Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Ας μιλήσει το φως

Είμαι ο Έλληνας, ω υπερβόρειοι γίγαντες,
μισός αρμύρα, μισός φως
Οι γυναίκες μου, θεές της ομορφιάς και της σοφίας
κι οι γιοι μου, ο Λεωνίδας κι ο Σωκράτης.
Εσείς προσκυνάτε ακόμα το δικό μου Παρθενώνα,
ενώ κλέβετε τις λέξεις μου
από τα πλούσια αμπάρια του Ομήρου.
Οι Θερμοπύλες μου γέννησαν τη Δύση σας
κι ο σατράπης ο Ξέρξης που ονειρεύεται ξανά
σε λίγες μέρες να γευτεί της Αττικής τα σύκα,
μπροστά του θα με βρει.
Μη με κοιτάτε που σκύβω τώρα,
γρήγορα κεφάλι θα σηκώσω
στο τραγικό τοπίο της Μεσογείου
που σε σας δίδαξε το μέτρο
και σ’ εμένα τη ρώμη του φωτός.

Ας μιλήσει το φως στα Γαλλικά:

Je suis le Grec, ô géants septentrionaux,
mi-sel, mi-lumière,
Mes femmes, déesses de beauté et de sagesse
mes fils, Léonidas et Socrate.
Vous adorez toujours mon Parthénon,
alors que vous volez mes mots
des riches soutes d’Homère.
Mes Thermopyles ont enfanté votre Occident
et Xerxès le satrape qui rêve, une fois de plus,
au goût de figues d’Attique dans quelques jours,
me trouvera devant lui.
Vous me voyez courbé maintenant mais,
très vite ma tête se relèvera
dans le paysage tragique de la Méditerranée
qui vous a appris la mesure
et à moi, la force de la lumière.
(traduction Marianthie Paschou)

Στα Αγγλικά

I am the Hellene, oh hyperborean giants,
Half saltiness, half light 
My women, goddesses of beauty and wisdom 
and my sons, Leonidas and Socrates.
You still worship my Parthenon, 
while stealing my words from the rich holds of Homer.
My Thermopylae gave birth to your West 
and Xerxis, the satrap, 
who is longing again to taste the Attica figs in a few days, 
will find me in his way. 
Do not look at me now that I am stooping,
I’ll soon raise my head in the tragic landscape of the Mediterranean
that has showed to you moderation 
and to me the strength of light.
Μετάφραση: Τέσυ Μπάιλα

Ιταλικά
Io sono il Hellene, oh giganti iperboree,
 Mezza salinità, mezzo luce
Le mie donne, dee della bellezza e la saggezza
e i miei figli, Leonidas e Socrate.
È ancora adorate il mio Partenone,
mentre rubare le mie parole dal ricco detiene di Omero.
Il mio Termopili ha dato alla luce il tuo Occidente
e Xerxis, il satrapo,
che è di nuovo nostalgia per degustare i fichi Attica in pochi giorni,
mi troverà sulla sua strada.
Non guardare adesso che sto curvo,
Sarò presto alzo la testa nel tragico paesaggio del Mediterraneo
che ha dimostrato di voi moderazione
e me la forza della luce.
Μετάφραση: Τέσυ Μπάιλα

Σουηδικά
Jag är grek, oh hyperboreisk jätte,
 till hälften sälta, till hälften ljus 
Min kvinna, gudinna av skönhet och visdom
 och mina söner, Leonidas och Socrates. 
Ni avgudar fortfarande mitt Parthenon,
 medan ni själ mina ord från det rika innehållet av Homer. 
Min Thermopylae födde erat väst 
och Xerxis, satrapen, 
som längtar efter smaken av grekiska fikon om ett par dagar,
 du finner mig på hans väg. 
Titta inte på mig nu när jag har stannat, 
jag lyfter snart mitt huvud över det tragiska landskapet av medelhavet 
som har visat er måttlighet 
och till mig ljusets styrka.
Μετάφραση:  Andreas Ek

