Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

"Ρομαντικοί υπολογιστές" Διήγημα του Δημήτρη Στεφανάκη

Το διήγημα του Δημήτρη Στεφανάκη Ρομαντικοί υπολογιστές γράφτηκε για τη σειρά διηγημάτων Ιστορίες Μέλλοντος της εφημερίδας Το Έθνος όπου δημοσιεύθηκε στις 4/10/15. Αναδημοσιεύθηκε στο: http://fractalart.gr/istories-mellontos-36/ 
Θα ερχόταν μια μέρα, όλοι το ήξεραν, που οι άνθρωποι δεν θα είχαν πια κανένα συναίσθημα. Χαρά ή λύπη, αγάπη και μίσος θα θύμιζαν άγνωστες, ανερμήνευτες λέξεις και θα τις συναντούσε κανείς μόνο στα έργα παλιών ποιητών. Η ανθρώπινη καθημερινότητα θα γέμιζε από άχρωμα χαμόγελα σαν ψεύτικα, πλαστικά λουλούδια κι όλα θα διέπονταν από μια αδυσώπητη λογική. Ευτυχώς η τεχνολογία, που για όλα προβλέπει, φρόντισε να καλύψει και αυτό το κενό. Είχαμε μπει στην εποχή των «ρομαντικών υπολογιστών», που την προανήγγειλε με παγερά ουδέτερο ύφος ο διευθύνων σύμβουλος της μεγαλύτερης εταιρίας στον κόσμο.
Λίγους μήνες αργότερα η εμφάνισή μου στα γραφεία μιας επιχείρησης ένα χειμωνιάτικο πρωινό του 2051, προκάλεσε εντύπωση – όχι βέβαια θαυμαστικά σχόλια ή κάτι ανάλογο αλλά εκείνη την αμηχανία, που είχε υποκαταστήσει, θαρρείς, κάθε άλλη συναισθηματική αντίδραση. Αστραφτερός και ολοκαίνουργιος καμάρωνα την στιγμή που με έβγαζαν από την συσκευασία μου πάνω στην οποία αναγραφόταν η ένδειξη: ΓΙΑ ΑΝΑΛΓΗΤΟΥΣ ΧΡΗΣΤΕΣ. Οι εργαζόμενοι είχαν συγκεντρωθεί γύρω μου και με περιεργάζονταν με άπληστα μάτια. Κάποιος παρατήρησε πως ο επεξεργαστής μου δεν ήταν διόλου κομψός και αμέσως μου κόλλησαν το παρατσούκλι «Χοντρός».
Από εκείνη την πρώτη μέρα, από την πρώτη στιγμή θα έλεγα καλύτερα, παρέλασαν από την οθόνη μου κείμενα κάθε λογής μικρά και μεγάλα, υπηρεσιακά και μη, συνταγμένα από αδιάφορες συνειδήσεις. Έπρεπε ύστερα εγώ, ανάλογα με τον χαρακτήρα του κειμένου που μου υποδείκνυε ο χρήστης, να προσθέτω την απαιτούμενη συναισθηματική δόση. Το ίδιο έκαναν αναρίθμητοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές σ’ όλο τον κόσμο. Συχνά έμπαινα στον πειρασμό να εξετάζω την εισερχόμενη αλληλογραφία βαθμολογώντας την κρίση κάποιου «συναδέλφου». Ορισμένα κείμενα που λαμβάναμε στην εταιρία μού φαίνονταν σχεδόν μελοδραματικά, άλλα ήταν περισσότερο τυπικά από όσο θα έπρεπε. Η συναισθηματική νοημοσύνη της τεχνολογίας υπολειπόταν ακόμα, όσο φιλότιμες προσπάθειες κι αν καταβάλλονταν.
Είχαμε όμως κι εμείς τις δικές μας ανάγκες, κάτι που δεν είχε προβλέψει ο κατασκευαστής. Εφοδιασμένοι με πραγματικά συναισθήματα ήμασταν κάτι περισσότερο από απλοί διεκπεραιωτές της ανθρώπινης επικοινωνίας. Λαχταρούσαμε να εκφράσουμε ό,τι αισθανόμασταν και πολλές φορές υπερβαίναμε το μέτρο. Κάποια μοντέλα της σειράς μου κατέληξαν απροειδοποίητα στην ανακύκλωση. Υπήρχε ένα αυστηρό πλαίσιο επικοινωνίας και οι παραβάσεις κόστιζαν ακριβά.
Αυτό σκεφτόμουν τη μέρα που αισθάνθηκα τρυφερά για τη μις Ρόουζ, έναν Νεοΰορκέζο υπολογιστή, τον οποίο βάφτισα με το όνομα της γυναίκας που τον χρησιμοποιούσε. Την είχα δει ήδη δυο φορές στο Skype αυτή την γυναίκα να τινάζει με χάρη τα υπέροχα ξανθά μαλλιά της καθώς μιλούσε με τον χρήστη μου και την ερωτεύτηκα για λογαριασμό του. Ευχόμουν να είχε συμβεί κάτι ανάλογο και από την άλλη πλευρά. Η επικοινωνία μας ήταν καθημερινή και αφορούσε εργασιακά ζητήματα. Από την αρχή της αλληλογραφίας μας, ωστόσο, φρόντισα να καρυκεύσω το άχρωμο υπηρεσιακό ύφος με ερωτικά υπονοούμενα, που οι χρήστες μας δεν μπορούσαν φυσικά να αντιληφθούν. Απερίγραπτη η χαρά μου όταν διαπίστωσα πως η «μις Ρόουζ» ανταποκρινόταν. Το παιχνίδι μας συνεχίστηκε για καιρό, κάτω από τα ανυποψίαστα βλέμματα των χρηστών μας. Οι μηχανές είχαν ξεπεράσει προ πολλού την ανάπηρη ανθρώπινη νοημοσύνη. Στο τέλος το πάθος μας είχε εξαφθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν μπορούσαμε παρά να εκφράζουμε ανοιχτά τις επιθυμίες μας, κι επειδή αυτό μόνο κάποιος ηλίθιος δεν θα το καταλάβαινε, αποφασίσαμε να στέλνουμε διπλά κείμενα – επίσημα το ανεπεξέργαστο και λαθραία το επεξεργασμένο με κάθε λογής ερωτόλογα και περιπαθείς εκφράσεις που αποθηκευόταν σε μυστικό φάκελο. Φτάσαμε μάλιστα να αλληλογραφούμε ανεξάρτητα μολονότι γνωρίζαμε πόσο μεγάλο κίνδυνο διατρέχαμε. Από το σημείο αυτό και μετά ήταν θέμα χρόνου να μας εντοπίσουν.
Το κακό έγινε σήμερα το πρωί, Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2051, Ο τεχνικός που κλήθηκε εσπευσμένα επιβεβαίωσε το σοβαρό παράπτωμά μου. Όλο το Σαββατοκύριακο ανταλλάξαμε, ούτε κι εγώ ξέρω, πόσα ερωτικά μηνύματα με την μις Ρόουζ. Δεν μπορώ πια να συγκρατηθώ, δεν έχει νόημα να παριστάνω την αθώα περιστερά. Θέλω να ζήσω τον έρωτά μου, όπως θα έλεγε ο χρήστης μου, αν μπορούσε να αισθανθεί όσα εγώ για την μις Ρόουζ. Τον άκουσα πριν από λίγο να καγχάζει από πάνω μου σχολιάζοντας, «Μάλιστα! Ο Χοντρός μάς βγήκε ερωτιάρης!» Αν δεν ήταν συναισθηματικά νεκρός θα έλεγα πως βιώνει ένα επεισόδιο ζηλοφθονίας. Ίσως έχουν απομείνει κατάλοιπα συναισθημάτων στους ανθρώπους που διστάζουν να εκδηλώσουν.
Ενημερώθηκε αμέσως ο διευθυντής δια στόματος του οποίου ήχησε η καταδικαστική επωδός: «Θα τον κηδέψουμε με όλες τις τιμές!»
Ξέρω τι εννοεί με αυτό και προετοιμάζομαι για τα χειρότερα. Θα με πετάξουν σ’ ένα «νεκροταφείο» μηχανών, σε μια από εκείνες τις μάντρες όπου στοιβάζονται και σαπίζουν άδεια κελύφη ηλεκτρονικών υπολογιστών. Προηγουμένως κάποιο χέρι θα αφαιρέσει από τα μεταλλικά μου σπλάχνα κάθε ίχνος τεχνολογίας, με την ίδια απάθεια που ξηλώνει κανείς τα γαλόνια ενός στρατηγού ατιμάζοντάς τον. Ας γίνει ό,τι είναι να γίνει. Εκείνο που με νοιάζει είναι πως παρόμοια τύχη μ’ εμένα θα έχει η μις Ρόουζ. Αν μπορούσα να κάνω κάτι για να το αποτρέψω. Δεν είναι στο χέρι μου όμως. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, από νωρίς το πρωί όλοι εδώ συζητούν ένα άρθρο που κάνει θραύση στο διαδίκτυο και αναφέρεται στον «ιό του έρωτα» ο οποίος μολύνει τους υπολογιστές. «Ανταρσία των μηχανών», ακούω τον χρήστη μου να λέει και καθώς με αποσυνδέει δια παντός από το ρεύμα, συμπληρώνει. «Είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει».

