Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Ο Γιάννης Αντωνιάδης γράφει στο culturenow.gr για το Χορό των ψευδαισθήσεων

Φωτό: Αντώνης Μιμερίνης
Μία κοινωνία που ζει με παραισθησιογόνους εικόνες και γεύεται τους καρπούς μίας υποτιθέμενης ευμάρειας και ενός παρόντος που μέσα σε αυτό καθρεφτίζεται μία πορεία φθίνουσα ως προς το ηθικό μέτρο και τον αυτοέλεγχο είναι μία κοινωνία που ζει στον ρυθμό του κατασκευασμένου ψέματος.

Αυτή η κοινωνία και οι άνθρωποί της είναι το επίκεντρο του Δημήτρη Στεφανάκη, σε μία στροφή της συγγραφικής του τέχνης προς την απεικόνιση του καυτού παρόντος που μοιάζει να εξουσιάζει το μέλλον. Αφορμή για αυτή την στροφή είναι να καταδείξει το φλέγον ζήτημα μίας κακώς εννοούμενης πολιτείας που έχει γυρίσει την πλάτη στα διδάγματα του ένδοξου παρελθόντος και έχει σβήσει την μνήμη των αρχών και των κανόνων με τα οποία χτίστηκε και τα οποία μεταλαμπάδευσε.

Καταγράφεται εδώ το ιστορικό μίας παρέας φίλων που με αφορμή το άδοξο τέλος ενός μέλους της παρέας τους περιγράφουν άλλοτε με κυνισμό και άλλοτε με θλίψη τα πεπραγμένα και την εξέλιξή τους. Τελικά προκύπτει πως κάποιοι κινήθηκαν σε τεντωμένο σχοινί απολαμβάνοντας ένα εικονικό πλαίσιο χαράς και ευδαιμονίας μέσα στον πυρετό του χρήματος που έρεε εν αφθονία ενώ το οικοδόμημα που λέγεται ζωή ράγιζε με τρομακτική ταχύτητα. Ενώ άλλοι την απόλαυσαν με ρυθμούς χορευτικούς μακριά από ψεύτικες συγκινήσεις και έγιναν απλά μάρτυρες της κατηφόρας των άλλων. Για τους τελευταίους η τελμάτωση προ των πυλών να χτυπάει την πόρτα αλλά το κεφάλι να κολυμπάει στον πλούτο θυμίζοντας πύργο της Βαβέλ έτοιμο να κατακερματιστεί από στιγμή σε στιγμή.

Ο Στεφανάκης δεν προσπαθεί να κρύψει γεγονότα ή στοιχεία, προβάλει την περιπέτεια και τον εξευτελισμό μίας ολόκληρης χώρας μέσα από τον ίδιο της τον ξεπεσμός αλλά ραντίζει με δόσεις ερωτισμού και αληθινής αγάπης τους ανθρώπους που δεν παγιδεύτηκαν στην λάσπη γιατί απαρνήθηκαν ρητά την φαυλότητα. Εδώ πάντως βράζει ένα ολόκληρο έθνος που αναζητά ταυτότητα σαν αυτή να έγινε σκόνη στο όνομα και στον βωμό της απόκτησης εύκολου χρήματος με όποιο κόστος. Και όταν αναφερόμαστε σε κόστος πρόκειται για ανθρώπινες ζωές που κινδύνευσαν και θυσιάστηκαν, για ανθρώπους που εξαπατήθηκαν ή ξεγελάστηκαν, για οικογένειες που διαλύθηκαν ή καταστράφηκαν. Αυτό εξάλλου αποδεικνύεται περίτρανα από το εναρκτήριο έναυσμα που αποφασίζει να δώσει στην ιστορία του ο συγγραφέας και δεν είναι άλλο από την αυτοκτονία ενός ανθρώπου που έλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στο θέατρο αυτό του παραλόγου. Μίας παράστασης που εκτελέστηκε με δεξιοτεχνία μόνο και μόνο για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις ενός ολόκληρου λαού πως όλα έβαιναν καλώς και ομαλώς. Μία ζωή σκηνοθετημένη με σκηνικό την απατεωνιά, την ασυδοσία και την κουτοπονηριά είναι ένας καταρράκτης που τελικά παρασέρνει όλους στο διάβα του χωρίς να ξεχωρίζει νικητές και ηττημένους, φτωχούς και πλούσιους. 

"Οι άνθρωποι εθελοτυφλούν μπροστά στο συμφέρον τους ή σε αυτό που θεωρούν συμφέρον" σημειώνει ο Στεφανάκης και αυτή η φράση είναι το απαύγασμα της προδοσίας που επιτελέστηκε τα χρόνια που προηγήθηκαν και που όλοι ζήσαμε. Τα θύματά της ήταν οι ίδιοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας, βουτηγμένοι σε ένα όνειρο που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε και κανείς δεν βρέθηκε να ταράξει τα νερά αυτής της ονειροπόλησης. Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ένας άνθρωπος του συστήματος και του κυκλώματος, ένα ανδρείκελο της επιτήδευσης που απλόχερα μοίραζε στο περιβάλλον του, σκόρπιζε συνεχώς και παντού την πεποίθηση πως είναι ένας ευγενής του καιρού του. Τελικά απέδειξε με τις πράξεις του και την συμπεριφορά του πως το μόνο που άφησε πίσω του να τον θυμίζει είναι στάχτες και αποκαΐδια μίας νιότης που οικοδομήθηκε σε γυάλινα πόδια, ο κόσμος του ψεύτικος και απατηλός, αναξιοπρεπής, ακριβώς έτσι όπως ήταν και ο ίδιος. Ο αφηγητής και "φίλος" του εξιχνιάζει με κάθε λεπτομέρεια την εποχή εκείνη που ο μετέπειτα "μεγιστάνας" και αυτόχειρας θα διαμόρφωνε την εικόνα του δήθεν πλούσιου και αριστοκράτη που πλούτισε εις βάρος άλλων, φωτογραφίζοντας ουσιαστικά μία ολόκληρη τάξη ανθρώπων όμοιων με εκείνον. Εκείνος, ο Αλεκίνος, όπως τον αποκαλούσαν, ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, τις επιλογές του και τις φιλοδοξίες του πατώντας μεταφορικά ή κυριολεκτικά επί ζώντων ή πτωμάτων για να πετύχει τους ανήθικους και αναξιοπρεπείς στόχους του. Στο παιχνίδι αυτό επιθυμούσε να παίζει μόνος γιατί το χρήμα δεν έχει ανάγκη από συντροφιά αλλά ενέχει πολλή μοναξιά. Έτσι το μόνο που "χάρισε" στους φίλους του και τον περίγυρό του ήταν ένα αίσθημα πικρίας και ένα μεγάλο ερωτηματικό για το αίνιγμα του θανάτου του που ποτέ δεν θα λυθεί.