Ισπανικά
Yo soy el Griego, oh gigantes septentrionales,
 mitad sal, mitad luz
 Mis mujeres, diosas de belleza y sabiduría. 
Mis hijos Leónidas y Sócrates. 
Ustedes adoran siempre mi Partenón 
mientras que roban mis palabras de las ricas cuencas de Homero. 
Mis Termopilas han dado a luz vuestro Occidente
 y Xerxés, el sátrapa, 
que sueña una vez más con gusto de los higos del Ática
 en unos días me encontrará delante de él Ustedes 
me ven arrodillado ahora, pero, 
muy pronto mi cabeza se volverá a alzar en el paisaje trágico del Mediterráneo 
que les ha enseñado a ustedes, 
la medida y a mí, la fuerza de la luz.
Μετάφραση: Marcela Hammerly

Ιαπωνικά
余はギリシャ人である。
嗚呼、常春の国の巨人達、塩気と光を帯び、
我が女達、美と知の女神達、
其れに我が息子達、レオニダスとソクラテス達、
御前等は未だに余のパルテノン神殿を崇める、
ホーマーの豊かな蔵から余の言葉を盗みながら。
余のテレモピレーはお前たちの西国と太守クセルクセスを生み、
彼は数日内に又アッテカのイチジクを賞味せんと欲し、
余を邪魔と思うであろう。
今背の曲がった余を見ることなかれ、
余は地中海の悲劇的景色の中に間もなく頭を上げるであろう。
その光景はお前たちには節制と中庸を、余には光の力を披歴して来た。
Μετάφραση: Toshio Ohmori

