Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

O Δημήτρης Στεφανάκης στο thebest.gr

Δημήτρης Στεφανάκης: 

"Με έθελγε πάντοτε η γοητεία του ημιτελούς, οι έρωτες που δεν εκπληρώνονται..."

Ο Αλμπέρ Καμύ γίνεται ένας ταξιδιώτης του χρόνου κι επιστρέφει στη Μύκονο και μαζί του στις προθήκες των βιβλιοπωλείων το «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι», το μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη που πρωτοκυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2009.
Μια δεύτερη ευκαιρία για τον Νομπελίστα συγγραφέα, με την Αριάδνη να του ξετυλίγει το μίτο σε αυτό το ταξίδι στο χρόνο και ταυτόχρονα μια δεύτερη ευκαιρία για το μυθιστόρημα, το οποίο στις 22 Μαΐου εκδόθηκε ξανά, αυτή τη φορά από τις εκδόσεις «Ψυχογιός».
Με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου ο Δημήτρης Στεφανάκης μιλά για το μυθιστόρημα που ακολούθησε χρονικά τις βραβευμένες και πολυμεταφρασμένες «Μέρες Αλεξάνδρειας» αλλά τίποτα από τη συνταγή της επιτυχίας τους.
Tης Ελευθερίας Μακρυγένη
«Σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του ένας άνδρας» ο Αλμπέρ Καμύ επιστρέφει στο ηλιόλουστο Μυκονιάτικο τοπίο. Μάιος 2014. Το «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι» επιστρέφει επίσης, μετά τον μικρό «θάνατό» του την άνοιξη του 2011. Τι γίνεται τελικά με τον χρόνο, τις επιστροφές και τους ανολοκλήρωτους κύκλους σε αυτό το βιβλίο;
«Το “Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι” είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που κρατούν ανοιχτούς λογαριασμούς τόσο με τους ήρωές τους όσο και με την εκδοτική τους τύχη. Όλα ξεκινούν από το ημιτελές μυθιστόρημα του Καμύ . “Ο πρώτος άνθρωπος” και παραμένουν ανολοκλήρωτα. Προσωπικά με έθελγε πάντοτε η γοητεία του ημιτελούς, οι έρωτες που δεν εκπληρώνονται, οι άνθρωποι που ζητούν δεύτερη ευκαιρία, ό,τι επιστρέφει στη ζωή μας και διεκδικεί τη δικαίωσή του».
Το μυθιστόρημα ξεκινά «σ΄ένα κατάφωτο σκηνικό βράχου και θάλασσας» και στο τέλος του μεταξύ άλλων «το κυκλαδονήσι βούλιαζε κι αυτό μέσα στο ζόφο της νύχτας». Από τη μια πλευρά ο έρωτας από την άλλη ο θάνατος. Μιλήστε μας γι αυτούς τους συσχετισμούς που διατρέχουν το βιβλίο.
«Όσοι πιστεύουν πως ο έρωτας κι ο θάνατος είναι οι δύο πυλώνες του μυθιστορήματος, σ' αυτό το βιβλίο επιβεβαιώνονται με το παραπάνω. Δεν νομίζω άλλωστε πως μπορεί κανείς να ξεφύγει από αυτή την δίδυμη αναγκαιότητα. Ίσως γιατί όλες οι ιστορίες αναζητούν μια τελείωση, και αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά υποκύπτοντας τόσο στην μοίρα του έρωτα όσο και σ' εκείνη του θανάτου».
Το βιβλίο εκδόθηκε μετά τις «Μέρες Αλεξάνδρειας» και σε επίπεδο σύλληψης, πλοκής και ηρώων είναι πολύ διαφορετικό από το μυθιστόρημα που εγκαινίασε την τριλογία του κοσμοπολιτισμού και όπως έχετε πει προκάλεσε μια μικρή θύελλα αντιδράσεων. Πού το αποδίδετε;
«Οι "Μέρες Αλεξάνδρειας" είναι από εκείνα τα βιβλία που μπορούν να καταστρέψουν το δημιουργό τους, αν εκείνος πιστέψει πως είναι συνταγή επιτυχίας. Εγώ το διέκρινα γρήγορα, όχι όμως και το αναγνωστικό μου κοινό. Δυστυχώς οι αναγνώστες απαιτούν από εμάς να επαναλαμβανόμαστε. Αλίμονό μας, όμως, αν τους κάνουμε το χατίρι».
Είναι γνωστή η αγάπη σας για τον Καμύ. Αν είχατε την ευκαιρία να τον συναντήσετε στην επιστροφή του στη Μύκονο, όπως η Αριάδνη, τι θα του ζητούσατε; Tι θα του λέγατε;
«Θα του έλεγα πως δεν έκανε καλά που διασπάθισε το ταλέντο του μυθιστοριογράφου μες στην πολυπραγμοσύνη του. Εκείνος βέβαια θα χαμογελούσε και θα μου έλεγε πως είμαι αυστηρός μαζί του. Πιστεύω όμως πως δεν θα με παρεξηγούσε».
Αν μπορούσατε να πάτε κάνετε ένα ταξίδι στο χρόνο, τι θα επιλέγατε να ζήσετε και ποιους θα θέλατε να συναντήσετε;
«Στην εποχή που διαδραματίζεται το πρόσφατο μυθιστόρημά μου "Άρια, ο κόσμος από την αρχή". Ο μεσοπόλεμος και τα χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου με συνάρπαζαν ανέκαθεν. Δεν το κρύβω».
ΠΗΓΗ: http://thebest.gr/news/index/viewStory/268226