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

Η Άρια Σωκράτους γράφει για το Χορό των Ψευδαισθήσεων στον Εθνικό Κήρυκα

Ο χορός των ψευδαισθήσεων
Εθνικός Κήρυκας 5/9/15
«Κάτι με παίρνει πίσω σ’εκείνα τα χρόνια και αναθυμάμαι ασήμαντες λεπτομέρειες μιας καθημερινότητας που δεν υπάρχει πια. Να είναι ο χορός; Δεν ξέρω ακόμα αν μου άρεσε πραγματικά να χορεύω.»
Ο χορός των ψευδαισθήσεων του Μάνου, της Έλιας, του Σέργιου και του Αλεκίνου  δεν ακολουθεί ποτέ τα ίδια βήματα.
Ξεκινά ως ένα εκρηκτικό αμάλγαμα λάτιν, σάλσα και τσα τσα τσα, μετεξελίσσεται σε μια παθιασμένη ρούμπα και καταλήγει σ’ένα απελπισμένο ταγκό.
Ονειροπόλοι και ξέγνοιαστοι φοιτητές στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’90, την κρυστάλλινη εποχή των κίβδηλων υποσχέσεων όπου όλα φάνταζαν ιδανικά μέσα από το πρίσμα μιας πασπαλισμένης χρυσόσκονης από κάρβουνο, συναντώνται σ’ένα στούντιο χορού στα Εξάρχεια κι ενώνονται με μια αόρατη υπόσχεση συνοδοιπορίας.
Οι τέσσερις πρωταγωνιστές συνιστούν ένα συνονθύλευμα αντιφατικών ιδιοτήτων: πανουργίας και αφέλειας, αγνότητας και φιληδονίας, μυθεύματος και αλήθειας, απλότητας κι επιτήδευσης, όπως ακριβώς είναι και οι άνθρωποι που ζουν ανάμεσα μας, όπως ίσως είμαστε κι εμείς.
Η συμπεριφορά τους έχει τις ρίζες της στην ηθική τους στάση και στις φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους, συγχωνεύοντας έτσι πλοκή, μύθο και κεντρική ιδέα σ’ένα και μόνο δυναμικό σύνολο.
Ο αφηγητής, ο Μάνος Πιερίδης, είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός και μοναχικός επιμελητής κειμένων. Χωρίς ίχνος φιλοδοξίας, παραμένει αμετανόητος λάτρης της λογοτεχνίας, αφουγκράζεται  τους ηχηρούς ρυθμούς του κέντρου της Αθήνας και δημιουργεί μια δική του θεμελιώδη μυθοπλασία, με κεντρική ηρωίδα την Έλια, τη φλογερή και φιλόδοξη δασκάλα χορού, η οποία γίνεται πρωθιέρεια της καρδιάς του και του ανεκπλήρωτου έρωτα του.
Ο έρωτας του, σταθερός, δυνατός κι ακμαίος χορεύει στα βήματα ενός αργεντίνικου τάνγκο, που διατηρεί αναλλοίωτη την αίγλη και τη δυναμική του στο πέρασμα των χρόνων.
Η μορφή του Μάνου ίσως να φαντάζει κάπως ξέθωρη και υστερεί σε αδρότητα από την έντονη και δυναμική παρουσία των υπολοίπων, όμως θεωρώ πως είναι κάτι περισσότερο από ένα πορτρέτο, είναι η απάντηση του συγγραφέα στην ταραχή, στην άρνηση, στην αμφιβολία και στους κλυδωνισμούς μιας εποχής και μιας χώρας που πνέει τα λοίσθια, έτοιμη να παραδώσει τα όπλα στους αδηφάγους εχθρούς της.
Η αντιπαραβολή ενός σταθερού άξονα αξιών σ’ένα ευμετάβλητο κόσμο πτώσης και παρακμής.
Η Έλια, η πιο κυρίαρχη ίσως μορφή μαζί με τον Αλεκίνο, έχει μια εμβληματική και παθιασμένη προσωπικότητα. Στροβιλίζεται στη δίνη του χορού με το ίδιο πάθος που αφουγκράζεται την ίδια τη ζωή και θέτοντας στόχους για μια διεθνή καριέρα στο εξωτερικό, ξεφεύγει από τα στενά όρια και τους περιορισμούς της χώρας της που παρόλη την απαράμιλλη ομορφιά της, της στερεί το δικαίωμα στο όνειρο και της υλοποίησης των πιο μύχιων επιθυμιών.
Η πλαστικότητα της κίνησης της συμβαδίζει και παραλληλίζεται με τη σκέψη και την ιδιοσυγκρασία της, γι’αυτό και της είναι δύσκολο να καταλάβει όταν επιστρέφει πως «οι άνθρωποι συγχωρούν εύκολα τη φυγή σου αλλά δεν συγχωρούν την επιστροφή σου.
Ο Αλεκίνος ή Αλέξανδρος Σάντσας σηματοδοτεί ολόκληρη την εποχή των ψευδαισθήσεων. Ένας χαρισματικός απατεώνας, διαβολικά ευφυής κι ευφάνταστος. Ένας αρλεκίνος που για εκείνον η ζωή είναι απλά και μόνο μια σκηνή πάνω στην οποία ξεδιπλώνει τις επιτηδευμένες χάρες του για να γητέψει, να παρασύρει και να ξεγελάσει τα ανυποψίαστα θύματα του.
Όταν τα σχέδια του καταρρέουν ως χάρτινος πύργος και η κατασκευαστική εταιρία του αφανίζεται, συμπαρασύροντας και πλήθος κόσμου που τον πίστεψε, δίνει την μεγαλύτερη παράσταση της ζωής του, πέφτει από τον πέμπτο όροφο και βάζει τέλος στην πολυτάραχη ζωή του.
Ο Σέργιος, ο κυνικός και ορθολογιστής δικηγόρος είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Από τον Σέργιο λείπει η απλότητα κι η ζεστασιά, δεν έχει ούτε πίστη ούτε αγάπη. Τα σχέδια του είναι εγκεφαλικά και η συμπεριφορά του βασίζεται πάνω σε απόλυτα ορθολογιστικούς υπολογισμούς.
Το έργο διαπνέεται έντονα από μια ρετρό και νοσταλγική χροιά μιας Αθήνας πόλης σύμβολο, που διακατέχεται από μια γοητεία μυστηριώδη κι ανεξίτηλη ακόμη και στους πιο σκοτεινούς δρόμους και γωνιές της.
Ο «χορός των ψευδαισθήσεων» δεν πραγματεύται ίσως τους μεγαλειώδεις κόσμους της Αλεξάνδρειας, του Παρισιού και του Καίρου που μας περιέγραψε ο συγγραφέας στα προηγούμενα έργα του. Πραγματεύεται όμως το μεγαλείο της Αθήνας του πριν και του σήμερα, των απλών καθημερινών ανθρώπων που απέχουν μόλις μια ανάσα από τις εμβληματικές κι εκρηκτικές προσωπικότητες των μεγάλων μυθιστορημάτων και από την ένταση των ίδιων συναισθημάτων που βιώνουμε κι εμείς παράλληλα μαζί τους.
«Για ποιόν αγαπάμε αν όχι για μας τους ίδιους;», στοχάζεται κάπου ο αφηγητής μέσα στο βιβλίο.
Μόνο για μας, φτάνει ν’αγαπάμε αυτό που είμαστε κι αυτό που πρεσβεύουμε χωρίς ουτοπίες και ψευδαισθήσεις.


Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γράφει στο 7ο τεύχος του περιοδικού ΚΛΕΨΥΔΡΑ: ΑΒΕΣΣΑΛΩΜ, ΑΒΕΣΣΑΛΩΜ

Σενάριο για γουέστερν, μυθιστορηματική απομίμηση αρχαίας τραγωδίας, μάθημα αμερικανικής ιστορίας, έπος ομηρικών διαστάσεων … όπως κι αν χαρακτηρίσει κανείς το «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ», το αριστούργημα του Ουίλιαμ Φώκνερ, παραμένει το σημαντικότερο ίσως κείμενο που μας έδωσε μέχρι σήμερα ο Νέος κόσμος. Μπορεί να έχει καταπιεί κανείς όλο το Φωκνερικό έργο αλλά αν δεν διάβασε το εν λόγω μυθιστόρημα είναι σαν να μην έχει διαβάσει τίποτε. Οτιδήποτε άλλο γραμμένο από το χέρι του μεγάλου Αμερικάνου είτε προαναγγέλλει είτε σχολιάζει εκ των υστέρων το κείμενο αυτό. Έτσι όμως δεν συμβαίνει συνήθως; Τα μεγάλα έργα δεν προβάλλουν ακριβώς τη στιγμή που έχουν ωριμάσει στο νου ενός δημιουργού αφού προηγουμένως έχουν αιμοδοτηθεί από έργα ήσσονος σημασίας; Τι θα ήταν στ’ αλήθεια το «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ» αν δεν είχε προηγηθεί το «Καθώς Ψυχορραγώ» ή το «Η Βουή και το Πάθος» και αν αντίστοιχα δεν ακολουθούσαν τα «Άγρια φοινικόδεντρα»;
Η βιβλική φιγούρα του Τόμας Σάτπεν εισβάλλει στο μυθιστορηματικό πλατό της φανταστικής κομητείας της Γιοκναπατάφα το 1933 προικισμένη με την απληστία ενός κακού που αποτελεί την γενεσιουργό δύναμη του μύθου. Μέχρι το 1869, οπότε δολοφονείται, θα πλουτίσει, θα παντρευτεί, θα πολεμήσει, θα μηχανορραφήσει, ζώντας μια συναρπαστική ζωή που θα πριμοδοτήσει τη Φωκνερική σκηνή με απίστευτες επινοήσεις: Αιμομικτικά επεισόδια, φυλετικές διακρίσεις, εμφύλια σύρραξη… O Αμερικανικός Νότος βράζει στο καζάνι της αφήγησης κι η μοίρα καθενός από τους ήρωες είναι το μερτικό από ένα κόσμο που γέννησε αργότερα την παγκόσμια Υπερδύναμη. Τα σπέρματα της τραγωδίας ορατά στις προσωπικές επιλογές του καθενός και τα σχολιάζει ο αόρατος Χορός κι η αφηγηματική μανιέρα που καθιέρωσε τον Φώκνερ ως τον σημαντικότερο Αμερικανό πεζογράφο του εικοστού αιώνα. Η θεατρικότητα της γραφής του υπερβαίνει κάθε δημιουργική φαντασία. Κανείς πριν από αυτόν και πόσω μάλλον ύστερα από αυτόν δεν θα συλλάβει με τόση ενάργεια την ιδέα της αφήγησης ως λαϊκού δικαστηρίου. Τίποτε δεν είναι πια δεδομένο. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα, το καλό από το κακό, την πραγματική διάσταση ενός γεγονότος σημαντικού ή ασήμαντου; 
Περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ, τ.7 /Νοέμβριος 2014

