Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

"Ο Άγιος Στοχασμός" μια κριτική της Πηνελόπης Πετράκου για το "Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι'

Ποιος είστε, στ’ αλήθεια, κύριε Καμύ; Ένας ταιριαστός, εναλλακτικά, τίτλος στο φιλοσοφικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη το οποίο επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Το «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι» θα μπορούσε, όχι άστοχα, να χαρακτηριστεί «ύμνος στο ελληνικό καλοκαίρι» αν και, κατ’ εμέ, το ελληνικό φως λειτουργεί εδώ ως φωτοστέφανο στη διανόηση που διοχετεύεται στον κόσμο για να πλαισιώσει τις τεράστιες μορφές της ανθρωπότητας. Μια απ’ αυτές αναντίρρητα κι ο Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος, εάν παρουσιαστεί σε αυστηρά δοκιμιακό ύφος, ενδεχομένως να πέσει στον κοινό τόπο των μέχρι τώρα μελετών. Έτσι, ο συγγραφέας προτιμά να μας την γνωρίσει λογοτεχνικά, χωρίς δοκησισοφία και βιασύνη.
Ο Καμύ περνά το καλοκαίρι του στη Μύκονο στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ως συνηθισμένος τουρίστας και απλά εκπλήσσει εξαιτίας της ομοιότητάς του με τον Γαλλοαλγερινό συγγραφέα. Έχει κοντά του τη νεαρή Αριάδνη, τη δημοσιογράφο με το αθλητικό σώμα και τον εύφλεκτο χαρακτήρα και μοιράζεται μαζί της στιγμές, άλλοτε στωικά κι άλλοτε παθιασμένα, άλλοτε βακχικά κι άλλοτε απολλώνια. Εκείνη τον παροτρύνει με πείσμα να ολοκληρώσει τον «Πρώτο Άνθρωπο» κι εκείνος ανοίγει συχνά τα χαρτιά του μιλώντας για πολλά μα συλλογιζόμενος ακόμη περισσότερα. Κατά βάση κάνει τα προβλεπόμενα, τηρουμένων των αναλογιών: Κυκλοφορεί με βερμούδα και λαίμαργα ξεζουμίζει φρούτα, χαζεύει γυναικεία κορμιά, απολαμβάνει την ηλιοθεραπεία σαν στερημένος και δεν αρνείται να κάνει ένα βαρβάτο ξενύχτι με αμφιβόλου ποιότητας συντροφιά.
Στην καθημερινότητά του συναναστρέφεται με ανθρώπους οι οποίοι αδυνατούν να πλησιάσουν τη μοναχική του κορυφή μια και, πίσω απ’ όλα τα παραπάνω συμβατικά, υπάρχει ένας νους που καταγίνεται με την παρατήρηση και τη μεγαλοσύνη. Ο μεγάλος στοχαστής αγνοεί, παραβλέπει, αποδέχεται κι αντιπαρέρχεται. Ασκείται στο όραμα και στην τόλμη να υπερβαίνει τα σημεία όπου ο φοβισμένος κοινός νους αρνείται να προσεγγίσει. Εκεί που φτάνει ο ίδιος, δεν υπάρχει χρόνος για ξόδεμα με μικρά ζητήματα και μικρά μυαλά. Ο Καμύ αγαπά τους ανθρώπους, γιατί αγαπά τη ζωή. Δεν πιστεύει στην ανθρωπότητα αλλά την αποθεώνει μέσα από σκέψεις και λέξεις: για τον Επίκτητο και τον Δάντη, τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ και τον Ρενέ Σαρ, τον Μπαλζάκ και τον Ντοστογιέφσκι, για τους κλασικούς μουσουργούς, για το χρόνο, το θάνατο, το ποδόσφαιρο, τον έρωτα.