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Συλλαβίζοντας τους λογοτεχνικούς προορισμούς του φωτός, της Τέσυς Μπάιλα, Literature.gr

“Καλοκαίρι είναι οι καλαμιές που αντιστέκονται στον αέρα… το παράπονο της γέρικής συκιάς όταν πιέζεις τους άγουρους ακόμα μαστούς της, τα σύκα της, και βγάζουν γάλα. Καλοκαίρι είναι η αλητεία του βλέμματος πάνω στα πεντάρφανα νερά του πελάγους… Τα ορφανά άστρα του νυχτερινού ουρανού… Ο γαλακτώδης ορίζοντας του Ιουλίου…” Δημήτρης Στεφανάκης.

Μοιάζει περίεργο πως καμιά φορά η μοίρα των βιβλίων ακολουθεί τη μοίρα των ηρώων τους. Η επανέκδοση αυτού του βιβλίου από τις εκδόσεις Ψυχογιός μετά από τον «ξαφνικό θάνατο του βιβλίου το 2011», όπως χαρακτηριστικά λέει ο Δημήτρης Στεφανάκης, φαίνεται να ακολουθεί τη μοίρα του κεντρικού του ήρωα, του Αλμπέρ Καμί που μέσα στις σελίδες του μεταπηδά στο χρόνο ανέλπιστα, για να γευτεί μια δεύτερη ευκαιρία ζωής λουσμένη στο διονυσιακό φως. Με τον ίδιο τρόπο και το βιβλίο αυτό αρχίζει μια δεύτερη ζωή, επανέρχεται στα λογοτεχνικά δρώμενα της χώρας σε μια εξαιρετική έκδοση, για να αποδείξει ότι τίποτα δε χάνεται, αφού αυτό που τελικά φαίνεται πως είναι ένα λογοτεχνικό καλοκαίρι είναι ό,τι ακριβώς αντιστέκεται στο ζοφερό λήθαργο του χρόνου.

Η ιστορία του βιβλίου αρχίζει τον Ιούνιο του 1998, όταν ο Καμί αποβιβάζεται για μια ακόμα φορά στο μικρό λιμάνι της Μυκόνου. Ένας τουρίστας που φτάνει στο νησί για να χαρεί το κυκλαδίτικο καλοκαίρι. Κοντά του η Αριάδνη Δάριβα, μια νεαρή δημοσιογράφος που θα μυήσει τον Καμί σε ένα νέο κόσμο, μακριά από το Παρίσι της δεκαετίας του ’50.