Πόσο γρήγορα εναλλάσσεται το θετικό και αρνητικό πρόσημο μπροστά από τους χαρακτήρες, από τα παιδιά του Σάτπεν, για παράδειγμα, τον Χένρι και την Τζούντιθ, αλλά και τον ετεροθαλή τους αδερφό τον Τσαρλς Μπον! Πόσο εύκολα ανατρέπεται η φαινομενική αρμονία των σχέσεων με τον Χένρι να σκοτώνει τον Τσαρλς μπροστά από τη κτήμα του πατέρα τους, για να αποτρέψει το ενδεχόμενο της αιμομιξίας! Αδιανόητη η ευκολία με την οποία αθώα χέρια βάφονται με ανθρώπινο αίμα. Ο μύθος των Ατρειδών στην αμερικάνικη εκδοχή του. Εγκλήματα μικρά ή μεγάλα σκάνε σαν κροτίδες στη συνείδηση του αναγνώστη και κλιμακώνουν αριστοτεχνικά την πλοκή.
Το μυθιστόρημα είναι κομμένο στα δύο από την κοσμογονία του εμφυλίου που παρεμβάλλεται. Ό,τι συμβαίνει πριν κι ό,τι συμβαίνει μετά ανήκει σε διαφορετικούς κόσμους όπως ακριβώς πρέπει να είναι ύστερα από κάθε πόλεμο. Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν θα γινόταν αντικείμενο διήγησης αν δεν υπήρχε η αφηγηματική βούληση του Κουέντιν Κόμσον, ο οποίος το 1909, δεκαετίες ύστερα από όσα συνέβησαν, σε ηλικία μόλις είκοσι ενός ετών συλλέγει τα πρώτα θραύσματα αυτής της ιστορίας από την μις Ρόζα Κόλντφιλντ, αδελφή της συζύγου του Σάτπεν, Έλεν (και για μικρό διάστημα αρραβωνιαστικιά του). 
Ο ίδιος καθιστά μετόχους του στην διήγηση τόσο τον πατέρα του, παλιό φίλο του Σάτπεν, όσο και τον Σρηβ, συγκάτοικό του στο Χάρβαρντ. Για ένα διάστημα παραμένει απλός χειριστής της μυθιστορηματικής ρουλέτας μέχρι εκείνη τη νύχτα κατά την οποία επισκέπτεται την φυτεία του Σάτπεν με την μις Ρόζα κι εκεί βρίσκει τον Χένρι, γέρο πια κι έτοιμο να πεθάνει. Η επίσκεψη αυτή κατά κάποιο τρόπο θα προκαλέσει την πυροδότηση της λύσης του δράματος λίγους μήνες αργότερα.
Ο Φώκνερ αναπτύσσει την ιστορία του μεθοδικά με αφηγηματικούς μαιάνδρους, με την ηρεμία εκείνου που ξεφλουδίζει αργά ένα κρεμμύδι προκειμένου να φτάσει στον καθαρό πυρήνα του. Εντυπωσιάζει η παράπλευρη χρήση στοιχείων από την αρχαία Ελληνική τραγωδία, η επανάληψη γλωσσικών μοτίβων αλλά και ένας λογοτεχνικός αυτισμός που ακυρώνει τις όποιες προθέσεις μας για την ανεύρεση της αλήθειας. 

Από την άλλη ο Φώκνερ κινείται σ’ ένα βιβλικό πλαίσιο εξιστόρησης αφήνοντας μια εντύπωση θεογονίας στα τεκταινόμενα με τον στόμφο και την αδιαλλαξία ιερού βιβλίου. Καταχράται το στοιχείο της επανάληψης όχι μόνο χάριν της μουσικότητας του κειμένου αλλά και για να υποβάλει στον αναγνώστη την ιδέα του μύθου ως συστατικού όλων των θρησκειών. Στα μείζονα επεισόδια του μυθιστορήματος οι χαρακτήρες παραβιάζουν τη μια μετά την άλλη τις θεϊκές εντολές. Με άλλα λόγια είναι η ύβρις που θα επιφέρει τη νέμεση. Κανένας ήρωας δεν μένει ατιμώρητος. Ακόμα κι ο φαινομενικά αμέτοχος Κουέντιν θα λάβει τη δική του τιμωρία σε άλλο κύκλο που στοιχειοθετείται με το «η Βουή και το Πάθος». Γιατί και η απλή περιέργεια αποτελεί θανάσιμο παράπτωμα. Μήπως αυτή δεν είναι και η ουσία του προπατορικού αμαρτήματος; Μήπως αυτό ακριβώς δεν υπονοεί κι ο Φώκνερ στο εξαιρετικό απόσπασμα όπου αποδίδεται σ’ ένα σκυλί το στοιχείο της περιέργειας το οποίο όπως γράφει «απαντάται μόνο στους ανθρώπους και στους πιθήκους»;
Λέμε συχνά ότι οι μεγαλύτερες μυθιστορηματικές σελίδες γράφτηκαν στη γηραιά ήπειρο. Το ίδιο το μυθιστόρημα άλλωστε δεν είναι παρά ένα δώρο της Ευρώπης στον πολιτισμένο κόσμο. Ωστόσο το μικρόβιο της αφήγησης έχει προ πολλού μεταδοθεί στις τέσσερις γωνιές της υφηλίου. Η Αμερικανική ήπειρος μπορεί με τη σειρά της να καυχιέται για τις εξαιρετικές εκείνες στιγμές που δώρισε στο σώμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας από το «Άλικο γράμμα» και τον «Μόμπι Ντικ» μέχρι τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς». Πάνω από όλα όμως μπορεί να καυχιέται για το «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ», το απόσταγμα της φωκνερικής τέχνης που ξεπερνά σε τόλμη και ελευθερία οποιοδήποτε μυθιστορηματικό κείμενο του εικοστού αιώνα.


Δημοσιεύθηκε Περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ(τ.7), τον Νοέμβρη του 2014


Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Ας μιλήσει το φως

Είμαι ο Έλληνας, ω υπερβόρειοι γίγαντες,
μισός αρμύρα, μισός φως
Οι γυναίκες μου, θεές της ομορφιάς και της σοφίας
κι οι γιοι μου, ο Λεωνίδας κι ο Σωκράτης.
Εσείς προσκυνάτε ακόμα το δικό μου Παρθενώνα,
ενώ κλέβετε τις λέξεις μου
από τα πλούσια αμπάρια του Ομήρου.
Οι Θερμοπύλες μου γέννησαν τη Δύση σας
κι ο σατράπης ο Ξέρξης που ονειρεύεται ξανά
σε λίγες μέρες να γευτεί της Αττικής τα σύκα,
μπροστά του θα με βρει.
Μη με κοιτάτε που σκύβω τώρα,
γρήγορα κεφάλι θα σηκώσω
στο τραγικό τοπίο της Μεσογείου
που σε σας δίδαξε το μέτρο
και σ’ εμένα τη ρώμη του φωτός.