«Ο κόσμος ξανάρχιζε κάθε μέρα στη Μύκονο μ’ έναν καινούργιο ήλιο, κι ο Καμύ πετούσε από πάνω του σαν άπλυτο πουκάμισο τη χρόνια κατάθλιψή του…» Πρακτικά, αυτό που τον διακρίνει είναι η παντελής απουσία προσπάθειας• δεν προσπαθεί για τίποτα, σαν να μην έχει σχέδια. Μοιάζει με άπιαστο πουλί που με την αυτάρκειά του σε κάνει να το θαυμάζεις μυστικά, σε σημείο ώρες-ώρες επικίνδυνο, αφού φτάνεις να το ανταγωνίζεσαι και να θέλεις να το κουλαντρίσεις, να παλέψεις μαζί του ώστε να το νικήσεις στα σημεία. Ο ίδιος ζηλεύει κι εκνευρίζεται, κουράζεται και πέφτει σε λήθαργο, αισθάνεται όλα τα φυσικά και νιώθει τα ανθρώπινα. Είναι λιγομίλητος αλλά πολύ γενναιόδωρος, διότι τα λόγια του είναι σοφά και άδολα. Οι αδυναμίες που του καταλογίζονται είναι οι εντυπώσεις των ανθρώπων που δεν αντέχουν να μένουν μόνοι. Ο Καμύ είναι μια σπουδαία περίπτωση. Και ασφαλώς η αιτία για όλη αυτή την πλοκή που ξετυλίγεται ισορροπημένα, μέσα από έναν άρτια δομημένο λόγο, φιλοσοφικό ως προς το βάρος και τη διάθεση και λογοτεχνικά τέλειο. Ο Δημήτρης Στεφανάκης ρίχνει μπροστά μας το ελληνικό καλοκαίρι των νησιών, ολόκληρο και γυμνό, μας αφοπλίζει και μας θεραπεύει.

Η Πηνελόπη Πετράκου είναι φιλόλογος, υπεύθυνη του βιβλιοπωλείου Έναστρον

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Κριτική του συγγραφέα Βασίλη Μόσχη για το βιβλίο "Άρια.Ο κόσμος από την αρχή"

Μερικές φορές, μπορεί και πολλές, υπάρχουν μυστικές δίοδοι που ενώνουν κείμενα, εικόνες, λέξεις που συγχρωτίζονται και σε οδηγούν πιο παλιά, φέρνουν ξεχασμένες αναμνήσεις στο σήμερα, αφυπνίζουν παλιές λογοτεχνικές γεύσεις αφήνοντας ένα συναίσθημα αγαλλίασης στα χείλη και στο νου.
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα ΑΡΙΑ – Ο κόσμος από την αρχή του Δημήτρη Στεφανάκη, ξαναγεννήθηκε μπροστά μου η ανάγνωση και η μελέτη του Μεγάλου Γκάτσμπυ του Francis Scott Fitzgerald. Ήταν η εποχή που μανιωδώς μελετούσα το κείμενο για τις φοιτητικές μου εξετάσεις. Ένιωσα το ίδιο άρωμα, την ίδια γεύση που με ωθούσε στο ίδιο παρελθόν. Χρονικές αποστάσεις μεταξύ τους, διαφορετικοί τόποι, άλλοι ήρωες, άλλος χρόνος αλλά η ίδια ατμόσφαιρα, το ίδιο παιχνίδι της γεύσης, η ίδια εικόνα του μεσοπολέμου. Κάπου μπουσουλάει το “ελληνικό όνειρο”, προσπαθεί να αναπνεύσει, να σταθεί στα πόδια του, αλλά η “ελληνική τραγωδία” είναι βαθιά ριζωμένη, ποτέ δεν κατάφερε να αλλάξει πορεία.
Ο Δημήτρης Στεφανάκης σε παρασύρει, δεν μπορείς να αντισταθείς, σε μια περιήγηση στο παρελθόν που στιγμάτισε την πορεία της χώρας στο πάντα οδυνηρό μονοπάτι της. “Ο κόσμος από την αρχή” ξεκινά πάντα από μια καταστροφή, δε γίνεται διαφορετικά. Η ευδαιμονία μιας ορισμένης τάξης παρακολουθεί τα σαλόνια των ξενοδοχείων, τις μεγαλοαστικές συναναστροφές, ακολουθεί τη δική της λογική αδιαφορώντας για τη λογική και την ευδαιμονία της κατώτερης τάξης.