Το βιβλίο εξελίσσεται και η δημοσιογράφος αναζητά στον Καμί τον μύθο, ένας αιρετικός επιστήμονας τη δικαίωση, ο συγγραφέας την έμπνευση. Βουτηγμένοι όλοι μαζί στο ανελέητο ελληνικό φως∙ στο άτρωτο ελληνικό πέλαγος∙ άνθρωποι, βιβλία και έρωτες ζητούν ολοκλήρωση, την ανέλπιστη μεταπήδηση στη ζωή. ”Αυτό το καλοκαίρι όμως δεν είναι απλώς το στοίχημα του χαμένου χρόνου. ” Είναι ο αόρατος συμβολισμός της αναγέννησης, αυτό που ο Καμί προσδιόρισε όταν είπε: «Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα αόρατο καλοκαίρι», το καλοκαίρι της δημιουργίας.

Μέσα στο κάτοπτρο του ελληνικού καλοκαιριού ο Καμί βλέπει το τέλος και την αρχή της υπαρκτικής του ταυτότητας και επαναπροσδιορίζει όλα όσα τη διαμόρφωσαν. Η ζωή τού έχει δώσει μια ανέλπιστη ευκαιρία∙ να επιστρέψει για να ολοκληρώσει ένα έργο που άφησε στη μέση, κάτι που ο Καμί ποτέ δεν θα κάνει. Επειδή είναι ανέφικτη η ολοκλήρωση σε μια λάθος εποχή. Επειδή, όπως ο συγγραφέας αναφέρει με γνώμονα τον Εφέσιο προσωκρατικό φιλόσοφο: “δεν μπορείς να μπεις για δεύτερη φορά στον ίδιο ποταμό”, μπορείς όμως να βιώσεις όσα σου επιτρέψει να “συλλαβίσεις” η ροή του.

Όλα είναι διαφορετικά αυτή τη φορά κι όλοι θα το νιώσουν όσο κρατάει ένα καλοκαίρι, μέχρι όλα να “βουλιάξουν στην αιώνια απουσία των αισθήσεων” και πάλι.Όλα έχουν αλλάξει και η Μύκονος που είχε γνωρίσει όταν ερχόταν μαζί με τον εκδότη του έχει γίνει τόσο διαφορετική. Οι νέες ηθικές και κοινωνικές δομές της τον αποπροσανατολίζουν. Η νέα τεχνολογία τον προκαλεί. Μοιάζει να έχει δώσει λύσεις σε παλιότερα προβλήματα και ο Καμί δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την εξέλιξη «με όλα τα καλά και τα κακά της», με την αφέλεια μικρού παιδιού που γεμάτο περιέργεια παίζει μαζί της.

Όσοι περιμένουν ότι ο συγγραφέας θα βρει επιτέλους το χρόνο να τελειώσει το έργο του ο «πρώτος άνθρωπος», που έμεινε στη μέση μετά τον ξαφνικό του θάνατο θα διαψευσθούν. Ο Καμί ζητά αυτή τη φορά να απελευθερωθεί από τον πνευματικό του εγκλωβισμό και να ζήσει απεκδυόμενος τον συγγραφικό του εαυτό. Έτσι προτιμά να πίνει ούζο με τους νησιώτες, να παθιάζεται με το ποδόσφαιρο, να γεύεται τη ζεστασιά της δεύτερης ζωής σε λάγνες αναζητήσεις και να θαυμάζει «τον ασάλευτο χορό των Κυκλάδων γύρω από τη Δήλο», τους «ατρύγητους κάμπους της θάλασσας» που διαγράφονται μπροστά του, τις μεθυσμένες ανάσες των «αθύρματων κυμάτων», τη «ζεστή σαν ανθρώπινο σώμα άμμο» που υποδέχεται το κορμί του και το αήτητο φως.