"Ο χορός των ψευδαισθήσεων" είναι πάντως εκτός από μία επιτυχής ακτινογραφία συμβάντων και προσώπων μία παρέλαση σκέψεων και ανησυχιών του σημερινού ανθρώπου και μία ανάδειξη των προβλημάτων που κλονίζουν ανέκαθεν τις κοινωνίες, το θέμα των αξιών, του σεβασμού και της ανιδιοτέλειας. Αξίες που όλο και συρρικνώνονται ή διυλίζονται μέσα στην μέθη της οικονομικής ανάπτυξης. Ο Στεφανάκης με την αναφορά του στον χορό, μοιάζει να επαναφέρει μνήμες μίας άλλης εποχής, αυτής που προηγήθηκε του οικονομικού κραχ στην Αμερική. Έναν κόσμο ανεμελιάς που περιέγραψε στα βιβλία του ο Σκοτ Φιτζέραλντ. Και μία φράση του ταιριάζει εδώ: "Ζούμε πια στην παραίσθηση ενός κινηματογραφικού σκηνικού που προσφέρει αίγλη στην ασημαντότητά μας". Γιατί τελικά τι είμαστε από απλοί ηθοποιοί που απλά βρισκόμαστε στην σκηνή που λέγεται ζωή και μετά δίνουμε την σκυτάλη στους επόμενους; Αν η παράσταση που θα δώσουμε έχει κάποιο νόημα τότε ίσως το πέρασμά μας μείνει άξιο λόγου.

"Όμως τα χρόνια περνούν, κι αυτά που περιμένουμε δεν έρχονται, και καταλήγουμε προδομένοι, όχι από τους ανθρώπους, όχι. Από τις προσδοκίες μας περισσότερο που δεν επαληθεύονται"

Το βιβλίο του Δημήτρη ΣτεφανάκηΟ χορός των ψευδαισθήσεων, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.
http://www.culturenow.gr/38074/o-xoros-twn-pseydaisthhsewn-dhmhtrhs-stefanakhs-kritikh-vivlioy

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Συνέντευξη στον Κώστα Στοφόρο για την εφημερίδα "Δρόμος της αριστεράς", με αφορμή το Χορό των ψευδαισθήσεων

