Κλικάρετε εδώ για να μεταβείτε στο νέο ιστότοπο www.DimitrisStefanakis.gr

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Δημήτρης Στεφανάκης: «Είμαστε παιδιά της λογοτεχνίας» Συνέντευξη στον Διονύση Μαρίνο

Αν αρχίσει να βρέχει βιβλία; Αν γίνει πράξη το δυστοπικό μέλλον του Φαρενάιτ 451; Αν τίποτα ακραίο δεν συμβεί κι όλα κυλήσουν ομαλά, θα συνεχίσουμε να διαβάζουμε; Και αν, ναι, ποιοι; Και για ποιο λόγο; Ωσαύτως, ο αριθμός των δημιουργών θα αυξηθεί, θα μειωθεί ή θα μείνει αναλλοίωτος; Τι υπάρχει πίσω από την τυπωμένη σελίδα και γιατί θέλουμε –κάποιοι- να την ξεκοκαλίζουμε με ζέση;
«Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή». Αν είσαι ζηλωτής το ξέρεις, το αντιλαμβάνεσαι. Αλλιώς, η κατάφαση της πρότασης ακούγεται περισσότερο ως αξίωμα. Η αλλαγή προϋποθέτει τον αδάμαστο δέκτη που δεν σταματάει να διαβάζει και να αναμετράται με το γραπτό κείμενο• οι άλλοι, έτσι και αλλιώς, θα προσπεράσουν τη «θέση». Ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης θέτει εξαρχής το πεδίο και στη συνέχεια μέσω μικρών, ευσύνοπτων παραδειγμάτων γράφει για τον βαθύ και καίριο τρόπο που η λογοτεχνία καταφέρνει να εισχωρήσει στον πυρήνα της βιωτής ενός εκάστου και να της αλλάξει συντεταγμένες και κατεύθυνση. Έστω, να την νοηματοδοτήσει μέσα από ένα πλήθος αναφορών, ηρώων, δράσεων και μύθων. Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε εξηγεί τους λόγους που κάνουν τη λογοτεχνία οργανικό κομμάτι της ανθρώπινης περίπτωσης.
Γιατί γράφουμε; Ισχύει αυτό που έλεγε ο Αργύρης Χιόνης «ό,τι περιγράφω με περιγράφει»;
Ισχύει μάλλον αυτό που έλεγε ο Γκομπρόβιτς: «Νομίζουμε ότι δημιουργούμε∙ πλάνη! Στην πραγματικότητα αναβαπτιζόμαστε από το δημιούργημά μας». Θέλω να πω ότι συχνά ή σχεδόν πάντα γυρεύουμε να εξελιχθούμε οι ίδιοι μέσα από τα γραπτά μας.
 Κατ’ αντιστοιχία, γιατί διαβάζουμε; Αν είναι μια καταδηλωτική ανθρώπινη ενέργεια, τότε πώς ζουν κάποιοι δίχως να έχουν διαβάσει έστω ένα βιβλίο;
Διαβάζουμε για να γυμνάσουμε τη δική μας σκέψη. Αν δεν το κάνουμε αυτό, δεν ξέρω πόση σημασία έχει πραγματικά η ανάγνωση. Υπάρχουν άνθρωποι που επιτυγχάνουν το ίδιο αποτέλεσμα με άλλους τρόπους. Γι αυτό και δεν χρειάζεται να διαβάσουν κανένα βιβλίο.
Τι είναι ένα μυθιστόρημα; Το ύφος; Οι χαρακτήρες; Η πλοκή;
Πρωτίστως είναι χαρακτήρες. Σκεφθείτε τι θα ήταν ο Ξένος χωρίς τον Μερσό ή το Μηδέν και το άπειρο  χωρίς τον Ρουμπάσοφ. Κατά δεύτερον είναι ιδέες. Χωρίς μια γενναία δόση φιλοσοφίας δεν υφίσταται μυθιστόρημα. Αυτό μας διδάσκουν τα μεγάλα βιβλία.  Στον εικοστό αιώνα το ύφος απέκτησε, και συνεχίζει να έχει, κεφαλαιώδη σημασία. Απολύτως κατανοητό, αφού η πεζογραφία αναζωογονήθηκε με το αίμα της ποιητικής γλώσσας. Οι κορυφαίοι σύγχρονοι συγγραφείς αναγνωρίζουν ως  προγόνους τους περισσότερο τον Γκόγκολ, τον Φλομπέρ ή τον Κάφκα από ό,τι τον Μπαλζάκ και τον Ντοστογιέφσκι.