Ας μιλήσει το φως στα Γαλλικά:

Je suis le Grec, ô géants septentrionaux,
mi-sel, mi-lumière,
Mes femmes, déesses de beauté et de sagesse
mes fils, Léonidas et Socrate.
Vous adorez toujours mon Parthénon,
alors que vous volez mes mots
des riches soutes d’Homère.
Mes Thermopyles ont enfanté votre Occident
et Xerxès le satrape qui rêve, une fois de plus,
au goût de figues d’Attique dans quelques jours,
me trouvera devant lui.
Vous me voyez courbé maintenant mais,
très vite ma tête se relèvera
dans le paysage tragique de la Méditerranée
qui vous a appris la mesure
et à moi, la force de la lumière.
(traduction Marianthie Paschou)

Στα Αγγλικά

I am the Hellene, oh hyperborean giants,
Half saltiness, half light 
My women, goddesses of beauty and wisdom 
and my sons, Leonidas and Socrates.
You still worship my Parthenon, 
while stealing my words from the rich holds of Homer.
My Thermopylae gave birth to your West 
and Xerxis, the satrap, 
who is longing again to taste the Attica figs in a few days, 
will find me in his way. 
Do not look at me now that I am stooping,
I’ll soon raise my head in the tragic landscape of the Mediterranean
that has showed to you moderation 
and to me the strength of light.
Μετάφραση: Τέσυ Μπάιλα

Ιταλικά
Io sono il Hellene, oh giganti iperboree,
 Mezza salinità, mezzo luce
Le mie donne, dee della bellezza e la saggezza
e i miei figli, Leonidas e Socrate.
È ancora adorate il mio Partenone,
mentre rubare le mie parole dal ricco detiene di Omero.
Il mio Termopili ha dato alla luce il tuo Occidente
e Xerxis, il satrapo,
che è di nuovo nostalgia per degustare i fichi Attica in pochi giorni,
mi troverà sulla sua strada.
Non guardare adesso che sto curvo,
Sarò presto alzo la testa nel tragico paesaggio del Mediterraneo
che ha dimostrato di voi moderazione
e me la forza della luce.
Μετάφραση: Τέσυ Μπάιλα

Σουηδικά
Jag är grek, oh hyperboreisk jätte,
 till hälften sälta, till hälften ljus 
Min kvinna, gudinna av skönhet och visdom
 och mina söner, Leonidas och Socrates. 
Ni avgudar fortfarande mitt Parthenon,
 medan ni själ mina ord från det rika innehållet av Homer. 
Min Thermopylae födde erat väst 
och Xerxis, satrapen, 
som längtar efter smaken av grekiska fikon om ett par dagar,
 du finner mig på hans väg. 
Titta inte på mig nu när jag har stannat, 
jag lyfter snart mitt huvud över det tragiska landskapet av medelhavet 
som har visat er måttlighet 
och till mig ljusets styrka.
Μετάφραση:  Andreas Ek

Ισπανικά
Yo soy el Griego, oh gigantes septentrionales,
 mitad sal, mitad luz
 Mis mujeres, diosas de belleza y sabiduría. 
Mis hijos Leónidas y Sócrates. 
Ustedes adoran siempre mi Partenón 
mientras que roban mis palabras de las ricas cuencas de Homero. 
Mis Termopilas han dado a luz vuestro Occidente
 y Xerxés, el sátrapa, 
que sueña una vez más con gusto de los higos del Ática
 en unos días me encontrará delante de él Ustedes 
me ven arrodillado ahora, pero, 
muy pronto mi cabeza se volverá a alzar en el paisaje trágico del Mediterráneo 
que les ha enseñado a ustedes, 
la medida y a mí, la fuerza de la luz.
Μετάφραση: Marcela Hammerly

Ιαπωνικά
余はギリシャ人である。
嗚呼、常春の国の巨人達、塩気と光を帯び、
我が女達、美と知の女神達、
其れに我が息子達、レオニダスとソクラテス達、
御前等は未だに余のパルテノン神殿を崇める、
ホーマーの豊かな蔵から余の言葉を盗みながら。
余のテレモピレーはお前たちの西国と太守クセルクセスを生み、
彼は数日内に又アッテカのイチジクを賞味せんと欲し、
余を邪魔と思うであろう。
今背の曲がった余を見ることなかれ、
余は地中海の悲劇的景色の中に間もなく頭を上げるであろう。
その光景はお前たちには節制と中庸を、余には光の力を披歴して来た。
Μετάφραση: Toshio Ohmori

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου για το diastixo.gr

Η συνάντηση και συζήτηση με τον Δημήτρη Στεφανάκη, συγγραφέα με διακρίσεις όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό (Διεθνές Βραβείο Καβάφη Πεζογραφίας 2011, Prix Μéditerranée Étranger 2011), είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Διότι δεν περιοριστήκαμε στο βιβλίο αυτό καθεαυτό, στην κρίση, στις απώλειες, αλλά μιλήσαμε και για τους έρωτες τους ανεκπλήρωτους, πλην όμως μαγικούς... Η υπόθεση του Χορού των ψευδαισθήσεων εν ολίγοις: αναμνήσεις μιας παρέας φοιτητών – του προσγειωμένου Μάνου του αφηγητή, του ριψοκίνδυνου Αλεκίνου, του φιλόδοξου Στέργιου και μιας κοπέλας, της αινιγματικής Έλιας, τη δεκαετία του ’90 στο κέντρο της μικρής μας πόλης, όταν τα πάντα τόσο στα μάτια των πρωταγωνιστών της ιστορίας όσο και στα δικά μας, αλλά και μιας χώρας ολάκερης, φάνταζαν δυνατά, λαμπερά, διαφορετικά. Τα παιδιά βρίσκονται, χορεύουν αργεντίνικο τάνγκο, ερωτεύονται, παρασύρονται, ακολουθούν δικές τους πορείες, μεγαλώνουν, μέχρι που ένας εξ αυτών, ο Αλέξανδρος Σάντος, ο Αλεκίνος, έπειτα από μια ιλιγγιώδη οικονομική ανέλιξη και αντίστοιχη πτώση, βάζει τέλος στη ζωή του.
Αφήσατε πίσω σας τα ατμοσφαιρικά, ιστορικά μυθιστορήματα, τις Μέρες Αλεξάνδρειας, τηνΆρια, το Φιλμ Νουάρ, για να καταπιαστείτε με μια ιστορία σύγχρονη. Πώς κάνατε αυτή τη στροφή; Μήπως γιατί είχε έλθει η στιγμή να πείτε μια πιο προσωπική σας ιστορία;
Η αλήθεια είναι ότι περιπλανήθηκα αρκετά σε άλλες εποχές και τώρα, πλούσιος και ώριμος από αυτό το ταξίδι, νιώθω πως είμαι έτοιμος να συνομιλήσω με το σήμερα, φτιάχνοντας ιστορίες από ανθρώπους που μου είναι σίγουρα πιο οικείοι. Ήρθε μάλλον η ώρα να αφηγηθώ τη δική μου εκδοχή για τον κόσμο μας.
Ποιος από τους τρεις ήρωές σας έχει περισσότερα δικά σας στοιχεία; Ο αφηγητής Μάνος Πιερίδης, ίσως;
Ένας συγγραφέας καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να μην ταυτίζεται με τους ήρωές του. Αν με ρωτήσετε όμως ποιος θα ήθελα να είμαι, σίγουρα θα επέλεγα τον αφηγητή αυτού του βιβλίου. Πιστέψτε με, πάντως, πως τους χαρακτήρες των βιβλίων μου τους βρίσκω πιο γοητευτικούς και πιο ενδιαφέροντες από μένα.
Πιστεύω ακράδαντα πως όλοι μας είμαστε περισσότερο ρομαντικοί απ’ όσο δείχνουμε. Τα πρότυπα της εποχής δεν ευνοούν τις μεγάλες αγάπες. Όμως θα συμφωνήσετε κι εσείς πως στον έρωτα ό,τι χτίζουν τα χρόνια δεν το χτίζουν οι μέρες. Ξεχνάμε, επίσης, ότι οι άνθρωποι ερωτεύονται με πάθος γιατί το έχουν οι ίδιοι ανάγκη.
Αυτό το παιδί όμως, ο Μάνος, ένας ρομαντικός και ευαίσθητος επιμελητής εκδόσεων, παραμένει ανεκπλήρωτα και διά βίου ερωτευμένος με την ιδιόρρυθμη Έλια. Και αναρωτιέμαι: Μα υπάρχουν, αναπτύσσονται στις μέρες μας τέτοιες ευαίσθητες σχέσεις ή μόνο μέσα από την τέχνη θυμόμαστε ότι υπάρχει και αυτή η εκδοχή του έρωτα;
Πιστεύω ακράδαντα πως όλοι μας είμαστε περισσότερο ρομαντικοί απ’ όσο δείχνουμε. Τα πρότυπα της εποχής δεν ευνοούν τις μεγάλες αγάπες. Όμως θα συμφωνήσετε κι εσείς πως στον έρωτα ό,τι χτίζουν τα χρόνια δεν το χτίζουν οι μέρες. Ξεχνάμε, επίσης, ότι οι άνθρωποι ερωτεύονται με πάθος γιατί το έχουν οι ίδιοι ανάγκη.
Ένα από τα τρία παιδιά του βιβλίου σας, ο επιφανειακά αδίστακτος Αλεκίνος, «την κάνει» λιγάκι κινηματογραφικά πέφτοντας από το παράθυρο. Και ο πατέρας της σκληρής Έλιας σχολιάζει κυνικά: «Θέλει κότσια για να το κάνεις». Συμφωνείτε σε αυτό; Τελικά θέλει κότσια για ν’ αυτοκτονήσεις ή η απελπισία δίνει αυτή τη δύναμη στους αυτόχειρες;
Η αυτοκτονία στηρίζεται και αυτή με τη σειρά της σε κάποια ψευδαίσθηση. Ο αυτόχειρας νομίζει πως δίνει παράσταση, μετά το τέλος της οποίας θα βγει για να πάρει το χειροκρότημα. Αλήθεια, υπάρχει κάτι το θεατρικό στη στάση όσων επιλέγουν την εθελούσια έξοδο από τη ζωή και κανείς τους δεν αντιλαμβάνεται απόλυτα πως βαδίζει προς το οριστικό τέλος.
Διάβασα σε μια συνέντευξη και μου άρεσε: «Ως λαός είμαστε φτιαγμένοι από σκληρό μέταλλο». Γι’ αυτό ίσως και δεν πτοούμεθα, δεν λυγίζουμε, απλά καθήμενοι κάτω από την μπάρα περιμένουμε καλύτερες μέρες, έστω εξ ουρανού;
Δεν νομίζω ότι ο Έλληνας εφησυχάζει περιμένοντας απλά καλύτερες μέρες. Από την πρώτη στιγμή αυτής της απρόσμενης περιπέτειας, δίνουμε όλοι μας καθημερινά τη δική μας μάχη. Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να επιβιώσουμε και μέχρι τώρα τα καταφέρνουμε. Η Ιστορία έχει πράγματι αποδείξει ότι ως λαός είμαστε όντως φτιαγμένοι από σκληρό μέταλλο.
«”Δυο αριστοκρατίες υπάρχουν στη σημερινή Ελλάδα. Οι σπουδασμένοι στο εξωτερικό και οι γόνοι των αριστερών”, έλεγε συχνά η κυρία Παγώνα τηρώντας ενός λεπτού σιγή, όπως κάθε φορά που νόμιζε ότι ξεστόμιζε κάποια σοφία…» Έτσι έχουν τα πράγματα εν Ελλάδι της κρίσης, κ. Στεφανάκη;
Δεν έχω τίποτε με όσους σπούδασαν στο εξωτερικό ή με τους γόνους των αριστερών. Το αντίθετο, μάλιστα. Με ξενίζει ωστόσο ο επαρχιωτισμός του Έλληνα, η ξενομανία αλλά και ο νεποτισμός του. Στη χώρα μας δυστυχώς κάποια θέματα έχουν να κάνουν περισσότερο με τους τίτλους παρά με την ουσία…
Τελειώνοντας και τούτο το βιβλίο σας, τι σκέπτεστε; Να πάρετε ανάσες και να απολαύσετε το καλοκαίρι ή να ξεκινήσετε κάτι νέο;
Έχω από καιρό ξαναμπεί στην περιπέτεια της γραφής. Επιμελούμαι την επανέκδοση ενός παλιότερου βιβλίου μου από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, του Λέγε με Καΐρα, αλλά διακρίνω ήδη και τον ορίζοντα του καινούργιου μυθιστορήματος.
Και μια τελευταία ερώτηση: Η ιστορία σας αυτή, που πολλά θα θυμίσει στα παιδιά που μεγάλωσαν τη σχεδόν αθώα δεκαετία του ’90 στη μικρή μας πόλη (έστω και αν δεν χόρευαν λάτιν στα Εξάρχεια ή σε μονοκατοικίες στην Κυπριάδου), δεν θα μπορούσε να γίνει σενάριο για κινηματογραφική ταινία; Κι αν ναι, με τι μουσική υπόκρουση θα την ντύνατε;
Η κινηματογραφική μεταφορά ενός μυθιστορήματος είναι το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό ενός αναγνώστη. Στην πραγματικότητα, εκείνος πρώτος το έχει σκηνοθετήσει διαβάζοντάς το. Ναι, Ο χορός των ψευδαισθήσεων θα μπορούσε να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη και για μουσική, φυσικά, μόνο λάτιν και αργεντίνικο τάνγκο.
http://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/3950-dimitris-stefanakis