«Δε φτάνει μόνο το απολλώνιο φως της αγνότητας χρειάζεται και ο διονυσιακός ζόφος», έγραφε ο Νίτσε και ο Καμί προσπαθεί να αντλήσει όση περισσότερη ζωή μπορεί σ’ αυτή «την καινούργια μέρα που απλώθηκε αθόρυβα πάνω από τη θάλασσα, τα βράχια, την άμμο, πολιόρκησε τα κατάλευκα κυκλαδίτικα σπίτια, τρύπωσε μέσα σε όσα άφησαν ανοιχτές πόρτες και παράθυρα για να την υποδεχτούν και τον περίμενε υπομονετικά να ανοίξει τα μάτια του και χορτάσει το φως της», πριν το φως καταλαγιάσει για δεύτερη φορά στη ζωή του.

Ο Καμί κινείται σαν εκκρεμές ανάμεσα στον έρωτα που θέλει να χορτάσει και στο θάνατο που καραδοκεί, ακροβατώντας στο ορφικό μεταίχμιο αυτή τη φορά με πλήρη συνείδηση. Και φαίνεται οδυνηρό σε όλους όσοι τον συντροφεύουν να καταλάβουν πως η ζωή επανέρχεται αλλά αυτή τη φορά όλα είναι διαφορετικά, αφού: “τούτο το καλοκαίρι δεν χρειάζεται πια συγγραφείς. Περιμένει μόνο τουρίστες”. Γι’ αυτό το λόγο θα συλλαβίσει το ελληνικό καλοκαίρι συλλαβή τη συλλαβή και θα ξεχαστεί μέσα στον κόσμο του. Άλλωστε, σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ελληνικός μύθος είναι ο κόσμος που αισθανόταν πιο άνετα από παντού.

Ο Καμί επιστρέφει και μαζί του επιστρέφει η αντίληψη ότι η ηθική υπόσταση ενός ανθρώπου σηματοδοτεί αλλά και δίνει νόημα στην αίσθηση ευθύνης των επόμενων γενεών ανεξάρτητα από την ταυτότητα κάθε εποχής. Κοιτάζοντας τον επόμενο από τη δική του εποχή κόσμο αναπολεί τις μνήμες της δικής του ζωής και ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να «συλλαβίσει» την εκλεκτική του συγγένεια με τον μεγάλο δημιουργό, μια διακειμενική συνομιλία με τον γαλλοαλγερινό συγγραφέα, με αφορμή το σύνολο σχεδόν του έργου του Καμί, ιδιαίτερα αγαπημένο του Δημήτρη Στεφανάκη.

Ο βραβευμένος συγγραφέας με λόγο ελληνικό, λιτό και ταυτόχρονα αιχμηρό, συνθέτει μια ιστορία φανταστική και απεικονίζει μέσα της με διεισδυτική ευθύτητα τη ρεαλιστική εικόνα ενός σύγχρονου κόσμου, καλώντας μας να αναλογιστούμε τελικά, πως κάθε εποχή έχει τα δικά της ανάλογα, ίσως αυτά που της αξίζουν ή και όσα κατάφερε να δημιουργήσει και να αφομοιώσει.

Ο βαθμός στον οποίο ανταποκρίθηκε ο Δημήτρης Στεφανάκης στο έργο του Καμί ενδεικτικός. Άλλωστε, κάθε δημιουργία απαιτεί μια διαδικασία επώδυνη και ο βαθμός στον οποίο ανταποκρινόμαστε σ’ αυτήν αποτελεί τον δείκτη του πολιτισμικού μας ορίζοντα.

Και ο Καμί επιστρέφει «ταξιδεύοντας μέσα» σε έναν σύγχρονο συγγραφέα, επίγονο της δικής του πνευματικής σχολής και «στον άχρονο κόσμο της λογοτεχνίας», και αναδύεται για μια ακόμη φορά, «Λες κι αναδύθηκε ξαφνικά στη μέση του πελάγους, σ’ ένα κατάφωτο σκηνικό βράχου και θάλασσας» και αντικρίζει ξανά τη ζωή μέσα στο καλοκαιρινό φως, επειδή η δικαιοσύνη που λέει ο Σεφέρης είναι τελικά η δικαιοσύνη του φωτός και η Μύκονος ξέρει από φως…

ΠΗΓΗ: http://www.literature.gr/sillavizontas-tous-logotechnikous-proorismous-tou-fotos-tis-tesis-baila/