Από τους πιο ενδιαφέροντες συγγραφείς της γενιάς του, ο Δημήτρης Στεφανάκης, μοιάζει να ξεφεύγει από τον κανόνα που θέλει έναν συγγραφέα να γράφει με διαφορετικούς τρόπους συνεχώς το ίδιο βιβλίο. Κάθε φορά μας μεταφέρει σε άλλη εποχή, επινοώντας μύθους, οι οποίοι, ωστόσο, πάντοτε συνδέονται με την Ιστορία.
Στο Χορό των ψευδαισθήσεων (Eκδόσεις Ψυχογιός) ο συγγραφέας μάς αφηγείται έναν έρωτα στην εποχή της κρίσης. Ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης που πραγματοποιείται σε μια εποχή ποικίλων ψευδαισθήσεων -δημόσιων και ιδιωτικών.
Η αφήγηση ξεκινά την ημέρα της αυτοκτονίας ενός εκ των πρωταγωνιστών σε ένα χρηματιστηριακό σκάνδαλο. Μια κατασκευαστική εταιρία, η «Θάλος» οδήγησε εκατοντάδες ανθρώπους στην απόγνωση. Ο ιθύνων νους, ένας νέος φέρελπις πρωταγωνιστής της εποχής του «λεφτά υπάρχουν», δίνει τέλος στη ζωή του. Αφορμή για τον αφηγητή-ήρωα της ιστορίας και πρώην φίλο του αυτόχειρα να κάνει ένα απολογισμό-αναδρομή της δικής του ζωής. Να αναζητήσει τα ίχνη ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Να αναμετρηθεί με τις δικές του ευθύνες και τα φαντάσματά του.
Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ταξίδι αυτογνωσίας όπου με καμβά τον χορό, ο συγγραφέας δημιουργεί ένα μυθιστόρημα με πραγματικά πρόσωπα. Ανθρώπους που ίσως κι εμείς να έχουμε συναντήσει.
Ένα μυθιστόρημα που -παρά το ρεαλισμό του- δίνει στο τέλος μια νότα αισιοδοξίας: Μπορούμε να αλλάξουμε τη ζωή μας, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα…
Μετά τα ταξίδια σου στο παρελθόν «προσγειώνεσαι» στην Αθήνα της κρίσης. Τι σε οδήγησε σε αυτήν την επιλογή;
Νομίζω πως ήρθε η ώρα να αναμετρηθώ με την εποχή μου, αποδεικνύοντας πως είμαι συγγραφέας του σήμερα. Άφησα πίσω τους μεγαλειώδεις κόσμους του παρελθόντος, για να πλάσω το μύθο της δικής μου ζωής, της πόλης μου, των ανθρώπων που συναντώ καθημερινά. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι «προσγειώνομαι» απλώς στην Αθήνα. Η κρίση είναι κάτι περιστασιακό, θα περάσει και θα μείνει μόνο η πόλη.
Γιατί Χορός των ψευδαισθήσεων;
Θα συμφωνήσεις κι εσύ, ίσως, μαζί μου ότι τις δύο τελευταίες δεκαετίες χορέψαμε όλοι μας στο ρυθμό των ψευδαισθήσεων, εθνικών και προσωπικών. Πέρα όμως από τη μεταφορική χρήση του τίτλου, υπάρχει και η κυριολεκτική, καθώς στο βιβλίο κυριαρχεί το μοτίβο του χορού λάτιν από το τσα τσα τσα και τη ρούμπα μέχρι το αργεντίνικο τάνγκο.
Μας δίνεις μια άλλη άποψη για την περιοχή των Εξαρχείων. Τι σημαίνει για σένα αυτή η γειτονιά;
Είναι ο κόσμος της ενηλικίωσής μου. Εδώ πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια κι εδώ επιστρέφω καθημερινά σε στέκια που πριν από τριάντα χρόνια κάναμε ατέλειωτες συζητήσεις για τον Κάφκα, τον Καμύ και τον Όργουελ. Είναι μια συνοικία-κιβωτός για πολλούς από μας. Απολογούμαι μόνο λέγοντας ότι άργησα να το καταλάβω. Τα σημαντικά πράγματα, όμως, τα αντιλαμβάνεται κανείς συν τω χρόνω. 
Το μυθιστόρημά σου ξεκινά με μια αυτοκτονία. Στην πραγματικότητα όσοι συμμετείχαν στο «πάρτι του 2004» όχι μόνο δεν αυτοκτόνησαν, αλλά συνεχίζουν τη δράση τους. Εσύ γιατί έκανες αυτή την επιλογή;
Όσοι συμμετείχαν στο «πάρτι του 2004» νομίζω πως αυτοκτόνησαν πολιτικά. Όσο για εκείνους που πρωταγωνίστησαν στο χρηματιστηριακό σόου από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και μετά, με τους οποίους κυρίως καταπιάνομαι, θα μπορούσα να σου απαριθμήσω όχι μόνο μια και δύο αυτοκτονίες… 
Ακόμη και ο ήρωάς σου φέρνει ένα μικρό κομμάτι ενοχής, για όσα έγιναν στη χώρα. Ένας διανοούμενος που όχι μόνο σώπασε, αλλά δέχτηκε να γράφει και λόγους για ανθρώπους που ήξερε ότι έχουν -το λιγότερο- σκοτεινή δράση…
Οι άνθρωποι της διανόησης, πλην εξαιρέσεων, δεν φημίζονται για τη δράση τους. Οι Έλληνες διανοούμενοι επέδειξαν αδικαιολόγητη ολιγωρία τα τελευταία χρόνια – και δεν ήταν οι μόνοι. Από αυτό, άλλωστε, προήλθε και η εσωστρέφεια της ελληνικής λογοτεχνίας, κάτι που δεν την βοηθά καθόλου να κάνει διεθνή βήματα. 
Ο ήρωάς σου επιστρέφει στον πρώτο του έρωτα που κάποτε δεν τόλμησε να τον ζήσει. Μπορούμε, άραγε, να διορθώσουμε τα λάθη μας; Να ξαναγράψουμε την ιστορία της ζωής μας;
Γιατί όχι; Τείνω πια να πιστέψω πως η απελπισία καλλιεργείται στον άνθρωπο από την λανθασμένη πεποίθηση του αμετάκλητου. Στην πραγματικότητα η ζωή μας δίνει πάντα περισσότερες από μια ευκαιρίες προκειμένου να διορθώσουμε τα λάθη μας και να ξαναγράψουμε την ιστορία της ζωής μας, για να δανειστώ τις εκφράσεις σου.
Τι σημαίνει η φιλία για σένα; Πού φτάνουν τα όρια της;
Σίγουρα δεν είναι μια «κακή συνήθεια», όπως αναφέρω κάπου μέσα στο βιβλίο. Θα έλεγα, μάλιστα, πως η φιλία είναι η παρηγοριά. Όσο για τα όριά της, ο καθένας τα χαράζει μόνος του. Σημαντικό ρόλο παίζει και η εκάστοτε εποχή. Η δική μας, χωρίς ιδεολογίες και ιδανικά, δεν ευνοεί τις μεγάλες φιλίες.
Βλέπεις ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν τόσο σε κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο προσωπικής στάσης του καθενός από εμάς;
Ούτε λόγος! Τα πράγματα αλλάζουν συνεχώς. Μόνο ο θάνατος βάζει τέρμα στη αδιάκοπη ροή της ζωής. Από ό,τι ξέρω ο λαός μας είναι από σκληρό μέταλλο, τρέφεται από τον ήλιο και το φως της Μεσογείου, είναι απίστευτα επινοητικός και ανθεκτικός. Θα τα καταφέρουμε, λοιπόν, είμαι σίγουρος!
- See more at: http://www.e-dromos.gr/sunenteuksi-dimitris-stefanakis/#sthash.aqwfWHvY.dpuf

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Συνέντευξη στην Ελένη Κίτσου και το diavasame.gr για το Χορό των Ψευδαισθήσεων

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Στεφάνακη
Με αφορμή το καινούριο μυθιστόρημά του, «Ο χορός των ψευδαισθήσεων» (εκδόσεις Ψυχογιός) –ένα μυθιστόρημα για τη δοκιμασία της ζωής και του έρωτα με φόντο την πολύκροτη κρίση–, ο Δημήτρης Στεφανάκης μιλάει στο Diavasame.gr και την Ελένη Κίτσου.

http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=SPG2702#.VTlWgzIGTCU.facebook

Ο Δημήτρης Στεφανάκης ως παιδί πώς ήταν; Κατά πόσο εκείνα τα χρόνια επηρέασαν τον Δημήτρη του σήμερα ως συγγραφέα;
Ήμουν ένα παιδί που του άρεσε να παίζει στις αλάνες της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα. Έζησα στην ελληνική επαρχία της εποχής κι ονειρευόμουν συνεχώς τις μεγάλες πόλεις. Είχε μια παράξενη ομορφιά ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας, μικρές στιγμές γεμάτες σημασία, που σε έκαναν, θέλοντας και μη, μυθιστοριογράφο.

Τι σας ώθησε να γίνετε συγγραφέας; Συγγραφείς-πρότυπα για σας που σας δίδαξαν και ακολουθείτε τα βήματά τους πιστά; Ή και βιβλία που αγαπάτε ιδιαίτερα.
Είναι γνωστό το επεισόδιο με την ανάγνωση του Καπετάν Μιχάλη κάτω από τη ροτόντα του σαλονιού και δεν θα το αναφέρω ξανά. Θα επαναλάβω μόνο ότι η συγγραφή ή είναι προορισμός ή δεν είναι τίποτα. Είναι επίσης γνωστή η αγάπη μου για τον Καμύ, η εμμονή μου με τον «Ξένο» του, η ταύτισή μου με τον Κάφκα, ο θαυμασμός μου για τον Ντοστογιέφσκι, η αφοσίωσή μου στους αρχαίους Έλληνες, στον Πλάτωνα, τον Σοφοκλή, τον Όμηρο κι η αγάπη μου για τη φιλοσοφία. Νομίζω όμως ότι οι αναγνώσεις συνεχίζονται ακόμα και σήμερα με μεγαλύτερο πάθος. Αποκτώ νέες αναγνωστικές φιλίες, καινούργιους έρωτες, αλλά οι παλιές αγάπες παραμένουν αναλλοίωτες.