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Η Τέσυ Μπάιλα γράφει για το "Χορό των Ψευδαισθήσεων" στο diastixo.gr

Το τάγκο είναι ο χορός του πάθους και της μελαγχολίας, του αυτοσχεδιασμού και της αρχέγονης πάλης ανάμεσα στο αρσενικό και στο θηλυκό. Και είναι ακράτητος χορός, δυναμικός.
Αυτόν τον χορό διάλεξε, διόλου τυχαία, άλλωστε τίποτα δεν είναι τυχαία παράθεση στο έργο του, ο Δημήτρης Στεφανάκης για να συμβολίσει όλα όσα θέλει να πει στο νέο του βιβλίο, Ο χορός των ψευδαισθήσεων. Η ιλιγγιώδης δυναμική των αργεντίνικων βημάτων έγινε συνειδητή επιλογή του συγγραφέα και ο τρόπος του να μιλήσει για όλα όσα στροβιλίζονται στη σκέψη όλων μας αναφορικά με τη σημερινή κατάσταση στη χώρα.
Αποφασισμένος να αναμετρηθεί, ευθέως αυτή τη φορά, με τη σημερινή εποχή, ο Δημήτρης Στεφανάκης συγκρούεται με όλα όσα προκάλεσαν την οικονομική και κυρίως την ηθική κρίση στη χώρα μας, καταγγέλλοντας παράλληλα την αδράνεια και την αμηχανία αυτού του λαού, τη συμμετοχή ή την απύθμενη ανοχή του απέναντι σε όλα όσα τελικά τον εγκλώβισαν μέσα σ' αυτή. Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι με σθένος και αποφασιστικότητα τολμά να παραμερίσει τους μεγάλους κόσμους της γνωστής και βραβευμένης τριλογίας του και αυτοαναιρείται με ευχαρίστηση, αποδεικνύοντας ότι δεν φοβάται να προσδιορίσει εκ νέου τις συντεταγμένες της αφηγηματικής του έκφρασης και να αναζητήσει παράλληλους συμβολισμούς, πέρα από εκείνους που του χάρισαν τη διεθνή αναγνώριση.
Η «κινηματογραφική θέαση των πραγμάτων» του Προυστ και ο φιλοσοφικός στοχασμός του Καμί γίνονται πράξη σε ένα κείμενο που στέκεται με σεβασμό απέναντι στο κλασικό μυθιστόρημα. Ορθώνει ωστόσο το δικό του ανάστημα, εισάγοντας μια ευρωπαϊκού επιπέδου οπτική στο σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα και αποδεικνύει, ακόμη μια φορά, το συγγραφικό ήθος του Δημήτρη Στεφανάκη.
Έτσι, στο νέο του βιβλίο αφήνει πίσω του τον συγγραφέα των μεγάλων αφηγηματικών κόσμων του παρελθόντος και επικεντρώνεται στην αναζήτηση του καίριου και του ακριβούς μέσα από μια σύγχρονη ιστορία. 
Το σκηνικό στήνεται περίτεχνα γύρω από μια αυτοκτονία. Ο χρόνος μοιάζει να σταματά τον Νοέμβρη του 2011, όταν ο Αλέξανδρος Σάντσας δίνει τέλος στη ζωή του. Ο Στεφανάκης γνωρίζει καλά την αγωνία του Αλμπέρ Καμί όταν έγραφε πως: «Ένα έργο τέχνης είναι μια εξομολόγηση» και έχει ήδη καταθέσει ο ίδιος παλαιότερα ότι η αφήγηση είναι εξομολόγηση. Έτσι, λοιπόν, με εξομολογητικό τόνο ο ήρωας του Στεφανάκη, ο Μάνος Πιερίδης, θυμάται όλα όσα τον συνέδεσαν με τον αυτόχειρα και όλα όσα έζησαν στην κοινή τους νεανική πορεία κατά τη δεκαετία του '90, την εποχή δηλαδή που στήθηκαν οι μεγαλύτερες ψευδαισθήσεις και ένας ολόκληρος λαός άρχισε να χορεύει στον ρυθμό τους.
Στο επίκεντρο των αναμνήσεών του βρίσκεται η Έλια, ο νεανικός και αξεπέραστος έρωτάς του, η δασκάλα χορού που επιστρέφει από την Ευρώπη της διεθνούς καριέρας την περίοδο της κρίσης και μαζί της επιστρέφει ο πόθος, και ο Σέργιος, ο δικηγόρος φίλος του που είχε ακολουθήσει τον μεγαλομανή Αλέξανδρο στους δρόμους του ύποπτου νεοπλουτισμού και της σαθρής επιτυχίας.
Οι πρωταγωνιστές του έργου κινούνται μέσα σε έναν κόσμο που καταρρέει, σε μια κοινωνία βουτηγμένη στη σήψη και στην έκπτωση των αξιών, σε έναν κόσμο που σχοινοβατεί στο χείλος της καταστροφής και ο Μάνος Πιερίδης το βλέπει και το επισημαίνει. Παράλληλα ζουν τις δικές τους μικρές ιστορίες, βιώνουν τον έρωτα και την απόρριψή του και ακροβατούν ανάμεσα στα προσωπικά όνειρα της νιότης και τις βιωμένες διαψεύσεις της ενηλικίωσης.
Ο συγγραφέας περιγράφει την ψυχοσύνθεση της ματαίωσης που βιώνουν οι ήρωές του και ταυτόχρονα φέρνει στην επιφάνεια το καλοστημένο πολιτικό και οικονομικό πανηγύρι δεκαετιών, που στήθηκε στη χώρα, με τις ολέθριες συνέπειές του.
Ο νεοπλουτισμός, η άκρατη πορεία προς το συμφέρον, η κεκτημένη ταχύτητα προς την ουτοπία, οι φιλίες που δοκιμάζονται και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες είναι μερικά από τα σημεία στα οποία στέκεται η συγγραφική σκέψη, ενώ ταυτόχρονα περιδιαβαίνει ανάμεσα στα βιβλιοπωλεία και τα καφέ των Εξαρχείων, την παραλιακή ζώνη της Γλυφάδας, την Αθήνα του χτες, του σήμερα και, γιατί όχι, του αύριο.
Για μια ακόμη φορά ο Δημήτρης Στεφανάκης συνθέτει παράλληλα τον φιλοσοφικό του στοχασμό και τον παραθέτει μέσα στο βιβλίο, καταγράφοντας τις ιδέες του με τέτοιον τρόπο, ώστε μπορεί κανείς να απομονώσει φράσεις κεφαλαιώδους σημασίας που αρκούν για να αποκαλύψουν στον αναγνώστη τις διανοητικές περιηγήσεις του συγγραφέα. Ενδεικτικά παραθέτω: «Ανέκαθεν πίστευα, και ίσως ήταν κάτι που μου δίδαξε η ζωή, πως οι φιλίες και οι έρωτες δεν κρατούν αιώνια. Συναντάς κάποιον και συνοδοιπορείς μαζί του για ένα διάστημα, χωρίς να γνωρίζεις πάντοτε τον λόγο. Ύστερα, οι δρόμοι χωρίζουν και χάνεστε το ίδιο ξαφνικά και ανεξήγητα». Και σε άλλο σημείο γράφει: «Ο άνθρωπος που στέκεται αναποφάσιστος ανάμεσα στο γέλιο και στο κλάμα βρίσκεται, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, στο πιο ψηλό σημείο της θλίψης του».

