ’ το ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα και φυσικά απ’ το θέατρο… τους βρήκαμε σε μια απόμερη παραλία, αφού χρειάστηκε να περπατήσουμε αρκετά στο έλεος του ήλιου. Υπήρχαν ρωμαϊκά κατάλοιπα οικιών κάτω απ’ το νερό».
Μυκήνες (σελ. 118, 119): «Φτάσαμε στην Πύλη των Λεόντων αλλά δε συναντήσαμε κανέναν. Σε λίγο ξεπρόβαλαν δυο εργάτες κι ένα παιδί από τα τείχη… τους έστελναν να φέρουν το μεσημεριανό φαγητό. Εκείνοι μας πληροφόρησαν πως το συνεργείο των ανασκαφών δούλευε ψηλά κοντά στην αρχαία δεξαμενή… ανεβήκαμε στην κορυφή του λόφου και ύστερα, μόλις αρχίσαμε να κατεβαίνουμε από την άλλη μεριά, είδα ένα σωρό ανθρώπους να δουλεύουν μες το μεσημέρι κάτω από μία μεγάλη τέντα από καραβόπανο… το συνεργείο εκτελούσε εργασίες καθαρισμού σε μια πλατιά επιφάνεια, ενώ την ίδια στιγμή κάποιοι μετρούσαν τις αποστάσεις από σημεία που έμοιαζαν με βάσεις κιόνων».
Αθήνα (σελ. 165): «Την προηγούμενη μέρα, Κυριακή 27 Οκτωβρίου, τίποτε δεν προοιωνιζόταν τη συμφορά… Ο κόσμος είχε βγει για περίπατο στο Ζάππειο και στα ζαχαροπλαστεία της πλατείας Συντάγματος γινόταν το αδιαχώρητο. Ευυπόληπτοι κύριοι διάβαζαν τα κυριακάτικα φύλλα των εφημερίδων στη λιακάδα μπροστά στον αχνιστό καφέ στρίβοντας αμέριμνα το μουστάκι τους. Ανδρικά και γυναικεία καπέλα κάθε λογής σκίαζαν τα ξεκούραστα πρόσωπα της ευγενούς αθηναϊκής πελατείας. Η Ωραία συναντήθηκε με τις φίλες της στου Γιαννάκη, στην Πανεπιστημίου, και το μεσημέρι, στο φαγητό, μου ανακοίνωσε πως την επομένη θα πήγαινε στον κινηματογράφο Ρεξ για αν δει έναν νέο Αμερικανό ηθοποιό, τον Κάρι Γκραντ, που άρεσε πολύ στην παρέα των ώριμων γυναικών».
n

Πειραιάς (σελ. 237, 238): «Το Κορινθία έμοιαζε με ασπρόμαυρη φάλαινα που ξεκουραζόταν στα θολά νερά του λιμανιού έτοιμη να μας πάρει στη ράχη της. Η Ρόζμαρι σχολίασε το κίτρινο φουγάρο με τη γαλάζια μπορντούρα. Στο πρωραίο κατάρτι ελληνικές σημαιούλες έδιναν πανηγυρικό χαρακτήρα στην απόδρασή μας. Εκείνη την ώρα σκέφτηκα πως η Ωραία θα προσκυνούσε τον Επιτάφιο κι ένιωσα την ανάγκη να κάνω το ίδιο. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου απέναντί μας. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Νέος συναγερμός».
Αλεξάνδρεια (σελ. 253): «Στη rue de France συναντήσαμε το τραμ με κίτρινη μετώπη κι έναν κόκκινο κύκλο δίπλα στον αριθμό 6 γραμμένο και στα αραβικά. Στην πλατεία Μοχάμετ Άλι μάς προϋπάντησε το άγαλμα του ανθρώπου που οραματίστηκε τη σύγχρονη πολιτεία. Έφιππος ατένιζε τη θάλασσα με την ηρεμία των αγαλμάτων που ζουν στη δική τους απολιθωμένη πραγματικότητα.
Οι αναμνήσεις από την πρώτη εκείνη βόλτα θα μπερδεύονταν αμετάκλητα με τη μεγαλόπρεπη όψη του Χρηματιστηρίου της Αλεξάνδρειας, με το πασχαλινό κερί που ανάψαμε στο ναό του Ευαγγελισμού κατ’ απαίτηση του θείου, με τη χλιδή του πολυκαταστήματος Hanot και το τέμενος του Αταρίν, ώσπου να βγούμε στην οδό Φουάτ μ’ ένα αίσθημα πείνας αλλά και ναυτίας και τη Ρόζμαρι να μην εννοεί να καθίσει ούτε στιγμή φρόνιμη».
Καϊρο (σελ. 268): «Τι κι αν γινόταν πόλεμος κάπου αλλού; Στο Κάιρο όλα στροβιλίζονταν στη δίνη μιας κινηματογραφικής ψευδαίσθησης. Στα πολυτελή ξενοδοχεία και στα café της πόλης μια πολυεθνική κοινωνία πλούτου και αριστοκρατίας συνέχιζε να δίνει τη δική της παράσταση. Και αναρωτιόταν κανείς ποιος σκηνοθετούσε και ποιος διένειμε τους ρόλους».
n