 Το βιβλίο σας είναι ένα εγκώμιο του μυθιστορήματος έναντι άλλων λογοτεχνικών ειδών. Μάλλον θα σας αντικρούσουν πλείστοι όσοι διηγηματογράφοι (Έλληνες και ξένοι).
Έχετε δίκιο.  Στην Νεοελληνική λογοτεχνία άλλωστε οι διηγηματογράφοι είναι αυτοί που μεγαλουργούν. Διαθέτουμε, πάντοτε διαθέταμε, εξαιρετικούς τεχνίτες στη μικρή φόρμα από τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη μέχρι τους σημερινούς νέους διηγηματογράφους οι οποίοι αποδεικνύονται έτοιμοι να πάνε την πεζογραφία μας λίγο πιο μακριά. 
Επίσης, είναι φανερή η αναγνωστική πρόσδεσή σας στα «κλασικά» βιβλία. Να επιστρέψουμε στις πηγές, λοιπόν;
Όχι απαραίτητα. Ένας λογοτέχνης οφείλει να γνωρίζει τι γράφεται στην εποχή του. Θα συμφωνήσετε όμως ότι δεν υπήρξε μεγάλος ποιητής ή πεζογράφος στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό που δεν είχε μια στέρεα γνώση του τι προηγήθηκε.
 Γίνεται ελάχιστη μνεία σε ελληνικά μυθιστορήματα; Υπάρχει εξήγηση;
Ευκαιρία, λοιπόν, να αναφερθώ εδώ σε έλληνες μυθιστοριογράφους που αγαπώ, αρχίζοντας από τον Ροΐδη, τον Καραγάτση, τον Τσίρκα, μνημονεύοντας τον Αλεξάνδρου για το αριστουργηματικό του «Κιβώτιο» και εποδοκιμάζοντας τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του Καζαντζάκη…
 Είμαστε καταναλωτές της λογοτεχνίας ή θεράποντες;
Είμαστε παιδιά της, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.
 Η μετανεωτερική κοινωνία διαστέλλει τους όρους «προσωπικότητα», «εγώ», «κοινωνική οντότητα». Η λογοτεχνία, μια κατεξοχήν δράση ανθρώπων, μπορεί να αντισταθεί;
Ασφαλώς! Η λογοτεχνία αντιστέκεται σε κάθε εποχή, γιατί δημιουργεί μια δική της επικαιρότητα μέσα από την οποία προσπαθεί να «διορθώσει» τον κόσμο της πραγματικότητας.
 Η λογοτεχνία οφείλει να «σχολιάζει» τα τρέχοντα κοινωνικά ζητήματα ή έχει άλλους χρόνους δράσης και ανάλυσης;
Σημασία έχει πάντα ο τρόπος  με τον οποίο σχολιάζει κανείς την εποχή του.  Σας θυμίζω τα αντανακλαστικά του Ντοστογιέφσκι στο μυθιστόρημά του Δαιμονισμένοι. Με αφορμή τη δολοφονία του φοιτητή Ιβάνοφ κατόπιν εντολής του Νετσάγιεφ έφτιαξε ένα αριστούργημα. Αν μπορεί κανείς να ανδραγαθήσει με τόσο μικρό χρονικό ορίζοντα, πιστέψτε με, δεν θα είχα καμία μα καμία αντίρρηση.
 Τα ροζ φληναφήματα που καμώνονται ότι είναι οργανικό κομμάτι της λογοτεχνίας κάνουν κακό; Αλλάζουν την αισθητική μας απόδοση;
Ό,τι  δεν με αφορά, δεν υπάρχει ή αλλιώς δεν κινδυνεύω από ό,τι δεν με αφορά.
 Συμβαίνει πολλές φορές –κυρίως στους βιβλιοφάγους- να μπερδεύουν βιβλία, ήρωες, να χάνουν εντέλει το ξάφνιασμα του «ερασιτέχνη» αναγνώστη. Υπάρχει αντίδοτο σε αυτή την ασθένεια;
Χρειάζεται ίσως να ιεραρχήσει κανείς τις λογοτεχνικές του αγάπες.  Οι αναγνώσεις  είναι μικροί και μεγάλοι έρωτες. Ο καθένας μας ξέρει, ή πρέπει να ξέρει, σε ποια βιβλία θα δοθεί με πάθος και  ποια θα προσπεράσει αδιάφορος.