Από την άλλη, ο χωρισμός του κειμένου σε μικρά κεφάλαια επιτρέπει μια ανάσα στην αναγνωστική διαδικασία και παράλληλα δίνει μια μουσικότητα στο κείμενο, έναν ρυθμό ανάλογο με εκείνον του τάγκο. Μικρά, σταθερά, κοφτά βήματα στον χορό, μικρά, κοφτά, σταθερά κεφάλαια στο βιβλίο, με την κορύφωση κάθε φορά της ευρηματικότητας, ακριβώς όπως σε μια τέλεια χορευτική φιγούρα.
Παράλληλα, αφήνει το κείμενό του να συνομιλήσει κινηματογραφικά με τον αναγνώστη. Η «κινηματογραφική θέαση των πραγμάτων» του Προυστ και ο φιλοσοφικός στοχασμός του Καμί γίνονται πράξη σε ένα κείμενο που στέκεται με σεβασμό απέναντι στο κλασικό μυθιστόρημα. Ορθώνει ωστόσο το δικό του ανάστημα, εισάγοντας μια ευρωπαϊκού επιπέδου οπτική στο σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα και αποδεικνύει, ακόμη μια φορά, το συγγραφικό ήθος του Δημήτρη Στεφανάκη.
http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/3741-xoros-psevdesthiseon

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Ο Μάνος Κοντολέων γράφει για το "Χορό των ψευδαισθήσεων" στο fractal

Η άνοδος και η πτώση: ένα μυθιστόρημα για την κρίση

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων
http://fractalart.gr/stefanakis/
Ο Δημήτρης Στεφανάκης μας είχε συνηθίσει σε συνθέσεις ιδιότυπα επικές. Κι όχι μόνο με τα τρία τελευταία του μυθιστορήματα (‘Μέρες Αλεξάνδρειας’, ‘Φιλμ Νουάρ’,’ Άρια’), αλλά και σε προηγούμενα έργα του –θυμίζω το ‘Θα πολεμάς με τους θεούς’, το ‘Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι’, το ‘Λέγε με Καϊρα’.
Χρησιμοποιώ τον επιθετικό προσδιορισμό ‘επικό’ έχοντας κατά νου άλλοτε τη δομή των έργων κι άλλοτε το κεντρικό θέμα ή και τον κεντρικό τους ήρωα.
Από τον Λεωνίδα στον Ζαχάρωφ και από την προπολεμική Αλεξάνδρεια στην Μύκονο του Καμύ, ο Στεφανάκης αναζητούσε τις μεγάλες στιγμές του ανθρώπου μέσα στις μεγάλες στιγμές της Ιστορίας και των τόπων.
Και όπως συνέθετε αυτές τις μυθιστορίες του, μας προκαλούσε να ζήσουμε μαζί με τους ήρωές του αντίστοιχα επικά συναισθήματα.
Και μάλιστα με τα τρία τελευταία έργα του –ο ίδιος νομίζω τα θεωρεί ως μια τριλογία του κοσμοπολιτισμού- μας ταξίδεψε σε εποχές μεγάλων οραμάτων και έντονων συγκρούσεων.
Το ταξίδι αυτό γινότανε με αντίστοιχα μεγάλες αφηγήσεις –γεγονότα, πάθη, συγκρούσεις, έρωτες. Με πλάσιμο σύνθετων χαρακτήρων, σύνθετων συνδυασμών ποικίλλων φιλοδοξιών.
Και η γραφή όπως και η δομή της αφήγησης εξυπηρετούσαν τους πιο πάνω στόχους.
Με άλλα λόγια ο Στεφανάκης κατάφερνε να ταυτίζει το θέμα με τη μυθιστορηματική υλοποίησή του.
Ιδιαίτερα σημαντικό κάτι τέτοιο και επίσης ιδιαίτερα απουσιάζον από πολλά σύγχρονα ελληνικά μυθιστορήματα.
Αλλά η περίπτωση του Δημήτρη Στεφανάκη μας θυμίζει πως ο επαγγελματίας συγγραφέας γνωρίζει όχι μόνο να χρησιμοποιεί σύγχρονους τρόπους προώθησης των έργων του, αλλά και από πιο πριν να τα έχει σχεδιάσει και στη συνέχεια συγγράψει με απόλυτο έλεγχο των μέσων του. Δηλαδή να γνωρίζει το τι μπορεί να του αποδώσει η κάθε τεχνική συγγραφής.
Το τελευταίο μυθιστόρημα «Ο χορός των ψευδαισθήσεων» δείχνει πως ο Στεφανάκης αποφασίζει όχι μόνο να αλλάξει θεματική περιοχή, αλλά και τεχνικές γραφής.
Από τις εποχές των μεγάλων αλλαγών στα χρόνια των μικροπρεπών σχεδιασμών. Και από τις δυνατές συγκρούσεις παθών στα μίζερα συναισθήματα.
Τα τελευταία εικοσιπέντε περίπου χρόνια είναι η περίοδος όπου αποφάσισε ο Δ. Σ. να στήσει την πλοκή του νέου του έργου. Δηλαδή στα χρόνια μιας αίολης ανόδου και μιας επώδυνης πτώσης.
Να, λοιπόν, η πρώτη συγγραφική στροφή.
Και αναμενόμενο είναι, από ένα έμπειρο χειριστή της αφήγησης, αυτή η μικροπρεπής περίοδος να αφεθεί να περιγραφεί από πρόσωπα σχεδόν το ίδιο μικροπρεπή.
«Μικροπρεπή» – με την έννοια του ‘ολίγου’ στα πάθη, του ‘πρόχειρου’ στους μελλοντικούς σχεδιασμούς, του ‘φτηνού’ στις φιλοδοξίες.
Μια παρέα φοιτητών στα χρόνια του ’90 ζει τη νεότητά της και σχεδιάζει τα μελλοντικά της βήματα ανερμάτιστα. Ο καθένας τους αφήνεται στις παρορμήσεις του και εκμεταλλεύεται με ευκολία τις ευκολίες που το γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό πλάνο προσφέρει.
Ο ιδεαλιστής θα καταλήξει να κυκλοφορεί στα καφέ των Εξαρχείων πιστεύοντας πως ζει σε μια αθηναϊκής κόπιας Μονμάρτη του ’60, ο αριβίστας δικηγόρος να πουλά νομικές γνώσεις σε μη νόμιμες επιχειρήσεις και ο κάποτε χαρισματικός νεανίας θα αποδειχθεί πως κρατά το μόνο του χάρισμα κρυμμένο έως ότου οι πράξεις του τον οδηγήσουν στη μόνη αξιοπρεπή λύση – τέλος.
Δίπλα τους κάποιες συνομήλικες τους γυναίκες –η μια μέσα από τη φυγή θα ζητήσει να αποφύγει τη συμμετοχή της. Οι άλλες θα συμβιβαστούν υποδυόμενες ρόλους μιας μπάσταρδης χειραφέτησης.
Μια εικοσιπενταετία φτηνών οραμάτων και φτηνών διαψεύσεων.
Αυτό το κλίμα, λοιπόν, ο Στεφανάκης επέλεξε με άλλο τρόπο συγγραφής να το αποδώσει.
Μικρά στιγμιότυπα μαζεμένα από διάφορες χρονικές στιγμές που καταγράφονται χωρίς χρονική σειρά, αλλά μέσα από την προσπάθεια του κεντρικού αφηγητή (ο ιδεαλιστής της παρέας) να κατανοήσει ότι έχει συμβεί. Μα ακριβώς αυτή η μη γραμμική αναζήτηση της μνήμης είναι που θα φανερώσει το ανεύθυνο μιας ζωής που σπαταλήθηκε.
Ωσάν μαθήματα παθιασμένων χορών που γίνονται σε αδιάφορους χώρους.
Παράλληλα το ανεύθυνο μιας περιόδου και των ανθρώπων που τη ζήσανε, τονίζεται στην αρχή κάθε κεφαλαίου με κάποιες σκέψεις εσωτερικών προβληματισμών, ενώ αμέσως μετά ακολουθεί η περιγραφή των καταστάσεων που έρχονται να επιβεβαιώσουν πως η πράξη δεν ακολουθεί τις συμβουλές της θεωρίας.
Αλλά –επίσης ένδειξη συγγραφικής συνειδητοποίησης- και εδώ ο Στεφανάκης πλάθει τον ήρωά του που διαθέτει ένα έντονο αρσενικό χαρακτήρα. Αλλά βέβαια δεν είναι –αλίμονο αν ήταν!- μήτε κάποιος Λεωνίδας της μεγάλης απόφασης, μήτε ένας Ζαχάρωφ της μεγάλης πλεκτάνης.
Είναι ένας Αλεκίνος της δήθεν μεγάλης κομπίνας, που αν κάτι τον φέρνει δίπλα στα άλλα κεντρικά και τραγικά πρόσωπα των προηγούμενων μυθιστορημάτων του Στεφανάκη είναι η τελική του απόφασή που έχει να κάνει με την έως εκείνη της στιγμή υποτονική αυτοεκτίμησή του.
Ένα, λοιπόν, μυθιστόρημα για την κρίση. Αλλά με εμφανή την προσπάθεια να την φωτίσει με μια άλλη ματιά. Πλέον προσωπική. Λιγότερο επική. Γι αυτό και ίσως αρκούντως αυθεντική.
Ορισμένοι με θυμούνται ακόμα μακρυμάλλη και λίγο πιο αδύνατο να χορεύω στο «Πάσο Ντόμπλε» με την Έλια, όλοι τους έχουν να λένε για το μυαλό μου
Τότε και συχνά πυκνά ακούω την επωδό: «Εσύ, ρε Μάνο, ήσουν για μεγάλα πράγματα!» Δε με στεναχωρεί καθόλου αυτό. Είναι προτιμότερο να έχεις το αίσθημα ότι αδικήθηκες από τη ζωή. (σελ. 158)
Ναι, μια άλλη ερμηνεία όχι μόνο για το πώς δημιουργήθηκε η κρίση, αλλά και για το τι ίσως θα πρέπει να περιμένουμε στη συνέχεια. Χορούς ψευδαισθήσεων.