Κοιλάδα των Βασιλέων (σελ. 302): «Το 1905 μια παρέα από θορυβώδεις Βρετανούς τουρίστες τα έβαλε με τους φύλακες ενός αρχαιολογικού χώρου στην Κάτω Αίγυπτο. Ο αρχιεπιθεωρητής της Υπηρεσίας Αρχαιοτήτων πήρε το μέρος των φυλάκων και υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Τρία χρόνια αργότερα έψαχνε ακόμα για δουλειά όταν τον προσέλαβε ο λόρδος Κάρναρβον για να αναλάβει τις ανασκαφές στη δυτική όχθη των Θηβών. Δεκατέσσερα χρόνια μετά κι ενώ η συνέχιση των ανασκαφών ήταν πια αμφίβολη, τηλεγραφεί στον εργοδότη του: “Ανακάλυψα τάφο…”. Ένας από τους μικρότερους τάφους στην Κοιλάδα των Βασιλέων που έκρυβε αμύθητους θησαυρούς… Ο αρχαιολόγος λεγόταν Χάουαρντ Κάρτερ και το όνομα του βασιλιά, Τουταγχαμών».
n

Άκαμπα (σελ.328): «Η μικρή πολιτεία έμοιαζε περισσότερο με χωριό που όμως αργά ή γρήγορα θα αναπτυσσόταν, μιας και πολύς κόσμος συνέρεε εδώ για να ασχοληθεί με το εμπόριο. Ο Αβραμίδης μού είχε διηγηθεί για την Άκαμπα μία από εκείνες τις μακάβριες ιστορίες του. Κατά τα λεγόμενά του, υπήρχε μια συμμορία γνωστή ως “Μαύροι Άγγελοι” που μπορούσε, αν της το ζητούσες, να σκηνοθετήσει την αυτοκτονία σου».
Πέτρα (σελ. 332): «Αντικρίζοντας τον πρώτο σταθμό του ταξιδιού μας, η ερώτησή μου “γιατί Πέτρα;” μου φάνηκε αμέσως αφελής. Πώς αλλιώς να αποκαλέσεις έναν κόσμο φτιαγμένο από βράχους μέσα στην έρημο. Ο Κρις έσπευσε να μου εξηγήσει πως το όνομα το έδωσαν στην αρχαιότητα Έλληνες έμποροι παρακολουθώντας τους κατοίκους της πόλης να προσφέρουν δώρα στους θεούς πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Η Ρόζμαρι δεν είπε τίποτε. Φερόταν σαν υπνωτισμένη».
Δαμασκός (σελ. 335): «Συνεχίσαμε για τη Δαμασκό κι εκεί φάνηκε πια καθαρά ο διαφορετικός προσανατολισμός μας σε αυτό το ταξίδι. Οι άλλοι δύο επέμεναν να δουν και το τελευταίο πετραδάκι που είχε τοποθετηθεί στο νεόδμητο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Εγώ ενδιαφερόμουν κυρίως να απολαύσω το περίφημο παγωτό του ζαχαροπλαστείου Μπαγκντάς με γεύση μαστίχας και μαχλέμπ».
Έφεσος (σελ. 341): «Σημείο συνάντησης η βιβλιοθήκη του Κέλσου. Η Ρόζμαρι ενθουσιάστηκε. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα έκανε αυτή τη διαδρομή χωρίς μια στάση στην Έφεσο για να αποθαυμάσει τουλάχιστον το Αρτεμίσιο, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου».
Κάβα Ντεϊ Τιρένι (σελ. 444): «Διαβήκαμε τους κατασκαμμένους δρόμους με τα μισογκρεμισμένα σπίτια, και τα σπασμένα μπαλκόνια να αιωρούνται πάνω από τα κεφάλια μας. Κατηφείς χωρικοί και παιδιά-σκιές μάς υποδέχτηκαν γυρεύοντας κατιτί. Στην άκρη του χωριού υψώνονταν δύο ξενοδοχεία, το Βιτόριο και το Ιμπέρο, που από μακριά έμοιαζαν αξιοπρεπή καταλύματα, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονταν στα όρια της αθλιότητας».
*Ευχαριστούμε την αρχαιολόγο Εύη Παπαδοπούλου-Χρυσικοπούλου για τη συμβολή της στο μικρό αυτό αφιέρωμα…