 Υπάρχουν συγγραφείς που επαίρονται ότι δεν έχουν διαβάσει πολλά βιβλία (συνήθως λένε «λίγα και καλά») ή ό,τι δεν τους αφορούν (φερ’ ειπείν) οι ξένοι συγγραφείς. Τι μπορούμε να πούμε γι’ αυτούς τους δημιουργούς;
Να επαναλάβω εδώ πως σήμερα κανείς δεν γίνεται μεγάλος συγγραφέας από τύχη.  Χρειάζεται μια βαθιά, καθολική γνώση της λογοτεχνικής παράδοσης.  Αν παρομοιάζαμε τον λογοτέχνη, ποιητή ή πεζογράφο, με αυτοκίνητο, θεωρείστε πως το διάβασμα είναι η βενζίνη.
 Το λέτε κι εσείς, δεν έχουν γραφτεί τα πάντα. Ωστόσο, μπορούν να διαβαστούν τόσα πολλά βιβλία; Στην Ελλάδα εκδίδονται περισσότερα βιβλία από όσοι είναι οι αναγνώστες.
Είναι πράγματι πολύ σοβαρό αυτό το ζήτημα που θίγετε.  Δεν συμμερίζομαι την αγρονομική αντίληψη ορισμένων για τη λογοτεχνία και δεν περιμένω από τη σοδιά κάθε χρονιάς πληθώρα αριστουργημάτων.  Χρειάζεται φειδώ και περίσκεψη στις αναγνωστικές μας επιλογές.  Ο χρόνος μας δεν είναι απεριόριστος.
 Συναφές με το προηγούμενο ερώτημα: μήπως η πλησμονή εκδοτικής δραστηριότητας ακυρώνει κάποια πραγματικά καλά βιβλία που χάνονται στο σωρό;
Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως είναι δυνατόν να χαθεί ένα καλό βιβλίο. Σίγουρα ο εκδοτικός πληθωρισμός «σκεπάζει» συχνά μια σημαντική στιγμή της λογοτεχνίας αλλά αυτό συμβαίνει προσωρινά. Ευτυχώς, θα υπάρχουν πάντα οι μεγάλοι αναγνώστες που απονέμουν την λογοτεχνική δικαιοσύνη.
 Αν η λογοτεχνία αλλάζει τη ζωή μας, η ζωή μας αλλάζει τη λογοτεχνία;
Σαφέστατα! Η ζωή είναι ένα πολύ ισχυρό φίλτρο για να αφήνει αδιάφορους τους δημιουργούς. Νομίζω μάλιστα ότι η κάθε εποχή υπαγορεύει στη λογοτεχνία την κατεύθυνση που θα πάρει.

stef1
Τόσες λέσχες ανάγνωσης, μαθήματα δημιουργικής γραφής, κείμενα επί κειμένων στο διαδίκτυο και στα κοινωνικά δίκτυα; Υπάρχουν πολλοί που γράφουν ή θέλουν να γράψουν. Γιατί δεν υπάρχουν τόσοι που θέλουν να διαβάσουν;
Ιδού μια απορία που συμμερίζομαι απόλυτα! Γι αυτό και στα δικά μου εργαστήρια προσπαθώ να προάγω κυρίως την τέχνη της ανάγνωσης. Υποθέτω και άλλοι ομότεχνοι κάνουν ή θα κάνουν στο μέλλον, το ίδιο πράγμα.

Η τεχνολογία μπορεί να γίνει ο «δολοφόνος» της τυπωμένης σελίδας και της ανάγνωσης;
Μου φαίνεται απίθανο. Η λογοτεχνία είναι ακριβό άρωμα και δεν απευθύνεται στους πολλούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι αιχμαλωτίζονται σήμερα σαν τα έντομα στον ιστό της τεχνολογίας. Δεν νοιάζονται για τη λογοτεχνία αλλά και η λογοτεχνία δεν  νοιάζεται για αυτούς.