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Ο Γιάννης Αντωνιάδης γράφει στο culturenow.gr για το Χορό των ψευδαισθήσεων

Φωτό: Αντώνης Μιμερίνης
Μία κοινωνία που ζει με παραισθησιογόνους εικόνες και γεύεται τους καρπούς μίας υποτιθέμενης ευμάρειας και ενός παρόντος που μέσα σε αυτό καθρεφτίζεται μία πορεία φθίνουσα ως προς το ηθικό μέτρο και τον αυτοέλεγχο είναι μία κοινωνία που ζει στον ρυθμό του κατασκευασμένου ψέματος.

Αυτή η κοινωνία και οι άνθρωποί της είναι το επίκεντρο του Δημήτρη Στεφανάκη, σε μία στροφή της συγγραφικής του τέχνης προς την απεικόνιση του καυτού παρόντος που μοιάζει να εξουσιάζει το μέλλον. Αφορμή για αυτή την στροφή είναι να καταδείξει το φλέγον ζήτημα μίας κακώς εννοούμενης πολιτείας που έχει γυρίσει την πλάτη στα διδάγματα του ένδοξου παρελθόντος και έχει σβήσει την μνήμη των αρχών και των κανόνων με τα οποία χτίστηκε και τα οποία μεταλαμπάδευσε.

Καταγράφεται εδώ το ιστορικό μίας παρέας φίλων που με αφορμή το άδοξο τέλος ενός μέλους της παρέας τους περιγράφουν άλλοτε με κυνισμό και άλλοτε με θλίψη τα πεπραγμένα και την εξέλιξή τους. Τελικά προκύπτει πως κάποιοι κινήθηκαν σε τεντωμένο σχοινί απολαμβάνοντας ένα εικονικό πλαίσιο χαράς και ευδαιμονίας μέσα στον πυρετό του χρήματος που έρεε εν αφθονία ενώ το οικοδόμημα που λέγεται ζωή ράγιζε με τρομακτική ταχύτητα. Ενώ άλλοι την απόλαυσαν με ρυθμούς χορευτικούς μακριά από ψεύτικες συγκινήσεις και έγιναν απλά μάρτυρες της κατηφόρας των άλλων. Για τους τελευταίους η τελμάτωση προ των πυλών να χτυπάει την πόρτα αλλά το κεφάλι να κολυμπάει στον πλούτο θυμίζοντας πύργο της Βαβέλ έτοιμο να κατακερματιστεί από στιγμή σε στιγμή.

Ο Στεφανάκης δεν προσπαθεί να κρύψει γεγονότα ή στοιχεία, προβάλει την περιπέτεια και τον εξευτελισμό μίας ολόκληρης χώρας μέσα από τον ίδιο της τον ξεπεσμός αλλά ραντίζει με δόσεις ερωτισμού και αληθινής αγάπης τους ανθρώπους που δεν παγιδεύτηκαν στην λάσπη γιατί απαρνήθηκαν ρητά την φαυλότητα. Εδώ πάντως βράζει ένα ολόκληρο έθνος που αναζητά ταυτότητα σαν αυτή να έγινε σκόνη στο όνομα και στον βωμό της απόκτησης εύκολου χρήματος με όποιο κόστος. Και όταν αναφερόμαστε σε κόστος πρόκειται για ανθρώπινες ζωές που κινδύνευσαν και θυσιάστηκαν, για ανθρώπους που εξαπατήθηκαν ή ξεγελάστηκαν, για οικογένειες που διαλύθηκαν ή καταστράφηκαν. Αυτό εξάλλου αποδεικνύεται περίτρανα από το εναρκτήριο έναυσμα που αποφασίζει να δώσει στην ιστορία του ο συγγραφέας και δεν είναι άλλο από την αυτοκτονία ενός ανθρώπου που έλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στο θέατρο αυτό του παραλόγου. Μίας παράστασης που εκτελέστηκε με δεξιοτεχνία μόνο και μόνο για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις ενός ολόκληρου λαού πως όλα έβαιναν καλώς και ομαλώς. Μία ζωή σκηνοθετημένη με σκηνικό την απατεωνιά, την ασυδοσία και την κουτοπονηριά είναι ένας καταρράκτης που τελικά παρασέρνει όλους στο διάβα του χωρίς να ξεχωρίζει νικητές και ηττημένους, φτωχούς και πλούσιους. 

"Οι άνθρωποι εθελοτυφλούν μπροστά στο συμφέρον τους ή σε αυτό που θεωρούν συμφέρον" σημειώνει ο Στεφανάκης και αυτή η φράση είναι το απαύγασμα της προδοσίας που επιτελέστηκε τα χρόνια που προηγήθηκαν και που όλοι ζήσαμε. Τα θύματά της ήταν οι ίδιοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας, βουτηγμένοι σε ένα όνειρο που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε και κανείς δεν βρέθηκε να ταράξει τα νερά αυτής της ονειροπόλησης. Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ένας άνθρωπος του συστήματος και του κυκλώματος, ένα ανδρείκελο της επιτήδευσης που απλόχερα μοίραζε στο περιβάλλον του, σκόρπιζε συνεχώς και παντού την πεποίθηση πως είναι ένας ευγενής του καιρού του. Τελικά απέδειξε με τις πράξεις του και την συμπεριφορά του πως το μόνο που άφησε πίσω του να τον θυμίζει είναι στάχτες και αποκαΐδια μίας νιότης που οικοδομήθηκε σε γυάλινα πόδια, ο κόσμος του ψεύτικος και απατηλός, αναξιοπρεπής, ακριβώς έτσι όπως ήταν και ο ίδιος. Ο αφηγητής και "φίλος" του εξιχνιάζει με κάθε λεπτομέρεια την εποχή εκείνη που ο μετέπειτα "μεγιστάνας" και αυτόχειρας θα διαμόρφωνε την εικόνα του δήθεν πλούσιου και αριστοκράτη που πλούτισε εις βάρος άλλων, φωτογραφίζοντας ουσιαστικά μία ολόκληρη τάξη ανθρώπων όμοιων με εκείνον. Εκείνος, ο Αλεκίνος, όπως τον αποκαλούσαν, ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, τις επιλογές του και τις φιλοδοξίες του πατώντας μεταφορικά ή κυριολεκτικά επί ζώντων ή πτωμάτων για να πετύχει τους ανήθικους και αναξιοπρεπείς στόχους του. Στο παιχνίδι αυτό επιθυμούσε να παίζει μόνος γιατί το χρήμα δεν έχει ανάγκη από συντροφιά αλλά ενέχει πολλή μοναξιά. Έτσι το μόνο που "χάρισε" στους φίλους του και τον περίγυρό του ήταν ένα αίσθημα πικρίας και ένα μεγάλο ερωτηματικό για το αίνιγμα του θανάτου του που ποτέ δεν θα λυθεί.