Ο συγγραφέας πλέκει τη μυθοπλασία του παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής και μας αφήνει να περιπλανηθούμε στα ατμοσφαιρικά σαλόνια της εποχής, στους αρχαιολογικούς χώρους ανασκαφών, στην Αίγυπτο, στη Σμύρνη, στην Αθήνα, στο Αιγαίο, στα μυστικά θέλω της κατασκοπίας, στα απόκρυφα τερτίπια των πολιτικών και ανθρώπων της εξουσίας, στο δυνατό έρωτα των ηρώων του, στον αγωνιώδη βηματισμό της Ιστορίας που πειθήνια οδηγείται στο δικό της δρόμο ακολουθώντας τις επιταγές της εξουσίας, της κάθε είδους εξουσίας σε ένα γαϊτανάκι πολιτικής, επιβίωσης, κατασκοπίας και δολοπλοκιών.
Παράλληλα, η μικροιστορία της καθημερινότητας αναζητά τον δικό της ρυθμό άμεσα εξαρτώμενο από το μεγάλο όνειρο. Στα προπολεμικά χρόνια και στη συνέχεια στο μεγάλο πόλεμο δημιουργείται η καμπή που οδηγεί στην απαίτηση μιας ζωής από την αρχή, με καινούρια όνειρα, με καθάριο βλέμμα, να γυρίσει ο χρόνος ανάποδα και να γεμίσει η ματιά αισιοδοξία.
Ακολουθώντας κάθε σελίδα προσεκτικά αναρωτιέσαι αν αυτό που σε καθοδηγεί είναι η διεισδυτική ματιά στην εικόνα των ανθρώπων και των καταστάσεων που ξετυλίγονται μπροστά σου ή οι φιλοσοφημένες πνευματικές αναζητήσεις των ηρώων. Προηγούμενες δογματικές απόψεις απορρίπτονται, ο κόσμος αλλάζει, κυκλοφορεί παλινδρομικά μέχρις ότου βυθιστεί για να ανέλθει πάλι από την αρχή, να δώσει καινούριες ελπίδες, ίσως και όχι, μια καινούρια αρχή δεν είναι πάντα και η καλύτερη.
Ταραγμένα χρόνια, παιχνίδια κατασκοπίας, μια μυστηριώδης εξαφάνιση, ένας μεγάλος έρωτας πόσο βοηθούν να ξαναβρεί ο κόσμος την καινούρια του αρχή; Όλα αλλάζουν, αρκετά ξεφεύγουν από την πορεία τους, μερικά παραμένουν ίδια, και η Ιστορία προσπαθεί να γίνει διαφορετική, αλλά δεν εξαρτάται από την ίδια, οι άνθρωποι την δημιουργούν, πόσο να αντέξει στα τερτίπια τους και στις ανέραστες αποφάσεις τους;

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Κριτική για το "Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι" του Γιάννη Αντωνιάδη στο culturenow.gr"

"Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα αόρατο καλοκαίρι".
 Δεν υπάρχει καλύτερη εκκίνηση για την περιγραφή ενός μυθιστορήματος που βρίθει ήλιου, θάλασσας και φαντασίας από αυτήν την φράση του ίδιου του Καμύ. Ένα μυθιστόρημα που έχει την σφραγίδα ενός συγγραφέα, του Δημήτρη Στεφανάκη που μπορεί και επαναφέρει τον Καμύ σε χρόνο μελλοντικό και φανταστικό γιατί γνωρίζει πως αυτό το μυθιστόρημα θα το διάβαζε και ο ίδιος ο Καμύ. Για να οικοδομήσεις έναν κόσμο και σε αυτόν να εντάξεις τον Καμύ θέλει αισθητική, εμπειρία και δομημένο λόγο. Τα νερά μέσα στα οποία κυλάει αυτό το καλοκαίρι που τόσο αγάπησε ο Καμύ έχουν άρωμα ελληνικό και πνεύμα μεσογειακό, έτσι όπως ο ίδιος ο Αλμπέρ Καμύ επιθυμούσε, σεμνά και ταπεινά, μακριά από υπερβολές.