Από τον κοσμοπολιτισμό και τις μεγάλες μητροπόλεις των προηγούμενων βιβλίων σας («Μέρες Αλεξάνδρειας», «Φιλμ νουάρ», «Άρια») στην Αθήνα των τελευταίων χρόνων και της ονομαζόμενης «κρίσης». Γιατί αυτή η στροφή; Έγινε συνειδητά;
Οι μεγάλοι κόσμοι του παρελθόντος με σαγήνεψαν για χρόνια. Μου άρεσε να περπατώ στους δρόμους του παρελθόντος και της φαντασίας. Να περιγράφω πρόσωπα και καταστάσεις μιας άλλης εποχής. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε να συνεχίζεται εσαεί. Ήρθε η ώρα να επιστρέψω στην εποχή μου, να αναμετρηθώ μαζί της και να ξαναγίνω αυτό που είμαι: Ένας συγγραφέας του σήμερα.

Το παρόν βιβλίο θα αποτελέσει μέρος μιας νέας σειράς βιβλίων με ενιαίο συνδετικό κρίκο; Και αν ναι, ποιος θα είναι αυτός;
Έχω δηλώσει από καιρό την επιθυμία μου να οικοδομήσω, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, έναν μύθο για την Αθήνα μας. Άλλωστε πιστεύω πια πως στα μυθιστορήματα πρωταγωνιστούν οι τόποι και όχι τα πρόσωπα.

Οι ήρωες του «Χορού» είναι «αρχετυπικοί» χαρακτήρες, θα έλεγα, και κινούνται μέσα σε μια μικρογραφία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτούς. Όπως και για το background τους.
Οι ήρωές μου είναι οικεία πρόσωπα. Μπορεί να τους αναγνωρίσει κανείς δίπλα του κάθε στιγμή. Είναι όμως και χαρακτήρες μυθιστορήματος, όπερ σημαίνει ότι έχουν το θάρρος να εκτεθούν περισσότερο στα μάτια του αναγνώστη. Ο Μάνος, ο αφηγητής, είναι επηρεασμένος από τους κόσμους των μεγάλων μυθιστορημάτων που διαβάζει. Στοχάζεται κι ονειρεύεται, ζει τον χρόνο σε όλες τις διαστάσεις του. Στο χτες, στο σήμερα και στο αύριο. Πατά με το ένα πόδι στη φαντασία και με το άλλο στην πραγματικότητα. Η Έλια είναι το θηλυκό αρχέτυπο. Δεν αποτελεί μόνο την ερωτική εμμονή του αφηγητή, δεν δρα σύμφωνα με τις επιθυμίες του και αυτό είναι, νομίζω, που την κάνει επιθυμητή και ενδιαφέρουσα. Ο Αλεκίνος είναι ο Ζορμπάς της εποχής μας στην εκλεπτυσμένη του εκδοχή. Συμβολίζει τον «υπαρκτό σουρεαλισμό» της νεοελληνικής κοινωνίας. Μαζί του αυτοκτονεί η εθνική νοοτροπία των τελευταίων δεκαετιών. Όσο για τον Σέργιο, φέρνει μαζί του το σφρίγος του Έλληνα επαρχιώτη μιας άλλης εποχής αλλά και τον αχαλιναγώγητο κυνισμό του.

Στα βιβλία σας συνηθίζετε να ενσωματώνετε μέσα στην αφήγηση φιλοσοφικά σχόλια και σκέψεις του αφηγητή ή των ηρώων, κάτι που ωθεί τους αναγνώστες να σκεφτούν περαιτέρω. Στο νέο βιβλίο, θα έλεγε κανείς, ότι η αφήγηση περιορίζεται δίνοντας περισσότερο χώρο σε τέτοια «αποφθέγματα». Είχατε κάποιο συγκεκριμένο λόγο που κάνατε κάτι τέτοιο;
Ο Καμύ έλεγε συχνά: «Θες να φιλοσοφήσεις; Γράψε μυθιστόρημα». Μου αρέσει να στοχάζομαι την αφήγηση κι είναι κάτι που οι Έλληνες συγγραφείς αποφεύγουν δυστυχώς. Δεν συμφωνώ όμως ότι στο καινούργιο μυθιστόρημα η αφήγηση περιορίζεται για χάρη του στοχασμού. Θα έλεγα μονάχα πως υπάρχει μεγαλύτερη οικονομία στις περιγραφές. Αναφέρεται ό, τι ακριβώς πρέπει να αναφερθεί. Τίποτε περισσότερο.

Με τον «χορό των ψευδαισθήσεων» σε τι αναγνώστες απευθύνεστε, στους σύγχρονους μόνο ή και στους μελλοντικούς, και τι επιθυμείτε να τους πείτε;
Αλίμονο αν ένας συγγραφέας γράφει σκεπτόμενος μόνο τους αναγνώστες της εποχής του. Είναι εκ των προτέρων καταδικασμένος να λησμονηθεί από τους μεταγενέστερους. Η λογοτεχνία δεν είναι ένα φλερτ με το εφήμερο.
Νέο βιβλίο, νέα θεματολογία, νέος διαφορετικός τρόπος γραφής. Ο Δημήτρης Στεφανάκης εξελίσσεται μαζί με τη γραφή του (ως συγγραφέας και ως άνθρωπος);
Ποτέ δεν φαντάστηκα τον εαυτό μου να γράφει μια σειρά από πανομοιότυπα μυθιστορήματα. Δεν αντέχω την αφόρητη πλήξη της επανάληψης. Για τον λόγο αυτό διαβάζω συνεχώς, στοχάζομαι, δοκιμάζω, πειραματίζομαι. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αφηγηθείς μια ιδέα. Ξέρω πως δεν θα προλάβω στη διάρκεια μιας ζωής να τους αξιοποιήσω. Θα προσπαθήσω όμως να πω τις ιστορίες μου με όσους περισσότερους τρόπους μπορέσω κι έτσι θα ξέρω πως εξελίσσομαι διαρκώς.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Η Ελένη Κίτσου γράφει στο diavasame.gr για το Χορό των Ψευδαισθήσεων

Χορεύετε;

Με κύριο συστατικό τον χορό και φόντο την οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων στον ελλαδικό χώρο, ο Δημήτρης Στεφανάκης στήνει το νέο του μυθιστόρημα «Ο χορός των ψευδαισθήσεων» στη σύγχρονη Αθήνα.