 Υπάρχει κάποια «χρησιμοθηρική» διάσταση στην ανάγνωση ή το κάνουμε για την αισθητική του πράγματος;
Θα έλεγα ότι υπάρχει μια «χρησιμοθηρική» διάσταση στην ίδια την αισθητική.  Γιατί πιστεύουμε αλήθεια ότι η αισθητική είναι πολυτέλεια;  Χωρίς αυτήν είναι δύσκολο να ορίσουμε τι σημαίνει ομορφιά, ελευθερία, δικαιοσύνη και ελπίδα σε αυτό τον κόσμο.
http://fractalart.gr/dimitris-stefanakis-interview/

Δημήτρης Στεφανάκης: «Θήτευσα και θητεύω ακόμα στην αμφιβολία», συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη

Επέλεξε την Πάτρα ως αφετηρία της σειράς των παρουσιάσεων του νέου του βιβλίου «Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή» (εκδ. «Ψυχογιός») εξ ου και βρέθηκε στο «Βυζαντινό» την Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου. Ο Δημήτρης Στεφανάκης μιλάει στην «ΠτΚ» για τη «γέννηση» του βιβλίου του, τονίζει την αξεπέραστη αξία των κλασικών συγγραφέων, αποκαλύπτει τις αλλαγές που έχει επιφέρει η λογοτεχνία στον ίδιο. Δηλώνει δε έτοιμος να ανταποκριθεί σε μια διαπίστωση-πρόκληση του Γκαίτε.
«Πώς αλλάζει τη ζωή μας η λογοτεχνία». Δοκίμιο με διάθεση εξομολογητική. Από ποια ανάγκη σας «γεννήθηκε»;
Ηθελα για μια φορά να δώσω πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδια τη λογοτεχνία και στους αναγνώστες της. Στο κάτω της γραφής κι εγώ ο ίδιος είμαι πρωτίστως αναγνώστης. Από την άλλη δεν κρύβω ότι είχα ανέκαθεν θεωρητικές ανησυχίες. Υπήρχαν ζητήματα για τα οποία ήθελα να συνομιλήσω σε πρώτο πρόσωπο με όσους αγαπούν τα βιβλία.
Ομολογείτε ότι στα δεκαοκτώ σας συγχέατε τη λογοτεχνία με οιοδήποτε άλλο γνωστικό αντικείμενο, εξ ου και η -προσωρινή- ρήξη σας μαζί της. Η σχέση της με τους σημερινούς εφήβους υφίσταται χειρότερες πιέσεις, λέτε;
Η λογοτεχνία δεν είναι για όλους. Αυτή είναι η αλήθεια, όσο κι αν μας πληγώνει. Η σχέση μας με τα βιβλία μεστώνει με τα χρόνια. Δεν έχω απαίτηση από τη σημερινή νεολαία να καταβροχθίζει το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Πέρα από τη λογοτεχνία, υπάρχει η ζωή κι αυτό πρωτίστως πρέπει να αναζητά κανείς. Αφήνω πως αρκετοί νέοι διαβάζουν και μάλιστα με πιο γόνιμο τρόπο από ό,τι η δική μου γενιά. Πρέπει, επιτέλους, να αντιληφθούμε ότι η λογοτεχνία δεν έχει ανάγκη το αναγνωστικό κοινό, αλλά το αντίθετο. Εμείς έχουμε την ανάγκη της.
Θίγετε, μεταξύ άλλων, το «αμάρτημα» της γλωσσικής εκζήτησης και ακατανοησίας, στο οποίο υποπίπτουν κάποιοι συγγραφείς χάριν εντυπωσιασμού. Πόσο επικίνδυνο είναι;
Δυστυχώς, πρόκειται για παγίδα, στην οποία όλοι λίγο πολύ έχουμε πέσει κατά καιρούς. Δεν εξαιρώ τον εαυτό μου από τις συγγραφικές αμαρτίες. Πρέπει απλώς να μη λησμονούμε την ουσία των πραγμάτων: Γιατί γράφουμε, τι σημαίνει λογοτεχνία και λογοτεχνική γλώσσα, τι είναι σημαντικό και τι επουσιώδες…
«Πολιτική, θρησκεία, επιστήμη και Ιστορία» γράφετε «αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία ως ένα είδος τσαρλατανισμού», ενώ οι ίδιες «οδηγούν σε χρεοκοπία τα μελλοντικά μας οράματα». Πού έγκειται αυτή η απαξίωση εκ μέρους τους;
Νομίζω ότι δίνεται μεγάλη σημασία στην επιστημονική ακρίβεια, στο δόγμα, στην εξουσία και στη λεγόμενη ιστορική αλήθεια. Επιτρέψτε μου να πω ότι όλα αυτά είναι αυθαίρετα σχήματα. Η επιστημονική ακρίβεια αναιρείται την επόμενη στιγμή, το δόγμα οδηγεί σε καθολικά εγκλήματα, η εξουσία γίνεται ανάλγητη και βάναυση και η ιστορική αλήθεια… είναι ένα ωραίο κατασκεύασμα, μεγαλύτερο παραμύθι από την ίδια τη λογοτεχνία.