Ο Καμύ λοιπόν, ο οποίος το 1960 σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα μετά από την άρνησή του να μεταβεί με τρένο στον προορισμό του σαν να η μοίρα του αυτό να είχε γράψει στο ημερολόγιο που ο ίδιος κρατούσε, έρχεται με την ευφάνταστη παρέμβαση του Στεφανάκη στην Μύκονο (αγαπημένο τόπο διακοπών του συγγραφέα) κάπου στις αρχές του 2000 για να επαναλάβει το ταξίδι που έκανε το 1955. Στην Μύκονο και στην Δήλο, τόπους φιλόξενους και γεμάτους συγκινήσεις, θα χαρίσουν στον σισυφικό Καμύ - για να θυμηθούμε και ένα βιβλίο του - την δυνατότητα να συλλαβίσει το αιώνιο καλοκαίρι, αυτό που χαρίζει έμπνευση και θησαυρίζει με εικόνες μοναδικές ποιητές και ζωγράφους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και έχοντας κοντά του ανθρώπους που πλέον γνωρίζουν την εγνωσμένη αξία του θα προσπαθήσει να συμμαζέψει τις αναμνήσεις του και να επανατοποθετηθεί σε μία χρονική σφαίρα πολύ διαφορετική από την δική του που τον ξενίζει αλλά συνεχίζει να είναι το ίδιο δροσερή και ηλιόλουστη.
Ο Στεφανάκης , με την αγάπη του για τον Καμύ που είναι έκδηλη σε κάθε επεισόδιο αυτής της νέας ζωής που εμφυσά στον νομπελίστα συγγραφέα, αυτό που πετυχαίνει είναι να προσδώσει μία ποιητική αύρα στην ιστορία που πλάθει με πρωταγωνιστές ανθρώπους του νησιού. Ο Καμύ θα βρεθεί ανάμεσα σε ανθρώπους απλούς και καθημερινούς, θα περιδιαβεί τα σοκάκια και τα μονοπάτια για μία δεύτερη ανάγνωση ενός καλοκαιριού που δεν πρόλαβε να απολαύσει. Εκεί θα κληθεί από την δημοσιογράφο που τον έχει υποδεχτεί να αναπολήσει τα πεπραγμένα του, να φιλοσοφήσει για την ζωή, να μιλήσει για την διαφορά του με τον Σαρτρ και θα στριμωχτεί στην γωνία όταν εκείνη του υπενθυμίζει το τελευταίο και ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα, τον Πρώτο άνθρωπο, το κείμενο του οποίου βρέθηκε πάνω του όταν σκοτώθηκε.
Πρόκειται για ένα σαφές παιχνίδι με τον χρόνο, μία αναδρομή σε ένα παρελθόν που θα ήθελε να είναι παρόν τόσο ο συγγραφέας όσο και εμείς αλλά και οι ήρωες του μυθιστορήματος. Πόσα πολλά θα είχε να δώσει ένας συγγραφέας του βεληνεκούς του Αλμπέρ Καμύ που τόσο άδικα έφυγε για το αιώνιο ταξίδι αφήνοντας πίσω ορφανά τα καλοκαίρια μας? Τελικά πόσο τραγικό και οξύμωρο ακούγεται το γεγονός πως ο Καμύ επιβεβαιώθηκε λέγοντας το παρακάτω: "Δύο πράγματα δεν μπορεί να αντικρύσει ο άνθρωπος κατάματα, τον ήλιο και τον θάνατο". Μέσα σε όλη αυτή την δραματικότητα ο Στεφανάκης έρχεται με το ραβδί του σύγχρονου μάγου που ξέρει να πλάθει παραμύθια σε ενήλικη μορφή να μας πάρει από το χέρι και να μας οδηγήσει στον κόσμο του Καμύ, του στοχαστή, του ψυχολόγου, του θεατράνθρωπου, του δημοσιογράφου, του ανθρώπου που άφησε το στίγμα του σε μία ολόκληρη γενιά δημιουργών, έναν κόσμο γεμάτο συγκινήσεις, συναίσθημα, αλήθεια και πάθος για την ζωή, έτσι όπως ο ίδιος την έζησε μακριά από φώτα και δημοσιότητα υπηρετώντας την τέχνη του.