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου για το diastixo.gr

Η συνάντηση και συζήτηση με τον Δημήτρη Στεφανάκη, συγγραφέα με διακρίσεις όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό (Διεθνές Βραβείο Καβάφη Πεζογραφίας 2011, Prix Μéditerranée Étranger 2011), είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Διότι δεν περιοριστήκαμε στο βιβλίο αυτό καθεαυτό, στην κρίση, στις απώλειες, αλλά μιλήσαμε και για τους έρωτες τους ανεκπλήρωτους, πλην όμως μαγικούς... Η υπόθεση του Χορού των ψευδαισθήσεων εν ολίγοις: αναμνήσεις μιας παρέας φοιτητών – του προσγειωμένου Μάνου του αφηγητή, του ριψοκίνδυνου Αλεκίνου, του φιλόδοξου Στέργιου και μιας κοπέλας, της αινιγματικής Έλιας, τη δεκαετία του ’90 στο κέντρο της μικρής μας πόλης, όταν τα πάντα τόσο στα μάτια των πρωταγωνιστών της ιστορίας όσο και στα δικά μας, αλλά και μιας χώρας ολάκερης, φάνταζαν δυνατά, λαμπερά, διαφορετικά. Τα παιδιά βρίσκονται, χορεύουν αργεντίνικο τάνγκο, ερωτεύονται, παρασύρονται, ακολουθούν δικές τους πορείες, μεγαλώνουν, μέχρι που ένας εξ αυτών, ο Αλέξανδρος Σάντος, ο Αλεκίνος, έπειτα από μια ιλιγγιώδη οικονομική ανέλιξη και αντίστοιχη πτώση, βάζει τέλος στη ζωή του.
Αφήσατε πίσω σας τα ατμοσφαιρικά, ιστορικά μυθιστορήματα, τις Μέρες Αλεξάνδρειας, τηνΆρια, το Φιλμ Νουάρ, για να καταπιαστείτε με μια ιστορία σύγχρονη. Πώς κάνατε αυτή τη στροφή; Μήπως γιατί είχε έλθει η στιγμή να πείτε μια πιο προσωπική σας ιστορία;
Η αλήθεια είναι ότι περιπλανήθηκα αρκετά σε άλλες εποχές και τώρα, πλούσιος και ώριμος από αυτό το ταξίδι, νιώθω πως είμαι έτοιμος να συνομιλήσω με το σήμερα, φτιάχνοντας ιστορίες από ανθρώπους που μου είναι σίγουρα πιο οικείοι. Ήρθε μάλλον η ώρα να αφηγηθώ τη δική μου εκδοχή για τον κόσμο μας.
Ποιος από τους τρεις ήρωές σας έχει περισσότερα δικά σας στοιχεία; Ο αφηγητής Μάνος Πιερίδης, ίσως;
Ένας συγγραφέας καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να μην ταυτίζεται με τους ήρωές του. Αν με ρωτήσετε όμως ποιος θα ήθελα να είμαι, σίγουρα θα επέλεγα τον αφηγητή αυτού του βιβλίου. Πιστέψτε με, πάντως, πως τους χαρακτήρες των βιβλίων μου τους βρίσκω πιο γοητευτικούς και πιο ενδιαφέροντες από μένα.
Πιστεύω ακράδαντα πως όλοι μας είμαστε περισσότερο ρομαντικοί απ’ όσο δείχνουμε. Τα πρότυπα της εποχής δεν ευνοούν τις μεγάλες αγάπες. Όμως θα συμφωνήσετε κι εσείς πως στον έρωτα ό,τι χτίζουν τα χρόνια δεν το χτίζουν οι μέρες. Ξεχνάμε, επίσης, ότι οι άνθρωποι ερωτεύονται με πάθος γιατί το έχουν οι ίδιοι ανάγκη.
Αυτό το παιδί όμως, ο Μάνος, ένας ρομαντικός και ευαίσθητος επιμελητής εκδόσεων, παραμένει ανεκπλήρωτα και διά βίου ερωτευμένος με την ιδιόρρυθμη Έλια. Και αναρωτιέμαι: Μα υπάρχουν, αναπτύσσονται στις μέρες μας τέτοιες ευαίσθητες σχέσεις ή μόνο μέσα από την τέχνη θυμόμαστε ότι υπάρχει και αυτή η εκδοχή του έρωτα;
Πιστεύω ακράδαντα πως όλοι μας είμαστε περισσότερο ρομαντικοί απ’ όσο δείχνουμε. Τα πρότυπα της εποχής δεν ευνοούν τις μεγάλες αγάπες. Όμως θα συμφωνήσετε κι εσείς πως στον έρωτα ό,τι χτίζουν τα χρόνια δεν το χτίζουν οι μέρες. Ξεχνάμε, επίσης, ότι οι άνθρωποι ερωτεύονται με πάθος γιατί το έχουν οι ίδιοι ανάγκη.