Οι πρωταγωνιστές του στα φοιτητικά τους χρόνια χορεύουν. Πραγματικούς χορούς, όπως τσα-τσα-τσα, ρούμπα και πάσο ντόμπλε. Χορεύουν όμως και στους ρυθμούς που επιβάλλει η εποχή. Από την περίοδο των «παχιών αγελάδων» και της οικονομικής ευμάρειας έως την απομυθοποίηση, το σκάσιμο της φούσκας και την τελική πτώση. Είναι η εποχή της καλοπέρασης, των δημόσιων έργων, του Χρηματιστηρίου, των κομπίνων μεγάλων εταιριών, της επίδειξης του νεοαποκτηθέντος πλούτου μέσω πλουσιοπάροχων δεξιώσεων, ακριβών σπιτιών και αυτοκινήτων και υπέρογκων ποσών που ξοδεύονται σε καθημερινή βάση. Από τη μία. Και τα ανέμελα φοιτητικά χρόνια, η αθώα νιότη, η γεμάτη όνειρα και απεριόριστο χρόνο, και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες από την άλλη.
Μάνος, Έλια, Αλεκίνος, Σέργιος. Και πλήθος κομπάρσων. Μια παρέα νεαρών φοιτητών που περνάει τη νιότη της χορεύοντας ξέγνοιαστα. Που κάνει όνειρα και στηρίζει το μέλλον της σε ψευδαισθήσεις. Ο Μάνος αναλαμβάνει να αφηγηθεί την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο. Ξεκινώντας από την αυτοκτονία του Αλεκίνου και την κηδεία του, θυμάται τα περασμένα και εξιστορεί μεμονωμένα περιστατικά σε ξεχωριστά κεφάλαια από την πρώτη γνωριμία της παρέας έως σήμερα που, αν μπουν στη σειρά, συνθέτουν το εν λόγω μυθιστόρημα και μέσα από πράξεις, αντιδράσεις και συναισθήματα αποκαλύπτονται οι χαρακτήρες των ηρώων. Οι ήρωες κινούνται μεταξύ Εξαρχείων και παραλιακής της Γλυφάδας, αλλά φτάνουν και μέχρι το Λονδίνο.
Κάποιες φορές φαίνεται ότι η αφηγηματική φωνή του Μάνου πρωταγωνιστεί. Στην πραγματικότητα, όμως, η Έλια είναι η πανταχού παρούσα, μαγνητίζοντας τους ήρωες και τους αναγνώστες.
Το δεύτερο μέρος επικεντρώνεται στα όσα συμβαίνουν μετά την αυτοχειρία. Η Έλια επιστρέφει μόνιμα στην Ελλάδα, μυστικά έρχονται στο φως, συμφέροντα υποθάλπονται, φιλίες δοκιμάζονται εκ νέου και ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Μάνου για την Έλια παίρνει επιτέλους σάρκα και οστά. Οι δυο τους θα αναμετρηθούν μέχρι τελικής πτώσεως σε ένα αργεντίνικο τάνγκο και θα φτάσουν έως την ερωτική πράξη. Μόνο που το αποτέλεσμα δε θα είναι το αναμενόμενο.
Με γοργό ρυθμό, καθαρό λόγο και σφιχτοδεμένες αναδρομές, σκέψεις και αφήγηση μπλέκονται αρμονικά μεταξύ τους και αλληλοσυμπληρώνονται στήνοντας χορό. Ο Δημήτρης Στεφανάκης λέει αυτό ακριβώς που επιθυμεί χωρίς να φλυαρεί και χωρίς τίποτα περιττό στον λόγο του. Διαλέγει προσεκτικά τις λέξεις –απλές κατά κύριο λόγο– με τις οποίες χτίζει το μυθιστόρημά του. Κάθε λέξη κουβαλά το δικό της φορτίο εικονοποιώντας με έναν ξεχωριστό τρόπο. Και χάρη σ’ αυτές, εικόνες πρωτόγνωρες και απολαυστικές πλάθονται στο μυαλό των αναγνωστών. Με κύριο μέσο και τις πέντε αισθήσεις καθώς και τη γλώσσα του σώματος και δίνοντας μικρές λεπτομέρειες, εμπλουτίζει την ιστορία με έξτρα στοιχεία που κάνουν τη διαφορά.
Στην ουσία «Ο χορός των ψευδαισθήσεων» αποτελεί μια μικρογραφία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και περιλαμβάνει «αρχετυπικούς» χαρακτήρες. Δύο λαμόγια –ο χαρισματικός απατεώνας, που στο τέλος αυτοκτονεί, Αλεκίνος και ο επαρχιώτης δικηγόρος Σέργιος, που κατορθώνει να πλουτίσει με σκοτεινά μέσα και να βγει αλώβητος–, έναν ηθικό και ρομαντικό τύπο, τον Μάνο, που φυτοζωεί με τίμια εργασία και πιστεύει ακόμα σε ανεκπλήρωτους έρωτες και μια μορφονιά, την Έλια, που όνειρο έχει να χορέψει στις διεθνείς πίστες και φεύγει στο εξωτερικό για να το πραγματοποιήσει.
«Ο χορός των ψευδαισθήσεων» είναι ένα μυθιστόρημα πολλαπλών επιπέδων και αναγνώσεων, ενώ προϊδεάζει και εισάγει τους αναγνώστες στο θέμα του από το εξώφυλλο ακόμα. Γκρίζο το χρώμα του, όπως και η διάθεση των ανθρώπων σήμερα. Ταυτόχρονα, όμως, η μυρωδιά των σελίδων του ξεσηκώνει τις αισθήσεις με ένα λεπτό αίσθημα αισιοδοξίας.

http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1385_2103#.VT08ErKgQi4.facebook

Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Η Λίνα Πανταλέων γράφει στο literature.gr για το "Χορό των Ψευδαισθήσεων"