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι... κυκλοφορεί σε λίγες μέρες

ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ
Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2009 μέσα σε μια μικρή θύελλα αντιδράσεων από γνωστούς και φίλους που το διάβασαν βιαστικά και επιπόλαια. Αποσύρθηκε από την κυκλοφορία την άνοιξη του 2011 κάτι σαν ξαφνικός θάνατος, και έκτοτε έγινε ένα βιβλίο-φάντασμα. Επανακυκλοφορεί στις 22 Μαΐου από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Ο Καμύ ξαναπάει επιτέλους στη Μύκονο! "Δικαιοσύνη..." που θα έλεγε και ο Σεφέρης...

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Κριτική για το "Άρια. Ο Κόσμος από την αρχή" στο http://arthrono.wordpress.com/

Κάποιες φορές ακόμη κι ένα απλό ξεφύλλισμα είναι αρκετό για να σε κάνει να καταλάβεις πως δεν κρατάς στα χέρια σου ένα μυθιστόρημα της σειράς. Οι οσφρητικοί υποδοχείς εύκολα οσμίζονται το λογοτεχνικό άρωμα, από την πρώτη κιόλας φράση. «Η αφήγηση είναι παρηγοριά: Σου δίνει το δικαίωμα να παραλείπεις όσους και όσα σε κάνουν να ντρέπεσαι, να αμφιβάλλεις, να μετανιώνεις». Με την εναρκτήρια λοιπόν φράση του μυθιστορήματος «ΑΡΙΑ ο κόσμος από την αρχή», του Δημήτρη Στεφανάκη, αισθάνεσαι αμέσως τη δύναμη της ουσιαστικής πεζογραφίας. Βάζοντας στα χείλη του ήρωά του ένα σχόλιο λογοτεχνικού ενδιαφέροντος με αναφορά σε λογοτεχνικούς κώδικες, ο Δημήτρης Στεφανάκης, δίνει αμέσως το στίγμα ενός βιβλίου που δεν εστιάζει σε μια ιστοριούλα με έρωτες, ίντριγκα και δακρύβρεχτο τέλος για να ”σκοτώσει’’ ο αναγνώστης την ώρα του. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας κινείται στις συντεταγμένες του ουσιαστικού μυθιστορήματος και όχι απλώς της εξιστόρησης, ξεφεύγοντας από την αφήγηση μιας ακόμη ευπώλητης κλισέ ιστοριούλας προς διασκέδαση της καλοκαιρινής ανίας.
Με την τριλογία του κοσμοπολιτισμού, όπως άρχισε με το βραβευμένο «Μέρες Αλεξάνδρειας» συνεχίστηκε με το «Φιλμ Νουάρ» και ολοκληρώθηκε με την «Άρια», ο Στεφανάκης δίνει το στίγμα ενός ελληνισμού πέραν των Ελλαδικών συνόρων με όλες τις αντιφάσεις, τις έριδες, τον πατριωτισμό, αλλά και τον τυχοδιωκτισμό που πάντα τον χαρακτήριζε.
Η «ΑΡΙΑ, ο κόσμος από την αρχή», φέρνει στο προσκήνιο μια περίοδο της ιστορίας – πριν το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκειά του με τα όσα συμβαίνουν στο Κάιρο και την εκεί οπερετική κυβέρνηση, μέχρι την απελευθέρωση - όπου κυριαρχούν συνωμοσίες, ίντριγκες, εθνικές μειοδοσίες και πλειοδοσίες, στάσεις και συμπεριφορές που καθόρισαν εν πολλοίς τη μοίρα αυτού του τόπου.