"Ο χορός των ψευδαισθήσεων" είναι πάντως εκτός από μία επιτυχής ακτινογραφία συμβάντων και προσώπων μία παρέλαση σκέψεων και ανησυχιών του σημερινού ανθρώπου και μία ανάδειξη των προβλημάτων που κλονίζουν ανέκαθεν τις κοινωνίες, το θέμα των αξιών, του σεβασμού και της ανιδιοτέλειας. Αξίες που όλο και συρρικνώνονται ή διυλίζονται μέσα στην μέθη της οικονομικής ανάπτυξης. Ο Στεφανάκης με την αναφορά του στον χορό, μοιάζει να επαναφέρει μνήμες μίας άλλης εποχής, αυτής που προηγήθηκε του οικονομικού κραχ στην Αμερική. Έναν κόσμο ανεμελιάς που περιέγραψε στα βιβλία του ο Σκοτ Φιτζέραλντ. Και μία φράση του ταιριάζει εδώ: "Ζούμε πια στην παραίσθηση ενός κινηματογραφικού σκηνικού που προσφέρει αίγλη στην ασημαντότητά μας". Γιατί τελικά τι είμαστε από απλοί ηθοποιοί που απλά βρισκόμαστε στην σκηνή που λέγεται ζωή και μετά δίνουμε την σκυτάλη στους επόμενους; Αν η παράσταση που θα δώσουμε έχει κάποιο νόημα τότε ίσως το πέρασμά μας μείνει άξιο λόγου.

"Όμως τα χρόνια περνούν, κι αυτά που περιμένουμε δεν έρχονται, και καταλήγουμε προδομένοι, όχι από τους ανθρώπους, όχι. Από τις προσδοκίες μας περισσότερο που δεν επαληθεύονται"

Το βιβλίο του Δημήτρη ΣτεφανάκηΟ χορός των ψευδαισθήσεων, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.
http://www.culturenow.gr/38074/o-xoros-twn-pseydaisthhsewn-dhmhtrhs-stefanakhs-kritikh-vivlioy

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Συνέντευξη στον Κώστα Στοφόρο για την εφημερίδα "Δρόμος της αριστεράς", με αφορμή το Χορό των ψευδαισθήσεων

Από τους πιο ενδιαφέροντες συγγραφείς της γενιάς του, ο Δημήτρης Στεφανάκης, μοιάζει να ξεφεύγει από τον κανόνα που θέλει έναν συγγραφέα να γράφει με διαφορετικούς τρόπους συνεχώς το ίδιο βιβλίο. Κάθε φορά μας μεταφέρει σε άλλη εποχή, επινοώντας μύθους, οι οποίοι, ωστόσο, πάντοτε συνδέονται με την Ιστορία.
Στο Χορό των ψευδαισθήσεων (Eκδόσεις Ψυχογιός) ο συγγραφέας μάς αφηγείται έναν έρωτα στην εποχή της κρίσης. Ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης που πραγματοποιείται σε μια εποχή ποικίλων ψευδαισθήσεων -δημόσιων και ιδιωτικών.
Η αφήγηση ξεκινά την ημέρα της αυτοκτονίας ενός εκ των πρωταγωνιστών σε ένα χρηματιστηριακό σκάνδαλο. Μια κατασκευαστική εταιρία, η «Θάλος» οδήγησε εκατοντάδες ανθρώπους στην απόγνωση. Ο ιθύνων νους, ένας νέος φέρελπις πρωταγωνιστής της εποχής του «λεφτά υπάρχουν», δίνει τέλος στη ζωή του. Αφορμή για τον αφηγητή-ήρωα της ιστορίας και πρώην φίλο του αυτόχειρα να κάνει ένα απολογισμό-αναδρομή της δικής του ζωής. Να αναζητήσει τα ίχνη ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Να αναμετρηθεί με τις δικές του ευθύνες και τα φαντάσματά του.
Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ταξίδι αυτογνωσίας όπου με καμβά τον χορό, ο συγγραφέας δημιουργεί ένα μυθιστόρημα με πραγματικά πρόσωπα. Ανθρώπους που ίσως κι εμείς να έχουμε συναντήσει.
Ένα μυθιστόρημα που -παρά το ρεαλισμό του- δίνει στο τέλος μια νότα αισιοδοξίας: Μπορούμε να αλλάξουμε τη ζωή μας, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα…
Μετά τα ταξίδια σου στο παρελθόν «προσγειώνεσαι» στην Αθήνα της κρίσης. Τι σε οδήγησε σε αυτήν την επιλογή;
Νομίζω πως ήρθε η ώρα να αναμετρηθώ με την εποχή μου, αποδεικνύοντας πως είμαι συγγραφέας του σήμερα. Άφησα πίσω τους μεγαλειώδεις κόσμους του παρελθόντος, για να πλάσω το μύθο της δικής μου ζωής, της πόλης μου, των ανθρώπων που συναντώ καθημερινά. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι «προσγειώνομαι» απλώς στην Αθήνα. Η κρίση είναι κάτι περιστασιακό, θα περάσει και θα μείνει μόνο η πόλη.
Γιατί Χορός των ψευδαισθήσεων;
Θα συμφωνήσεις κι εσύ, ίσως, μαζί μου ότι τις δύο τελευταίες δεκαετίες χορέψαμε όλοι μας στο ρυθμό των ψευδαισθήσεων, εθνικών και προσωπικών. Πέρα όμως από τη μεταφορική χρήση του τίτλου, υπάρχει και η κυριολεκτική, καθώς στο βιβλίο κυριαρχεί το μοτίβο του χορού λάτιν από το τσα τσα τσα και τη ρούμπα μέχρι το αργεντίνικο τάνγκο.
Μας δίνεις μια άλλη άποψη για την περιοχή των Εξαρχείων. Τι σημαίνει για σένα αυτή η γειτονιά;
Είναι ο κόσμος της ενηλικίωσής μου. Εδώ πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια κι εδώ επιστρέφω καθημερινά σε στέκια που πριν από τριάντα χρόνια κάναμε ατέλειωτες συζητήσεις για τον Κάφκα, τον Καμύ και τον Όργουελ. Είναι μια συνοικία-κιβωτός για πολλούς από μας. Απολογούμαι μόνο λέγοντας ότι άργησα να το καταλάβω. Τα σημαντικά πράγματα, όμως, τα αντιλαμβάνεται κανείς συν τω χρόνω. 
Το μυθιστόρημά σου ξεκινά με μια αυτοκτονία. Στην πραγματικότητα όσοι συμμετείχαν στο «πάρτι του 2004» όχι μόνο δεν αυτοκτόνησαν, αλλά συνεχίζουν τη δράση τους. Εσύ γιατί έκανες αυτή την επιλογή;
Όσοι συμμετείχαν στο «πάρτι του 2004» νομίζω πως αυτοκτόνησαν πολιτικά. Όσο για εκείνους που πρωταγωνίστησαν στο χρηματιστηριακό σόου από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και μετά, με τους οποίους κυρίως καταπιάνομαι, θα μπορούσα να σου απαριθμήσω όχι μόνο μια και δύο αυτοκτονίες… 
Ακόμη και ο ήρωάς σου φέρνει ένα μικρό κομμάτι ενοχής, για όσα έγιναν στη χώρα. Ένας διανοούμενος που όχι μόνο σώπασε, αλλά δέχτηκε να γράφει και λόγους για ανθρώπους που ήξερε ότι έχουν -το λιγότερο- σκοτεινή δράση…
Οι άνθρωποι της διανόησης, πλην εξαιρέσεων, δεν φημίζονται για τη δράση τους. Οι Έλληνες διανοούμενοι επέδειξαν αδικαιολόγητη ολιγωρία τα τελευταία χρόνια – και δεν ήταν οι μόνοι. Από αυτό, άλλωστε, προήλθε και η εσωστρέφεια της ελληνικής λογοτεχνίας, κάτι που δεν την βοηθά καθόλου να κάνει διεθνή βήματα. 
Ο ήρωάς σου επιστρέφει στον πρώτο του έρωτα που κάποτε δεν τόλμησε να τον ζήσει. Μπορούμε, άραγε, να διορθώσουμε τα λάθη μας; Να ξαναγράψουμε την ιστορία της ζωής μας;
Γιατί όχι; Τείνω πια να πιστέψω πως η απελπισία καλλιεργείται στον άνθρωπο από την λανθασμένη πεποίθηση του αμετάκλητου. Στην πραγματικότητα η ζωή μας δίνει πάντα περισσότερες από μια ευκαιρίες προκειμένου να διορθώσουμε τα λάθη μας και να ξαναγράψουμε την ιστορία της ζωής μας, για να δανειστώ τις εκφράσεις σου.
Τι σημαίνει η φιλία για σένα; Πού φτάνουν τα όρια της;
Σίγουρα δεν είναι μια «κακή συνήθεια», όπως αναφέρω κάπου μέσα στο βιβλίο. Θα έλεγα, μάλιστα, πως η φιλία είναι η παρηγοριά. Όσο για τα όριά της, ο καθένας τα χαράζει μόνος του. Σημαντικό ρόλο παίζει και η εκάστοτε εποχή. Η δική μας, χωρίς ιδεολογίες και ιδανικά, δεν ευνοεί τις μεγάλες φιλίες.
Βλέπεις ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν τόσο σε κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο προσωπικής στάσης του καθενός από εμάς;
Ούτε λόγος! Τα πράγματα αλλάζουν συνεχώς. Μόνο ο θάνατος βάζει τέρμα στη αδιάκοπη ροή της ζωής. Από ό,τι ξέρω ο λαός μας είναι από σκληρό μέταλλο, τρέφεται από τον ήλιο και το φως της Μεσογείου, είναι απίστευτα επινοητικός και ανθεκτικός. Θα τα καταφέρουμε, λοιπόν, είμαι σίγουρος!
- See more at: http://www.e-dromos.gr/sunenteuksi-dimitris-stefanakis/#sthash.aqwfWHvY.dpuf