Ένα από τα τρία παιδιά του βιβλίου σας, ο επιφανειακά αδίστακτος Αλεκίνος, «την κάνει» λιγάκι κινηματογραφικά πέφτοντας από το παράθυρο. Και ο πατέρας της σκληρής Έλιας σχολιάζει κυνικά: «Θέλει κότσια για να το κάνεις». Συμφωνείτε σε αυτό; Τελικά θέλει κότσια για ν’ αυτοκτονήσεις ή η απελπισία δίνει αυτή τη δύναμη στους αυτόχειρες;
Η αυτοκτονία στηρίζεται και αυτή με τη σειρά της σε κάποια ψευδαίσθηση. Ο αυτόχειρας νομίζει πως δίνει παράσταση, μετά το τέλος της οποίας θα βγει για να πάρει το χειροκρότημα. Αλήθεια, υπάρχει κάτι το θεατρικό στη στάση όσων επιλέγουν την εθελούσια έξοδο από τη ζωή και κανείς τους δεν αντιλαμβάνεται απόλυτα πως βαδίζει προς το οριστικό τέλος.
Διάβασα σε μια συνέντευξη και μου άρεσε: «Ως λαός είμαστε φτιαγμένοι από σκληρό μέταλλο». Γι’ αυτό ίσως και δεν πτοούμεθα, δεν λυγίζουμε, απλά καθήμενοι κάτω από την μπάρα περιμένουμε καλύτερες μέρες, έστω εξ ουρανού;
Δεν νομίζω ότι ο Έλληνας εφησυχάζει περιμένοντας απλά καλύτερες μέρες. Από την πρώτη στιγμή αυτής της απρόσμενης περιπέτειας, δίνουμε όλοι μας καθημερινά τη δική μας μάχη. Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να επιβιώσουμε και μέχρι τώρα τα καταφέρνουμε. Η Ιστορία έχει πράγματι αποδείξει ότι ως λαός είμαστε όντως φτιαγμένοι από σκληρό μέταλλο.
«”Δυο αριστοκρατίες υπάρχουν στη σημερινή Ελλάδα. Οι σπουδασμένοι στο εξωτερικό και οι γόνοι των αριστερών”, έλεγε συχνά η κυρία Παγώνα τηρώντας ενός λεπτού σιγή, όπως κάθε φορά που νόμιζε ότι ξεστόμιζε κάποια σοφία…» Έτσι έχουν τα πράγματα εν Ελλάδι της κρίσης, κ. Στεφανάκη;
Δεν έχω τίποτε με όσους σπούδασαν στο εξωτερικό ή με τους γόνους των αριστερών. Το αντίθετο, μάλιστα. Με ξενίζει ωστόσο ο επαρχιωτισμός του Έλληνα, η ξενομανία αλλά και ο νεποτισμός του. Στη χώρα μας δυστυχώς κάποια θέματα έχουν να κάνουν περισσότερο με τους τίτλους παρά με την ουσία…
Τελειώνοντας και τούτο το βιβλίο σας, τι σκέπτεστε; Να πάρετε ανάσες και να απολαύσετε το καλοκαίρι ή να ξεκινήσετε κάτι νέο;
Έχω από καιρό ξαναμπεί στην περιπέτεια της γραφής. Επιμελούμαι την επανέκδοση ενός παλιότερου βιβλίου μου από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, του Λέγε με Καΐρα, αλλά διακρίνω ήδη και τον ορίζοντα του καινούργιου μυθιστορήματος.
Και μια τελευταία ερώτηση: Η ιστορία σας αυτή, που πολλά θα θυμίσει στα παιδιά που μεγάλωσαν τη σχεδόν αθώα δεκαετία του ’90 στη μικρή μας πόλη (έστω και αν δεν χόρευαν λάτιν στα Εξάρχεια ή σε μονοκατοικίες στην Κυπριάδου), δεν θα μπορούσε να γίνει σενάριο για κινηματογραφική ταινία; Κι αν ναι, με τι μουσική υπόκρουση θα την ντύνατε;
Η κινηματογραφική μεταφορά ενός μυθιστορήματος είναι το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό ενός αναγνώστη. Στην πραγματικότητα, εκείνος πρώτος το έχει σκηνοθετήσει διαβάζοντάς το. Ναι, Ο χορός των ψευδαισθήσεων θα μπορούσε να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη και για μουσική, φυσικά, μόνο λάτιν και αργεντίνικο τάνγκο.
http://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/3950-dimitris-stefanakis