Δηλώνετε απερίφραστα την αγάπη σας για τους κλασικούς, κάνοντας λόγο για την «ανεξίτηλη γοητεία του παλιού». Εχει συμβεί να τους «νιώσετε» πλάι σας ή να «επισκεφθούν» τη σκέψη σας όταν γράφετε;
Κανείς δεν πάει μακριά χωρίς τους κλασικούς. Χωρίς καμιά δόση υπερβολής αυτό είναι το μικρό μυστικό κάθε σημαντικού λογοτέχνη σήμερα. Εχω πει, και δεν το παίρνω πίσω, πως στην εποχή μας κανείς δεν γίνεται μεγάλος συγγραφέας από τύχη. Προαπαιτείται η βαθιά γνώση όσων έχουν προηγηθεί στη παγκόσμια σκηνή της λογοτεχνίας. Υστερα ο καθένας ας τραβήξει τον δικό του δρόμο.
Κάθε βιβλίο απαιτεί θυσίες και κόπους, γράφετε, συμπληρώνοντας ότι ο συγγραφέας τα λησμονεί για να τα θυμηθεί στο αμέσως επόμενο. Θυμίζει ωδίνες τοκετού που ξεχνιούνται κάθε φορά…
Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη παρομοίωση, πιστέψτε με. Είναι ένα διαρκές βάσανο η δημιουργία, μια πύρρειος νίκη, με πολλές μάχες χαμένες. Το παράξενο είναι πόσο γρήγορα ξεχνάμε αυτό το σισύφειο μαρτύριο και ξαναμπαίνουμε στη μάχη ή μήπως ο δημιουργός είναι ο Σίσυφος του μύθου;
Ο «Ζορμπάς», ο νεοέλληνας και ο Γκαίτε
Στο κεφάλαιο για τη μοντέρνα ποίηση, κάνετε λόγο για εχθρική αντιμετώπιση της δημιουργίας «που αρνείται να πάει με τα νερά μας», που ενοχλεί «τις ναρκωμένες συνειδήσεις μας». Πιστεύετε ότι αυτό είναι ένα από τα προβλήματα του σύγχρονου Ελληνα;
Η νεοελληνική πραγματικότητα είναι αναμφίβολα κοινότοπη και ισοπεδωτική: Ενα ανούσιο τηλεοπτικό πεδίο μέσα στο οποίο θριαμβεύει η μακάρια μικροαστική μας συνείδηση. Νομίζω ότι αυτό που ονομάζουμε οικονομική κρίση είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Εχουμε χάσει από καιρό την εθνική μας ηθική, την έμπνευση και την αισθητική μας. Βιώνουμε τη βαθύτερη κρίση αξιών σε κάθε τομέα -από την πολιτική μέχρι τη λογοτεχνία. Κοντολογίς, κάποιοι διάβασαν με λάθος τρόπο τον «Ζορμπά» του Καζαντζάκη.
Η εικόνα της Ελλάδας, σήμερα, τι συναισθήματα σας προκαλεί; Σωτηρία υπάρχει;
Στον Νεοέλληνα δεν αγαπώ αυτό που δείχνει, αλλά αυτό που είναι. Αγαπώ τη ζεστασιά της ψυχής του, τον ανθρωπισμό που βγάζει αναπάντεχα, τη μεσογειακή του αναρχία, την επινοητικότητά του, το σκληρό μέταλλο από το οποίο είναι φτιαγμένος. Αυτά τα στοιχεία, ναι, υπόσχονται τη σωτηρία μας.