"Τα χιλιάδες βήματα μπρος, πίσω, δεξιά, αριστερά; Αν τα ενώναμε όλα αυτά θα ήταν σαν να πηγαίναμε ένα μακρινό ταξίδι με τα πόδια»
 Μια μικρή φοιτητική συντροφιά λικνίζει την πρώτη της νιότη σε ρυθμούς λάτιν, συνεπαρμένη από τις επιθυμίες που ανασάλευαν μαζί με τα χορογραφημένα βήματά της. Πρωθιέρεια των χορευτικών συναθροίσεων η αγέλαστη Έλια, στο πρόσωπο της οποίας σοβούσε ένας θρήνος. Αυτή είναι η ηγερία του αφηγητή, ο οποίος ανατρέχει στην εποχή της αφέλειας, που υπέθαλπε τις ψευδαισθήσεις τους, για να συναντηθεί με τις μορφές των αλλοτινών φίλων, αχάρακτες ακόμη από κεντροφόρα πάθη. Μέσα από δύσκολες, για τη μνήμη όσο και για την καρδιά, αναδρομές αναβιώνει τη δεκαετία του ’90, όπου όλοι τους αστραφτοκοπούσαν από την υποσχόμενη δυναμική τους και τη στίλβουσα αυταρέσκειά τους. Τους ξανασυναντά στο πατρικό του Αλεκίνου, του φιλόδοξου, φιλοχρήματου και φιλήδονου αρχηγού της παρέας, για να χορέψει ξανά μαζί τους στο καθιστικό, όπου αντηχούσαν οι παλιοί δίσκοι της μητέρας του. Αυτή τη φορά, όμως, ακούει καθαρά τον δυσοίωνο χτύπο του ρολογιού στον τοίχο, που, όπως του είχε πει η Έλια ήδη από τότε, «σήμαινε μακάβρια κάθε χαμένη στιγμή από τη ζωή των ενοίκων». Τώρα ο αφηγητής μπορεί να δει και εκείνος «τον θάνατο να κόβει βόλτες μες στο αχανές αυτό διαμέρισμα», καθώς γράφει στη ζοφερή σκιά της πτώσης του Αλεκίνου από τον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Η αυτοχειρία του υποχρεώνει τον ίδιο, αλλά και την Έλια και τον Σέργιο, να αντικριστούν με το νεανικό, εκτυφλωτικό παρελθόν τους για να αναζητήσουν εκεί τις σπίθες, που απειλούσαν τις σημερινές, κατακεκαυμένες προσδοκίες τους. Έχοντας νωπό στο μυαλό του το μνήμα του Αλεκίνου, ο αφηγητής επιχειρεί να συγκεράσει την «ασυνάρτητη νιότη» τους «με τον στομφώδη επιτάφιό του». 
Ο Δημήτρης Στεφανάκης εξεικονίζει ένα μωσαϊκό απογοητεύσεων, ματαιώσεων και αλγεινών διαπιστώσεων, που απλώνεται μέσα στον χρόνο, παγιδεύοντας στις συνάψεις του τις ατομικές πορείες των κεντρικών προσώπων. Στην αφήγηση διαχέεται το αίσθημα του ανεκπλήρωτου, η στυφή επίγευση της διάψευσης. Έχει σημασία πως οι ιδιωτικές δυστυχίες των ηρώων δείχνουν σαν απόρροια ενός συλλογικού εγκλήματος, αυτουργός του οποίου ήταν ο Αλεκίνος. Η πληθωρική του φιγούρα, επιδέξια σκιαγραφημένη και εξαρχής στιγματισμένη από το ευρηματικό υποκοριστικό, που ηχητικά παραπέμπει σε αρλεκίνο, γίνεται κάποια στιγμή σημείο αναφοράς για όλους τους παλιούς φίλους. Ο αφηγητής αναρωτιέται μήπως η κίβδηλη σπουδαιότητά του είχε όντως κάποια αξία, καθώς ο Αλεκίνος υπήρξε ο παραμυθάς, που όλοι, λίγο πολύ, είχαν ανάγκη προκειμένου να πιστέψουν στις δικές του ο καθένας ονειροφαντασίες. Ο Αλεκίνος με τους θεατρινισμούς της ατιθάσευτης εγωπάθειάς του τους είχε εθίσει στο ψέμα και την προσποίηση, δωρίζοντάς τους παραισθησιογόνα ψήγματα της παντοδυναμίας του. Όπως σημειώνει ο αφηγητής, «κανείς δεν αρκέστηκε ποτέ στη δική του ύπαρξη. Τη μισή ζωή του ο άνθρωπος τη ζει στη φαντασία του, και υπ’ αυτή την έννοια όλοι μας έχουμε ανάγκη από έναν Αλεκίνο». 
Η πτώση του Αλεκίνου ήταν ο βίαιος επίλογος ενός μεγαλόπνοου σχεδίου, βασισμένου στις μετοχές μιας κατασκευαστικής εταιρείας, που είχε αποφέρει τεράστια κέρδη στον ίδιο και τον Σέργιο, τον δικηγόρο του, και είχε υφαρπάξει άλλα τόσα από ευκολόπιστους επενδυτές. Το γλέντι δεκαετιών σίγησε μες στον κατακόρυφο ίλιγγο της βουτιάς του, που στάθηκε και η συντέλεια της συντροφιάς. Ο θάνατός του αναμόχλευσε λανθάνουσες έχθρες και αντιπάθειες, αλλά και ανύποπτα μυστικά, που διασάλευσαν τις ισορροπίες μεταξύ των εναπομεινάντων φίλων. Η πιο ευθεία σύγκρουση επήλθε ανάμεσα στον Σέργιο και τον αφηγητή. Ο τελευταίος αντιμετωπίζει με περιφρόνηση την κτηνώδη του ικανότητα να επιβιώνει, διακρίνοντας σε αυτό το ανενδοίαστο ταλέντο τα πιο χυδαία ένστικτα. «Αυτό το αγύριστο κεφάλι του βλάχου, με όλη τη χοντροκοπιά που το χαρακτήριζε, κατέφευγε, όταν χρειαζόταν, σε πολύ λεπτούς υπολογισμούς, προκειμένου να προστατευτεί από τις κακοτοπιές». Από το άλλο μέρος, ο αφηγητής αναγνωρίζει πως η αποστροφή που του προκαλούσε «αυτός ο χοντροκομμένος επαρχιώτης», του επέτρεπε να διατηρεί ένα αίσθημα ανωτερότητας, που του ήταν απαραίτητο για να αντισταθμίζει την υπόνοια της μετριότητάς του. Εξίσου ιδιοτελώς εκλαμβάνει την αυτοκτονία του Αλεκίνου, μια απαραγνώριστη παραδοχή ήττας, που τον αγαλλίαζε με την παρηγοριά ενός ατομικού, αξιολύπητου θριάμβου. «Όσο ανήθικο κι αν ακούγεται, η πτώση του σήμαινε έναν αναπάντεχο θρίαμβο