Αυτό που χαρακτηρίζει τον Στεφανάκη και στο τελευταίο του βιβλίο, είναι η αίσθηση λογοτεχνικού ήθους και τιμιότητας. Πραγματεύεται μια ιστορική εποχή χωρίς ιδεολογικά βαρίδια, προκαταλήψεις, διάθεση καταμερισμού ευθυνών ή επίπλαστη ουδετερότητα. Υπηρετώντας πιστά τη λογοτεχνική δικαιοσύνη, συμβάλλει ουσιαστικά στην ανθρωπογνωσία της περιόδου αυτής, χρωματίζοντας σε όλους τους τόνους ό,τι καθόρισε τη μεταπολεμική πορεία της Ελλάδας. Στις 462 σελίδες του βιβλίου, φωτίζεται αρκούντως η τραγικότητα της μοίρας των ανθρώπων, ενώ ανιχνεύονται τα στοιχεία εκείνα που συνέθλιψαν τον τότε κόσμο στις μυλόπετρες της ιστορίας.
Χωρίς μελοδραματισμό και διολίσθηση σε ρηχό συναισθηματισμό – κυρίαρχο στοιχείο της ευπώλητης λογοτεχνίας – περιγράφει ακόμη και δραματικά γεγονότα με την αναγκαία απόσταση που πρέπει να έχει ο συγγραφέας, ενώ στέκεται στοχαστικά απέναντι στην ανθρώπινη μοίρα και την τραγικότητα των στιγμών που τη χαρακτηρίζουν. Αναφέρει για τον πόλεμο: Οκτώβριος 1940. « Ο πόλεμος ήρθε με τη δύναμη του ανέμου και σκόρπισε τις αναμνήσεις των τελευταίων μηνών χωρίς να κάνει διακρίσεις. Τόσα σημαντικά πράγματα συνέβησαν εσχάτως και όμως όλα βούλιαξαν σε μια παράξενη αμφιβολία μπροστά στο φάσμα του παγκόσμιου ολέθρου. Θραύσματα ονείρου που εξατμίστηκαν όταν το κακό μάς έβγαλε απότομα από την πλάνη μιας ανεπίτρεπτης μακαριότητας κι εμείς ατενίσαμε τα δύσκολα χρόνια που ορθώνονταν μπροστά μας ψελλίζοντας με την αμηχανία ενός δικτάτορα: ‘’Eh, bien, c’estlaguerre!’’
Σε όλο το βιβλίο υπάρχουν αρκετά σημεία στοχαστικού σχολιασμού που αναδεικνύουν το βάθος και την ποιότητα του συγγραφέα, ο οποίος ξεπερνώντας τα όρια της απλής αφήγησης μιας ιστορίας – τέχνη άλλωστε την οποία γνωρίζει πολύ καλά – φτάνει στην καρδιά υπαρξιακών ερωτημάτων: «Οι άνθρωποι φλερτάρουν με την ιδέα του θανάτου τους. Ξεχνούν μόνο ότι όπως όλα τα παιχνίδια έχει κι αυτό τους κανόνες του. Ή έχουν την ιδέα πως μπορούν να πεθάνουν πολλές φορές. Χάνουν μια παρτίδα αλλά έχουν το δικαίωμα να ξαναπαίξουν στην επόμενη. Και όσοι οδηγούνται στην αυτοκτονία δε φαντάζονται ότι θα τερματίσουν τη ζωή τους στ’ αλήθεια. Έχουν την εντύπωση ότι δίνουν μια παράσταση και όταν κατέβουν από τη σκηνή του δράματος θα χειροκροτηθούν».
Έχοντας στις αποσκευές του τόμους έργων της μεγάλης παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας, ο Δημήτρης Στεφανάκης, δημιουργεί ένα στιβαρό ιστορικό μυθιστόρημα που πατά γερά στα λογοτεχνικά του πόδια αποτυπώνοντας ανάγλυφα μια εποχή δύσκολα προσεγγίσιμη, μια εποχή τόσο μακρινή αλλά και τόσο κοντινή στο σήμερα. Ο κόσμος από την αρχή, στον υπότιτλο του βιβλίου, δεν είναι παρά ο κόσμος του σήμερα. Τόσο διαφορετικός κι όμως τόσο ίδιος με τον κόσμο του χθες! Άλλωστε πότε διδάχτηκε ο άνθρωπος από την ιστορία; Τόση μνήμη όση λήθη!

Πηγή: http://arthrono.wordpress.com/2014/04/29/a%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%BF-%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83-%CE%B1%CF%80%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B7/