"Δημοσιογράφος κατ' ανάγκη, φιλόσοφος από χόμπι, θεατρικός συγγραφέας από ιδιοτέλεια, μυθιστοριογράφος εκ φύσεως. Μικρός ήθελα να γίνω ποιητής, φιλόσοφος, ιστορικός ή κάτι τέτοιο. Δεν ήξερα τότε πως το σπουδαιότερο πράγμα ήταν να γίνω μυθιστοριογράφος", αναφέρει ο Στεφανάκης κάπου μέσα στο βιβλίο για να επικυρώσει πως οι ταμπέλες είναι κάτι αχρείαστο όταν η έμπνευση κατακλύζει την σκέψη.
Ο Στεφανάκης με τα βιβλία του μας έχει δείξει πως κινείται με βήματα σταθερά και συνεχή προς μία γραφή που αγγίζει πρώτα από όλα τους αναγνώστες και μέσα από την αφήγησή του διαβλέπουμε την επαφή του με τον διαχρονικό κόσμο συγγραφέων-στοχαστών όπως είναι ο Αλμπέρ Καμύ, αφήνοντας στην άκρη την προχειρότητα και προβάλλοντας μία ανωτερότητα και μία συνέπεια σπάνια των καιρών μας. Εξάλλου όπως και ο ίδιος χαρακτηριστικά σημειώνει: "Το έργο ενός συγγραφέα που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να δίνει στο σύνολό του την εντύπωση ενός και μοναδικού βιβλίου". Ο Στεφανάκης δεν εξαντλεί την εξιστόρηση στην καταγραφή γεγονότων και στην ανάλυση προσώπων. Προσθέτει και εναποθέτει τις δικές του προσλαμβάνουσες και τις δικές του ιδέες δίνοντας σε όλους εμάς την χαρά της ανάγνωσης και την ανάγκη της περισυλλογής, μήπως αυτή δεν είναι η πεμπτουσία της δημιουργίας όποια και αν είναι αυτή?
"Η αγάπη ερμηνεύει το παράλογο και νουθετεί την εξέγερση"
Γιάννης Αντωνιάδης
ΠΗΓΗ:http://www.culturenow.gr/28989/vivlio-dhmhtrhs-stefanakhs-syllavizontas-to-kalokairi

Κριτική για το "Άρια. Ο κόσμος από την αρχή" από την Τέσυ Μπάιλα για το culturenow.gr

«Η αφήγηση είναι παρηγοριά: Σου δίνει το δικαίωμα να παραλείπεις όσους και όσα σε κάνουν να ντρέπεσαι, να αμφιβάλλεις, να μετανιώνεις».
 Με αυτή τη φράση ο Δημήτρης Στεφανάκης, βραβευμένος στη πεζογραφία με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη και με το Prix Mediterranee Entranger για το 2011, μας εισάγει στο νέο του βιβλίο με τίτλο: «Άρια. Ο κόσμος από την αρχή» που κυκλοφορεί από τιςεκδόσεις Ψυχογιός και ταυτόχρονα ολοκληρώνει μια τριλογία αυτοτελών μυθιστορημάτων με θέμα τον κοσμοπολιτισμό που εγκαινιάστηκε με το βραβευμένο «Μέρες Αλεξάνδρειας», πέρασε στο «Φιλμ Νουάρ» και ολοκληρώνεται με το «Άρια. Ο κόσμος από την αρχή».