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Η Τέσυ Μπάιλα γράφει για το "Χορό των Ψευδαισθήσεων" στο diastixo.gr

Το τάγκο είναι ο χορός του πάθους και της μελαγχολίας, του αυτοσχεδιασμού και της αρχέγονης πάλης ανάμεσα στο αρσενικό και στο θηλυκό. Και είναι ακράτητος χορός, δυναμικός.
Αυτόν τον χορό διάλεξε, διόλου τυχαία, άλλωστε τίποτα δεν είναι τυχαία παράθεση στο έργο του, ο Δημήτρης Στεφανάκης για να συμβολίσει όλα όσα θέλει να πει στο νέο του βιβλίο, Ο χορός των ψευδαισθήσεων. Η ιλιγγιώδης δυναμική των αργεντίνικων βημάτων έγινε συνειδητή επιλογή του συγγραφέα και ο τρόπος του να μιλήσει για όλα όσα στροβιλίζονται στη σκέψη όλων μας αναφορικά με τη σημερινή κατάσταση στη χώρα.
Αποφασισμένος να αναμετρηθεί, ευθέως αυτή τη φορά, με τη σημερινή εποχή, ο Δημήτρης Στεφανάκης συγκρούεται με όλα όσα προκάλεσαν την οικονομική και κυρίως την ηθική κρίση στη χώρα μας, καταγγέλλοντας παράλληλα την αδράνεια και την αμηχανία αυτού του λαού, τη συμμετοχή ή την απύθμενη ανοχή του απέναντι σε όλα όσα τελικά τον εγκλώβισαν μέσα σ' αυτή. Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι με σθένος και αποφασιστικότητα τολμά να παραμερίσει τους μεγάλους κόσμους της γνωστής και βραβευμένης τριλογίας του και αυτοαναιρείται με ευχαρίστηση, αποδεικνύοντας ότι δεν φοβάται να προσδιορίσει εκ νέου τις συντεταγμένες της αφηγηματικής του έκφρασης και να αναζητήσει παράλληλους συμβολισμούς, πέρα από εκείνους που του χάρισαν τη διεθνή αναγνώριση.
Η «κινηματογραφική θέαση των πραγμάτων» του Προυστ και ο φιλοσοφικός στοχασμός του Καμί γίνονται πράξη σε ένα κείμενο που στέκεται με σεβασμό απέναντι στο κλασικό μυθιστόρημα. Ορθώνει ωστόσο το δικό του ανάστημα, εισάγοντας μια ευρωπαϊκού επιπέδου οπτική στο σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα και αποδεικνύει, ακόμη μια φορά, το συγγραφικό ήθος του Δημήτρη Στεφανάκη.
Έτσι, στο νέο του βιβλίο αφήνει πίσω του τον συγγραφέα των μεγάλων αφηγηματικών κόσμων του παρελθόντος και επικεντρώνεται στην αναζήτηση του καίριου και του ακριβούς μέσα από μια σύγχρονη ιστορία. 
Το σκηνικό στήνεται περίτεχνα γύρω από μια αυτοκτονία. Ο χρόνος μοιάζει να σταματά τον Νοέμβρη του 2011, όταν ο Αλέξανδρος Σάντσας δίνει τέλος στη ζωή του. Ο Στεφανάκης γνωρίζει καλά την αγωνία του Αλμπέρ Καμί όταν έγραφε πως: «Ένα έργο τέχνης είναι μια εξομολόγηση» και έχει ήδη καταθέσει ο ίδιος παλαιότερα ότι η αφήγηση είναι εξομολόγηση. Έτσι, λοιπόν, με εξομολογητικό τόνο ο ήρωας του Στεφανάκη, ο Μάνος Πιερίδης, θυμάται όλα όσα τον συνέδεσαν με τον αυτόχειρα και όλα όσα έζησαν στην κοινή τους νεανική πορεία κατά τη δεκαετία του '90, την εποχή δηλαδή που στήθηκαν οι μεγαλύτερες ψευδαισθήσεις και ένας ολόκληρος λαός άρχισε να χορεύει στον ρυθμό τους.
Στο επίκεντρο των αναμνήσεών του βρίσκεται η Έλια, ο νεανικός και αξεπέραστος έρωτάς του, η δασκάλα χορού που επιστρέφει από την Ευρώπη της διεθνούς καριέρας την περίοδο της κρίσης και μαζί της επιστρέφει ο πόθος, και ο Σέργιος, ο δικηγόρος φίλος του που είχε ακολουθήσει τον μεγαλομανή Αλέξανδρο στους δρόμους του ύποπτου νεοπλουτισμού και της σαθρής επιτυχίας.
Οι πρωταγωνιστές του έργου κινούνται μέσα σε έναν κόσμο που καταρρέει, σε μια κοινωνία βουτηγμένη στη σήψη και στην έκπτωση των αξιών, σε έναν κόσμο που σχοινοβατεί στο χείλος της καταστροφής και ο Μάνος Πιερίδης το βλέπει και το επισημαίνει. Παράλληλα ζουν τις δικές τους μικρές ιστορίες, βιώνουν τον έρωτα και την απόρριψή του και ακροβατούν ανάμεσα στα προσωπικά όνειρα της νιότης και τις βιωμένες διαψεύσεις της ενηλικίωσης.
Ο συγγραφέας περιγράφει την ψυχοσύνθεση της ματαίωσης που βιώνουν οι ήρωές του και ταυτόχρονα φέρνει στην επιφάνεια το καλοστημένο πολιτικό και οικονομικό πανηγύρι δεκαετιών, που στήθηκε στη χώρα, με τις ολέθριες συνέπειές του.
Ο νεοπλουτισμός, η άκρατη πορεία προς το συμφέρον, η κεκτημένη ταχύτητα προς την ουτοπία, οι φιλίες που δοκιμάζονται και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες είναι μερικά από τα σημεία στα οποία στέκεται η συγγραφική σκέψη, ενώ ταυτόχρονα περιδιαβαίνει ανάμεσα στα βιβλιοπωλεία και τα καφέ των Εξαρχείων, την παραλιακή ζώνη της Γλυφάδας, την Αθήνα του χτες, του σήμερα και, γιατί όχι, του αύριο.
Για μια ακόμη φορά ο Δημήτρης Στεφανάκης συνθέτει παράλληλα τον φιλοσοφικό του στοχασμό και τον παραθέτει μέσα στο βιβλίο, καταγράφοντας τις ιδέες του με τέτοιον τρόπο, ώστε μπορεί κανείς να απομονώσει φράσεις κεφαλαιώδους σημασίας που αρκούν για να αποκαλύψουν στον αναγνώστη τις διανοητικές περιηγήσεις του συγγραφέα. Ενδεικτικά παραθέτω: «Ανέκαθεν πίστευα, και ίσως ήταν κάτι που μου δίδαξε η ζωή, πως οι φιλίες και οι έρωτες δεν κρατούν αιώνια. Συναντάς κάποιον και συνοδοιπορείς μαζί του για ένα διάστημα, χωρίς να γνωρίζεις πάντοτε τον λόγο. Ύστερα, οι δρόμοι χωρίζουν και χάνεστε το ίδιο ξαφνικά και ανεξήγητα». Και σε άλλο σημείο γράφει: «Ο άνθρωπος που στέκεται αναποφάσιστος ανάμεσα στο γέλιο και στο κλάμα βρίσκεται, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, στο πιο ψηλό σημείο της θλίψης του».