για μένα, μια νίκη που ικανοποιούσε όσο τίποτε άλλο τη μνησικακία μου, δικαιολογημένη ή όχι». Φυλακισμένος εθελουσίως «στην κλούβα των Εξαρχείων», απλώνοντας τα χαρτιά και τα βιβλία της δουλειάς του σε εναλλασσόμενα εξαρχειώτικα στέκια, ο αφηγητής μαζί με τους υπό έκδοση τίτλους, που διορθώνει και επιμελείται, αναλαμβάνει την επιμέλεια της αφήγησης της νεότητάς του, προσπαθώντας να αποσπάσει από τη δικαιωματική αθωότητα της ηλικίας το μερίδιό της στην ενοχή. Όταν, για παράδειγμα, το βλέμμα του δραπετεύει από τις σελίδες της κάθε ημέρας, δεν μπορεί να μην σταθεί σε κάτι άλλες σελίδες, που πριν από χρόνια είχε επιμεληθεί για λογαριασμό του Αλεκίνου και των κάθε λογής προστατευόμενών του πολιτικών. Οι λόγοι, που εκείνοι είχαν εκφωνήσει, λόγοι οικτρά αθετημένοι από τις κατοπινές πράξεις τους, έφεραν και τη δική του άγραφη υπογραφή. Οι δολερές αυτές λέξεις δεν μπορούσαν να παραγραφούν από το κείμενο, που αναλογούσε στη ζωή του. Και η περιφρόνησή του για τον Σέργιο υπέκρυπτε την απέχθειά του για το δικό του χέρι, που, έστω φευγαλέα, είχε κρατηθεί από «το γαϊτανάκι του αγροίκου πλουτισμού». 
Ψηλαφώντας τις αβαρίες από τη «μικρή κοσμογονία» της ενηλικίωσης, ο αφηγητής αποτιμά παράλληλα τα ετερόμορφα κληροδοτήματα του Αλεκίνου στον καθένα από την παρέα. Γύρω από εκείνον, έναν ενισχυτή των φαντασιώσεων και των ψευδαισθήσεών τους, έμοιαζαν όλοι τους με νεανικό, ερασιτεχνικό θίασο, που διαρκώς προβάριζε την ημιτελή του παράσταση. Αν η μορφή του Αλεκίνου παλινδρομεί στη θύμηση του αφηγητή μεταξύ ιδιωτικού και συλλογικού, η Έλια προβάλλει ενθυλακωμένη στη μικροσκοπική, σχεδόν αθέατη, σφαίρα τού πολύ προσωπικού, του μύχιου. Η αυτοκτονία του Αλεκίνου συμπίπτει αφηγηματικά με την επιστροφή της Έλιας μετά από μακρόχρονη απουσία στο εξωτερικό. Στο θρηνητικό της πρόσωπο αποτυπωνόταν η φθορά της παλιάς αφοσίωσής της στον χορό, αλλά συνάμα διέλαμπε μια άλλη επιθυμία, ακόμα πιο σωματική. Η ερωτική εκκρεμότητα μεταξύ εκείνης και του αφηγητή μεγεθύνεται στη σκέψη του τελευταίου σε ερωτική συνωμοσία από μέρους της. Φοβισμένος όπως ήταν από το ενδεχόμενο εκπλήρωσης του πόθου του, έβλεπε με καχυποψία τα πλησιάσματα και τις υπαναχωρήσεις της Έλιας. Ως παρτενέρ της δίσταζε να αποκρυπτογραφήσει το κάλεσμα, που υπέβοσκε στις αισθησιακές της χορογραφίες. Ως εραστής της δεν ήξερε να μετατρέπει τη διεκδίκηση σε δέσμευση. Τα αγκαλιάσματά τους έσπαγαν προτού τους κλείσουν «σ’ ένα αναπόδραστο σύμπλεγμα». Η Έλια εκβίαζε από το σώμα της, τόσο στον χορό όσο και στον έρωτα, «μια περιττή τελειότητα», που «προκαλούσε τη λογική και το πάθος» του εραστή της. «Ήθελα να πιστεύω πως έβρισκε κάποια παρηγοριά στα βήματα του αργεντίνικου τάνγκο που δοκιμάζαμε μαζί σαν σε πρόβα έρωτα. Ωστόσο, δεν της αρκούσε». 
Ο Δημήτρης Στεφανάκης περιγράφοντας αισθαντικά τις έλξεις και τις απωθήσεις δύο σωμάτων, που χορεύουν προκαλώντας το ένα το άλλο, αποδίδει τη συναισθηματική ένταση του ανευόδωτου πόθου, τις διαρκείς αναφλέξεις της απαντοχής και τις τεφρές απογοητεύσεις. Όπως ένα ζευγάρι, που αντιμετριέται στο αργεντίνικο τάνγκο με υπαινικτικές προκλήσεις των άνω και κάτω άκρων, καταλήγει εγκλωβισμένο «σ’ ένα αναπόδραστο σύμπλεγμα», η Έλια και ο αφηγητής πολιορκούν ο ένας τον άλλο στον μαυλιστικό ρυθμό ενός ερωτικού δράματος, που ποτέ δεν φτάνει στην κορύφωσή του. Οι αιφνίδιες αποστάσεις μεταξύ τους ακυρώνουν τις υποσχέσεις των αγγιγμάτων, μέχρι την επόμενη, τυχαία ή προμελετημένη, επαφή, που θα κάνει τις ελπίδες της σάρκας να ανασκιρτήσουν. Ωστόσο, ο Στεφανάκης παρατηρεί με την ίδια προσοχή τα βήματα των ηρώων του, που παρεκκλίνουν από τις χορογραφίες και τις ενορχηστρωμένες συναντήσεις. Παραμονεύει τους διασκελισμούς τους, τα στραβοπατήματά τους, τα τρεκλίσματα, τα γλιστρήματα, τις καρκινοβασίες, τις παλινωδίες, τα άλματα και τις διολισθήσεις, τις εισορμήσεις και τις αποσκιρτήσεις, το σημειωτόν και το τροχάδην, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως κανείς τους δεν κατάφερε εντέλει να σταθεί στη σκηνή, όπου φαντασιωνόταν πως θα αποθεωνόταν για τον ρόλο της ζωής του. Στην εκπνοή της νεότητάς τους, αδειασμένοι από ματαιοδοξίες και αυταπάτες, καλούνται να συνεχίσουν προχωρώντας σε δρόμους ολοένα πιο δυσδιάβατους, δίχως να τους λαγγεύουν πια οι αλλοτινές μελωδίες, που μετουσίωναν τις φιγούρες των ανίδεων σωμάτων τους σε άφταστα όνειρα.
http://www.literature.gr/xestratismena-vimata-prodomena-angigmata-tis-linas-pantaleon/
Read more at: http://www.literature.gr/