Η ιστορία του βιβλίου οριοθετείται γύρω από έναν νεαρό Έλληνα διπλωμάτη, τον Στέφανο Μαυροειδή που έρχεται από το Λονδίνο την εποχή του Μεταξά για να βοηθήσει στην έρευνα σε μια υπόθεση εξαφάνισης. Η γνωριμία του με την αγγλογαλίδα αρχαιολόγο Ρόζμαρι Λεμπλάν θα σταθεί ορόσημο στη ζωή του, σε μια εποχή που μεγάλοι ιστορικοί κραδασμοί έχουν πυροδοτηθεί. Οι δυο τους θα ζήσουν έναν μεγάλο έρωτα, θα βρεθούν στις ανασκαφές των Μυκηνών, θα στροβιλιστούν στη δίνη της ιστορικής συγκυρίας του 1941 και τελικά θα διαφύγουν στο Κάιρο. Μέσα από τη σχέση αυτή οι δυο εραστές θα αντικρίσουν τη ζωή με διαφορετικά μάτια σε μια εποχή που η αμεριμνησία της κοινωνίας θα τερματιστεί με βίαιο και οδυνηρό τρόπο.
Είναι σημαντικό να ορίσουμε ως προϋπόθεση για την λογοτεχνική αξία ενός έργου την αισθητική λειτουργία του. Κάτι τέτοιο μπορούμε να κάνουμε εύκολα αν εστιάσουμε στον ηχητικό συμβολισμό των φράσεων, των λέξεων, των συνδετικών αρμών που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Στο έργο του αυτό ο Δημήτρης Στεφανάκης συνθέτει διανοητικούς στοχασμούς και τους τοποθετεί μέσα σε αλήθειες που συγχωνεύονται ανάμεσα σε δυο ιστορικές συγκυρίες, ο ηχητικός συμβολισμός των οποίων αποτελεί τη πιο βέβαιη απόδειξη, ότι η γλώσσα είναι κεφαλαιώδους σημασίας σε ένα λογοτεχνικό έργο.
Τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν τη χώρα στον εμφύλιο, οι πολιτικές αποφάσεις και συμφωνίες των ισχυρών, η πρόκληση μιας μυστικής αποστολής με σκοπό την προστασία των ελληνικών αρχαιοτήτων, ο κοσμοπολιτισμός που διεκδικεί τη θέση του στον κόσμο που χάνεται, η κατασκοπεία, οι πολιτικές πλεκτάνες, οι σχέσεις των ανθρώπων προς την περιρρέουσα ιστορική και πολιτική ατμόσφαιρα της εποχής τους, ο έρωτας, όλα αυτά γίνονται απλώς η διεγείρουσα αφορμή για τη συγγραφή ενός βιβλίου από έναν συγγραφέα που τολμά να σκηνοθετεί «κόσμους από την αρχή» στο νεοελληνικό μυθιστόρημα .
Απαλλαγμένος από ξεπερασμένες αφηγηματικές τεχνικές, ο Στεφανάκης στήνει το συγγραφικό του σύμπαν αφήνοντάς το να συνδιαλέγεται με την «κινηματογραφική θέαση των πραγμάτων», του Προυστ, και το φιλοσοφικό στοχασμό του Καμύ και αποδεικνύει περίτρανα ότι «ένα μυθιστόρημα είναι φιλοσοφία σε εικόνες».
Παράλληλα, καταφέρνει να διαφυλάξει μέσα στις σελίδες του δικού του μυθιστορήματος φιλοσοφικούς του στοχασμούς, αφορισμούς που από μόνοι τους θα μπορούσαν να γίνουν αφετηρία μιας διανοητικής περιήγησης για τον αναγνώστη του και ταυτόχρονα να περάσει με κινηματογραφικό τρόπο προσωπικότητες της εποχής. Σημαντική στιγμή του κειμένου είναι η εμφάνιση του Σεφέρη μέσα στις σελίδες του.