Στη σημερινή πνιγηρή καθημερινότητα, αφήνεται χώρος στη λογοτεχνία να χαρίσει το ανακουφιστικό της χάδι; Της ανήκει το μέλλον, πιστεύετε;
Αν η λογοτεχνία έχει μέλλον, αυτό είναι το παρελθόν της. Δεν θα πάψουμε ποτέ να διαβάζουμε τους παλιούς και μέσα από αυτούς να οραματιζόμαστε το δικό μας αύριο. Δεν έχει τόση σημασία τι θα γραφτεί στο εξής, όσο ο τρόπος που θα διαβάσουμε τα μεγάλα που έχουν ήδη γραφτεί.
Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο, γράφετε. Εσείς ποιες αλλαγές σας της οφείλετε;
Θήτευσα και θητεύω ακόμα στην αμφιβολία, διδάχτηκα την αισθητική της σκέψης και της γλώσσας, έφτασα ύστερα από τόσα χρόνια να χαμηλώνω την εσωτερική μου φωνή όταν μιλώ κι όταν γράφω. Κάθε φορά που διαβάζω ένα σπουδαίο βιβλίο αντιλαμβάνομαι πως γνωρίζω λιγότερα από όσα νόμιζα. Εμαθα πια πως η λογοτεχνία δεν σημαίνει επ' ουδενί φτηνή συνθηματολογία και ανταλλαγή μηνυμάτων με τους αναγνώστες. Η ζωή δεν είναι ένα πρόβλημα που λύνεται με μαθηματικές πράξεις ή με τσιτάτα ευφάνταστων συγγραφέων.
Υπάρχει, αυτό τον καιρό, «ατίθασος ήρωας», που σας ζητά να μεταπηδήσει από το «απέραντο εργοτάξιό» σας στην επόμενη ιστορία σας;
Ναι, υπάρχει και μάλιστα είναι ένας αντιήρωας που απαιτεί να εκφραστεί με τους δικούς του όρους, όρους που παλιότερα δεν θα μπορούσα να δεχτώ. Βλέπετε, με τα χρόνια, η λογοτεχνία σε διδάσκει να μην αποκλείεις τίποτα ακόμα. Ο Γκαίτε ισχυρίζεται: «Δεν βλέπω κανένα σφάλμα που δεν θα μπορούσα να το είχα κάνει κι εγώ». Η σοφή αυτή διαπίστωση είναι μια πρόκληση στην οποία νιώθω πως ήρθε ο καιρός να απαντήσω.

http://www.pelop.gr/?page=article&DocID=262577&srv=26

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Η Ελένη Γκίκα γράφει στο ΕΘΝΟΣ για το "Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή"

Θα μπορούσε κανείς να το πει και «το βιβλίο των βιβλίων». Ένα δοκίμιο που διαβάζεται σαν λογοτεχνία ειλικρινής και απολαυστική. Το γραφείο και η κουζίνα, το υποσυνείδητο και η κρυφή βιβλιοθήκη του συγγραφέα που πια μας χαρίζεται και γίνεται φανερή.

  • ΕΘΝΟΣ On Line
  • 13:51, 15/2
«Πώς η Λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή», του Δημήτρη Στεφανάκη
Τον Δημήτρη Στεφανάκη τον ξέρουμε από τις «Μέρες Αλεξανδρείας», το «Φιλμ Νουάρ», τα μυθιστορήματα «Άρια, Ο κόσμος απ' την αρχή», «Ο χορός των ψευδαισθήσεων» και «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι». Από τις μεταφράσεις τους, πράγμα και όχι τόσο αυτονόητο και σύνηθες για την ελληνική αγορά. Τον γνωρίζουμε, επίσης, και για τις βραβεύσεις του. Βραβείο Καβάφη, Ιππότης τιμών και γραμμάτων του γαλλικού κράτους, τον ξέρουμε ακόμα και από τις μεταφράσεις του, Μπέλλοου, Φόρστερ, Μπρόντσκι, Μπαλζάκ. Και φυσικά θα συγκινεί πάντα το ότι δεν στάθηκε ποτέ στην χρυσελεφάντινο συγγραφικό πύργο του, αλλά με την ιδιότητα του αναγνώστη, όχι του βιβλιοφάγου που κάπου ενέχει την κατανάλωση μέσα της και τρομάζει, αλλά του συστηματικού και ουσιαστικού αναγνώστη αναμετρήθηκε και συνεχίζει να αναμετράται με τα μεγάλα κείμενα, με τους σημαντικούς συγγραφείς. Και δεν αρκείται μόνο σ' αυτό. Την ώρα που οι περισσότεροι συγγραφείς μιλούν για την τέχνη ή την τεχνική της γραφής, ο Δημήτρης μιλά για την Μεγάλη Τέχνη της Ανάγνωσης. Για τον τρόπο του να ξεκλειδώνει κανείς τα μεγάλα κείμενα, για τον τρόπο να πλησιάζει κανείς τους μεγάλους συγγραφείς και την μεγάλη αφήγηση.