Από την άλλη, ο χωρισμός του κειμένου σε μικρά κεφάλαια επιτρέπει μια ανάσα στην αναγνωστική διαδικασία και παράλληλα δίνει μια μουσικότητα στο κείμενο, έναν ρυθμό ανάλογο με εκείνον του τάγκο. Μικρά, σταθερά, κοφτά βήματα στον χορό, μικρά, κοφτά, σταθερά κεφάλαια στο βιβλίο, με την κορύφωση κάθε φορά της ευρηματικότητας, ακριβώς όπως σε μια τέλεια χορευτική φιγούρα.
Παράλληλα, αφήνει το κείμενό του να συνομιλήσει κινηματογραφικά με τον αναγνώστη. Η «κινηματογραφική θέαση των πραγμάτων» του Προυστ και ο φιλοσοφικός στοχασμός του Καμί γίνονται πράξη σε ένα κείμενο που στέκεται με σεβασμό απέναντι στο κλασικό μυθιστόρημα. Ορθώνει ωστόσο το δικό του ανάστημα, εισάγοντας μια ευρωπαϊκού επιπέδου οπτική στο σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα και αποδεικνύει, ακόμη μια φορά, το συγγραφικό ήθος του Δημήτρη Στεφανάκη.
http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/3741-xoros-psevdesthiseon

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Ο Μάνος Κοντολέων γράφει για το "Χορό των ψευδαισθήσεων" στο fractal