«Δεν υπάρχει αλήθεια που να μην κουβαλά μαζί την πίκρα της», έλεγε ο Καμύ και η αλήθεια του έργου αυτού μπορεί να συνοψιστεί στην πικρή διαχρονικότητα την οποία έχει, καθώς περιγράφονται καταστάσεις που όλοι μας αναγνωρίζουμε ως μεσοπολεμικές αλλά ταυτόχρονα σύγχρονες: «Αυτός ο πόλεμος ήταν δικό μας έργο. Τον έφεραν οι μέρες μας, η μία μετά την άλλη. Στα χρόνια του ’20 και του ’30, στη σύγχρονη Βαβέλ της ακατανοησίας και του αμοραλισμού υψώναμε τον πύργο της νέας εποχής με υλικά την αλαζονεία, την επίδειξη, τον ευδαιμονισμό. Την ίδια στιγμή, οι παλιοί αμετανόητοι αντίπαλοι προετοιμάζονταν για δεύτερη και καθοριστική παρτίδα. Άνθρωποι υπεράνω υποψίας στρατολογούνταν στα παρασκήνια. Ένας στρατός από σκιές απειλούσε την κοινή μοίρα των λαών. Το ξέραμε, αλλά δεν κάναμε τίποτα για να το αποτρέψουμε», γράφει ο Στεφανάκης και η γεύση της πίκρας είναι διάχυτη στην αλήθεια της ιστορικής πραγματικότητας που αναφέρεται στο χτες αλλά δυστυχώς αγγίζει το σήμερα.
Ο Στεφανάκης μετασχηματίζει τον κόσμο του μεσοπολέμου και τον μεταφράζει στη σύγχρονη πραγματικότητα, κάνοντάς μας να δούμε ότι ο κόσμος μπορεί να δημιουργηθεί από την αρχή μόνο αν περάσει μέσα από μια διαδικασία αποσύνθεσης πρώτα. Και η αποδόμηση είναι πάντα πολύ οδυνηρή. Για το λόγο αυτό συνθέτει ένα έργο μέσα στο οποίο το τέλος μάς δείχνει το πρόσωπό του, για να απολαύσουμε μια νέα αρχή, έστω κι αν αυτό που σβήνει τελικά μπορεί να είναι εξαιρετικά όμορφο, άλλωστε «η ομορφιά θα μας αιφνιδιάζει πάντοτε γιατί είναι αδύνατο να συλλάβουμε όλες τις εκδοχές της», όπως γράφει ο ίδιος. Αυτός είναι και ο κύριος λόγο που υψώνεται αισθητικά το έργο του. Η μοναδική αίσθηση ενός απαραίτητου τέλους σε ό,τι υπήρξε αναντίρρητα όμορφο.
Με μεθοδικότητα, γνώση και σεβασμό απέναντι στο κλασικό μυθιστόρημα, το οποίο ο ίδιος άλλωστε εκτιμά ιδιαίτερα, ο Στεφανάκης μάς δίνει ένα έργο κλασικής αφηγηματικής, μέσα στο οποίο αποτυπώνεται τόσο η ευδαιμονία όσο και η σταύρωση ενός κόσμου που χάθηκε ανάμεσα σε δυο πολέμους και σε δυο εποχές, ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία της ιστορικής οδύνης, ανάμεσα στην αθωότητα και στο τρυφηλό ζόφο, στη σκιά και στο φως. Είναι απίστευτο ότι ο κόσμος πριν αφανιστεί από την έμφυτη ροπή του προς την αποσύνθεση συνήθως λάμπει, δικαιολογώντας με αυτό τον τρόπο την ηδυπαθή ομορφιά του, ίσως όμως και το τέλος του.

Ιστορικό, κοινωνικό, ερωτικό και ταυτόχρονο αιχμηρό. Με σκηνές που οριοθετούν την προσωπική εξομολόγηση του συγγραφέα και ταυτόχρονα είναι συχνά υπαινικτικές και πάντα ακριβείς, που άλλοτε καρφώνονται «σα μαχαιριά» μέσα στο σώμα του κειμένου κι άλλοτε οριοθετούν τους ήρωες με σαφήνεια, το βιβλίο αυτό είναι μια ώριμη εξομολόγηση ενός συγγραφέα που αγωνιά για το μέλλον του μυθιστορήματος μια και η τύχη του φαίνεται ότι τον βαραίνει. Το παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος όταν γράφει: «Η αφήγηση είναι εξομολόγηση. Τις πιο ωραίες ιστορίες τις λέμε για όσα μας βαραίνουν».
Τέσυ Μπάιλα
ΠΗΓΗ:http://www.culturenow.gr/24500/vivlio-dhmhtrhs-stefanakhs-aria-o-kosmos-apo-thn-arxh