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Οι αναγνώστες γράφουν, Νατάσα Κακαρούνα: "Ο Χορός των Ψευδαισθήσεων"


«Ο χορός των ψευδαισθήσεων»

Λένε πως όταν ένα έργο τέχνης φύγει από τα χέρια του καλλιτέχνη παύει πλέον να του ανήκει. Και «Ο χορός των ψευδαισθήσεων» είναι το δικό μου βιβλίο και του κάθε αναγνώστη που το κρατά στα χέρια του. Κι αν ο καθένας από εμάς έγραφε την γνώμη του , σίγουρα θα υπήρχε πολυγνωμία και αυτό γιατί η πολυπρισματικότητα του μυθιστορήματος επιτρέπει την διαφορετική ματιά. Τα θέματα που ανασκάπτονται και ανασύρονται πολλά. Είναι η πολύκροτη κρίση, οι ηθικές αξίες της ζωής που δοκιμάζονται, ο χορός, η πόλη της Αθήνας, και η φιλοσοφική σκέψη του συγγραφέα, που επιτρέπουν την διαφορετική ανάγνωση. Είναι αυτό που φαίνεται και αυτό που δεν φαίνεται.

«Ο χορός των ψευδαισθήσεων», αφυπνίζει συνειδήσεις, ταράζει τα λιμνάζοντα ύδατα των αξιών της εποχής μας, καθώς ο πανέξυπνος και δολοπλόκος Αλεκίνος, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος κινεί τη ροή της πλοκής. Στη σκιά του Αλεκίνου και της δυναμικής που ασκεί στους ήρωες που τον πλαισιώνουν κινούνται οι υπόλοιποι χαρακτήρες, άλλοτε ακολουθώντας το σπινθηροβόλο πνεύμα του και άλλοτε προσπαθώντας να γλιστρήσουν από την επιρροή του, όταν συνειδητοποιούν τις καταστροφικές συνέπειες στις ζωές τους , που τις αποδυναμώνει και τις βαλτώνει . Με πρώτο τον Μάνο, τον αφηγητή, που ζει στην σκιά ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Είναι ο ευφυής της παρέας, του οποίου όμως η εξυπνάδα είναι διαφορετική από εκείνη του Αλεκίνου. Είναι αυτός που εμβαθύνει, ο στοχαστής, που ψυχογραφεί τους φίλους του, αναλύει τις πράξεις τους, τα συναισθήματά τους, τις σκέψεις και τις επιλογές τους. Στέκεται στο περιθώριο και παρατηρεί, κι όσο παρατηρεί τόσο περισσότερο φοβάται, δημιουργεί έτσι έναν κλοιό προστασίας γύρω από τον εαυτό του και τα συναισθήματά του. 

Υπάρχει όμως ο χορός και η Έλια. Μία εκρηκτική γυναίκα που με τη γλώσσα του σώματός της, μυεί όλη την παρέα στη μαγεία του χορού και της έκφρασης των συναισθημάτων. Τα σώματα λικνίζονται, αγκαλιάζονται, στις αυτοσχέδιες πίστες και ο χείμαρρος των συναισθημάτων, του πάθους και της λαγνείας βρίσκουν διεξόδους. Ο έρωτας βιώνεται πάνω σ΄ αυτές τις πίστες και τ΄ αγκαλιάσματα αποδυναμώνουν την αίσθηση του ανικανοποίητου. Η μουσική και ο χορός εντός των σωμάτων πλημμυρίζει το πνεύμα και χορταίνει το σώμα . Και όλα αυτά διαδραματίζονται στην Αθήνα , στο ιστορικό κέντρο της πόλης, στους δρόμους της, που είναι βουτηγμένοι στην ιστορία, κι ο Μάνος πάλι, είναι αυτός που ακούει τους παλμούς της, αφουγκράζεται τους ήχους του παρελθόντος, περπατά στους δρόμους, κι ανασυνθέτει το αμάλγαμά της. «Μπροστά μας το Θησείο και τριγύρω σαβανωμένος ένας κόσμος δυόμισι χιλιάδες χρόνων. Αδύνατο να πιστέψεις πως φιλόσοφοι , ρήτορες και πολιτικοί περνούσαν τις ώρες τους εδώ στη σκιά της Ακρόπολης, που μας θωρούσε αφ΄ υψηλού με τους αινιγματικούς κίονες των ναών της». Μια παρέα λοιπόν φοιτητών, που ξεκινά την κοινή της πορεία, στην δεκαετία του ΄90 «ο καθένας μας τότε είχε το δικαίωμα να ονειρεύεται τη ζωή του όπως ακριβώς την ήθελε. Εν ονόματι του μέλλοντος ήμασταν όλοι ίσοι», φτάνει στο παρών με την αυτοκτονία του Αλεκίνου εν μέσω κρίσης, και τις ψευδαισθήσεις μιας ολόκληρης ζωής να παραλύουν τις ζωές τους. Ο Δημήτρης Στεφανάκης, στο βιβλίο του «ο χορός των ψευδαισθήσεων» δημιουργεί στους αποδέκτες του, την αισθητική εμπειρία της ανάγνωσης, με την λιτή , αλλά λογοτεχνική γλώσσα και τους συμπαρασύρει σε αέναους προβληματισμούς και στοχασμούς, με τις φιλοσοφικές σκέψεις του αφηγητή του . Είναι ένα μυθιστόρημα που σε καθηλώνει από την πρώτη κιόλας φράση και σε οδηγεί ως την τελευταία με την αίσθηση να το ξαναρχίσεις.
Νατάσσα Κακαρούνα