Η άνοδος και η πτώση: ένα μυθιστόρημα για την κρίση

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων
http://fractalart.gr/stefanakis/
Ο Δημήτρης Στεφανάκης μας είχε συνηθίσει σε συνθέσεις ιδιότυπα επικές. Κι όχι μόνο με τα τρία τελευταία του μυθιστορήματα (‘Μέρες Αλεξάνδρειας’, ‘Φιλμ Νουάρ’,’ Άρια’), αλλά και σε προηγούμενα έργα του –θυμίζω το ‘Θα πολεμάς με τους θεούς’, το ‘Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι’, το ‘Λέγε με Καϊρα’.
Χρησιμοποιώ τον επιθετικό προσδιορισμό ‘επικό’ έχοντας κατά νου άλλοτε τη δομή των έργων κι άλλοτε το κεντρικό θέμα ή και τον κεντρικό τους ήρωα.
Από τον Λεωνίδα στον Ζαχάρωφ και από την προπολεμική Αλεξάνδρεια στην Μύκονο του Καμύ, ο Στεφανάκης αναζητούσε τις μεγάλες στιγμές του ανθρώπου μέσα στις μεγάλες στιγμές της Ιστορίας και των τόπων.
Και όπως συνέθετε αυτές τις μυθιστορίες του, μας προκαλούσε να ζήσουμε μαζί με τους ήρωές του αντίστοιχα επικά συναισθήματα.
Και μάλιστα με τα τρία τελευταία έργα του –ο ίδιος νομίζω τα θεωρεί ως μια τριλογία του κοσμοπολιτισμού- μας ταξίδεψε σε εποχές μεγάλων οραμάτων και έντονων συγκρούσεων.
Το ταξίδι αυτό γινότανε με αντίστοιχα μεγάλες αφηγήσεις –γεγονότα, πάθη, συγκρούσεις, έρωτες. Με πλάσιμο σύνθετων χαρακτήρων, σύνθετων συνδυασμών ποικίλλων φιλοδοξιών.
Και η γραφή όπως και η δομή της αφήγησης εξυπηρετούσαν τους πιο πάνω στόχους.
Με άλλα λόγια ο Στεφανάκης κατάφερνε να ταυτίζει το θέμα με τη μυθιστορηματική υλοποίησή του.
Ιδιαίτερα σημαντικό κάτι τέτοιο και επίσης ιδιαίτερα απουσιάζον από πολλά σύγχρονα ελληνικά μυθιστορήματα.
Αλλά η περίπτωση του Δημήτρη Στεφανάκη μας θυμίζει πως ο επαγγελματίας συγγραφέας γνωρίζει όχι μόνο να χρησιμοποιεί σύγχρονους τρόπους προώθησης των έργων του, αλλά και από πιο πριν να τα έχει σχεδιάσει και στη συνέχεια συγγράψει με απόλυτο έλεγχο των μέσων του. Δηλαδή να γνωρίζει το τι μπορεί να του αποδώσει η κάθε τεχνική συγγραφής.
Το τελευταίο μυθιστόρημα «Ο χορός των ψευδαισθήσεων» δείχνει πως ο Στεφανάκης αποφασίζει όχι μόνο να αλλάξει θεματική περιοχή, αλλά και τεχνικές γραφής.
Από τις εποχές των μεγάλων αλλαγών στα χρόνια των μικροπρεπών σχεδιασμών. Και από τις δυνατές συγκρούσεις παθών στα μίζερα συναισθήματα.
Τα τελευταία εικοσιπέντε περίπου χρόνια είναι η περίοδος όπου αποφάσισε ο Δ. Σ. να στήσει την πλοκή του νέου του έργου. Δηλαδή στα χρόνια μιας αίολης ανόδου και μιας επώδυνης πτώσης.
Να, λοιπόν, η πρώτη συγγραφική στροφή.
Και αναμενόμενο είναι, από ένα έμπειρο χειριστή της αφήγησης, αυτή η μικροπρεπής περίοδος να αφεθεί να περιγραφεί από πρόσωπα σχεδόν το ίδιο μικροπρεπή.
«Μικροπρεπή» – με την έννοια του ‘ολίγου’ στα πάθη, του ‘πρόχειρου’ στους μελλοντικούς σχεδιασμούς, του ‘φτηνού’ στις φιλοδοξίες.
Μια παρέα φοιτητών στα χρόνια του ’90 ζει τη νεότητά της και σχεδιάζει τα μελλοντικά της βήματα ανερμάτιστα. Ο καθένας τους αφήνεται στις παρορμήσεις του και εκμεταλλεύεται με ευκολία τις ευκολίες που το γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό πλάνο προσφέρει.
Ο ιδεαλιστής θα καταλήξει να κυκλοφορεί στα καφέ των Εξαρχείων πιστεύοντας πως ζει σε μια αθηναϊκής κόπιας Μονμάρτη του ’60, ο αριβίστας δικηγόρος να πουλά νομικές γνώσεις σε μη νόμιμες επιχειρήσεις και ο κάποτε χαρισματικός νεανίας θα αποδειχθεί πως κρατά το μόνο του χάρισμα κρυμμένο έως ότου οι πράξεις του τον οδηγήσουν στη μόνη αξιοπρεπή λύση – τέλος.
Δίπλα τους κάποιες συνομήλικες τους γυναίκες –η μια μέσα από τη φυγή θα ζητήσει να αποφύγει τη συμμετοχή της. Οι άλλες θα συμβιβαστούν υποδυόμενες ρόλους μιας μπάσταρδης χειραφέτησης.
Μια εικοσιπενταετία φτηνών οραμάτων και φτηνών διαψεύσεων.
Αυτό το κλίμα, λοιπόν, ο Στεφανάκης επέλεξε με άλλο τρόπο συγγραφής να το αποδώσει.
Μικρά στιγμιότυπα μαζεμένα από διάφορες χρονικές στιγμές που καταγράφονται χωρίς χρονική σειρά, αλλά μέσα από την προσπάθεια του κεντρικού αφηγητή (ο ιδεαλιστής της παρέας) να κατανοήσει ότι έχει συμβεί. Μα ακριβώς αυτή η μη γραμμική αναζήτηση της μνήμης είναι που θα φανερώσει το ανεύθυνο μιας ζωής που σπαταλήθηκε.
Ωσάν μαθήματα παθιασμένων χορών που γίνονται σε αδιάφορους χώρους.
Παράλληλα το ανεύθυνο μιας περιόδου και των ανθρώπων που τη ζήσανε, τονίζεται στην αρχή κάθε κεφαλαίου με κάποιες σκέψεις εσωτερικών προβληματισμών, ενώ αμέσως μετά ακολουθεί η περιγραφή των καταστάσεων που έρχονται να επιβεβαιώσουν πως η πράξη δεν ακολουθεί τις συμβουλές της θεωρίας.
Αλλά –επίσης ένδειξη συγγραφικής συνειδητοποίησης- και εδώ ο Στεφανάκης πλάθει τον ήρωά του που διαθέτει ένα έντονο αρσενικό χαρακτήρα. Αλλά βέβαια δεν είναι –αλίμονο αν ήταν!- μήτε κάποιος Λεωνίδας της μεγάλης απόφασης, μήτε ένας Ζαχάρωφ της μεγάλης πλεκτάνης.
Είναι ένας Αλεκίνος της δήθεν μεγάλης κομπίνας, που αν κάτι τον φέρνει δίπλα στα άλλα κεντρικά και τραγικά πρόσωπα των προηγούμενων μυθιστορημάτων του Στεφανάκη είναι η τελική του απόφασή που έχει να κάνει με την έως εκείνη της στιγμή υποτονική αυτοεκτίμησή του.
Ένα, λοιπόν, μυθιστόρημα για την κρίση. Αλλά με εμφανή την προσπάθεια να την φωτίσει με μια άλλη ματιά. Πλέον προσωπική. Λιγότερο επική. Γι αυτό και ίσως αρκούντως αυθεντική.
Ορισμένοι με θυμούνται ακόμα μακρυμάλλη και λίγο πιο αδύνατο να χορεύω στο «Πάσο Ντόμπλε» με την Έλια, όλοι τους έχουν να λένε για το μυαλό μου
Τότε και συχνά πυκνά ακούω την επωδό: «Εσύ, ρε Μάνο, ήσουν για μεγάλα πράγματα!» Δε με στεναχωρεί καθόλου αυτό. Είναι προτιμότερο να έχεις το αίσθημα ότι αδικήθηκες από τη ζωή. (σελ. 158)
Ναι, μια άλλη ερμηνεία όχι μόνο για το πώς δημιουργήθηκε η κρίση, αλλά και για το τι ίσως θα πρέπει να περιμένουμε στη συνέχεια. Χορούς ψευδαισθήσεων.