«Πώς η Λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή» του Δημήτρη Στεφανάκη, εκδ. Ψυχογιός, σελ. 157
«Έχω κλείσει πια σαράντα αναγνωστικά χρόνια, συνηγορώντας στην αδιανόητη σύμβαση να διαβάζω φανταστικές ιστορίες που τις εκλαμβάνω ως μέρος της πραγματικότητας» γράφει ο συγγραφέας στο κεφάλαιο «Όσοι έπαιξαν με τη φαντασία μας» και επιμένει σε ήρωες, ηρωίδες και σκηνές.
«Η σκηνή του Αλιόσα Καραμάζοφ και τα παιδιά του που πετροβολούνται, τα μεγαλειώδη πάρτι του Γκάτσμπυ στην Αμερική του μεσοπολέμου, το αδιανόητο δράμα του Γκρέγκορ Σάμσα, η συνάντηση του Λέβιν με την Άννα Καρένινα, κι οι ερωτοτροπίες του Μερσώ με την Μαρί στη θάλασσα…»
Ο κόσμος φτιάχτηκε για να χωρέσει σε ένα βιβλίο, ίσως και να έχει δίκιο, τελικά, ο Μαλαρμέ.
«Πώς η Λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή», του Δημήτρη Στεφανάκη
«Για νύχτες, όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ ξαναζώ τις μεγάλες σκηνές, προβάλλοντάς τες πάνω στο πανί της ναρκωμένης συνείδησής μου. Ο Ρασκόλνικοφ. Η Μαντάμ Μποβαρύ, η Κλαρίσσα Νταλογουέι και ο Χήθκλιφ εμφανίζονται μπρος μου ολοζώντανοι, με τη φυσικότητα των προσώπων που συνάντησα το πρωί της ίδιας μέρας στους καθημερινούς δρόμους. Κάθε τόσο μνημονεύω τους ήρωες των βιβλίων λες και πρόκειται για υπαρκτά πρόσωπα. Τους ανακατεύω στις συζητήσεις μου, τους υπερασπίζομαι ή τους απορρίπτω, ανοίγω διάλογο μαζί τους, κι είναι φορές που νομίζω πως θα πέσω επάνω τους στην επόμενη γωνία».
Αυτό ειδικά το βιβλίο του Δημήτρη Στεφανάκη είναι μια αποκάλυψη για κάθε βιβλιόφιλο και παθιασμένο ή έντιμο αναγνώστη αλλά και για κάθε έναν που θα θελε να διαβάζει και ο χρόνος του να πιάνει τόπο, να διαβάζει με σύστημα, ό,τι αξίζει, ό,τι μπορεί ως και να σε αλλάξει τον ίδιο τελικά. Γιατί μπορεί η λογοτεχνία να μην μπορεί να αλλάξει ή να σώσει τον κόσμο αλλά σίγουρα μπορεί να αλλάξει τον αναγνώστη της, να του αλλάξει οπτική, να του φανερώσει τα χίλια τόσα κομματάκια της άγνωστής του ψυχής.
Το σίγουρο είναι ότι μπορεί να αλλάξει και τον συγγραφέα. Τον γεννημένο ή επίδοξο συγγραφέα. Εφόσον μπορεί να διαβάζουμε με ό,τι είμαστε, αλλά σίγουρα γράφουμε και με ό,τι έχουμε διαβάσει. Κάτω από τις ιστορίες μας, στις προθέσεις μας τουλάχιστον, κρύβεται η αναγνωστική μας υποδομή. Ο πήχης ανεβοκατεβαίνει αναλόγως μ' αυτήν.
Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο ένα τέτοιο βιβλίο αποτελεί όσον αφορά τον συγγραφέα και το κλειδί για την δική του δουλειά. Επιστρέφοντας τώρα στις σελίδες του δοκιμίου θα πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τα βασικά: ο συγγραφέας πρωτοπρόσωπα και εξομολογητικά μιλά για την διαδρομή του στην διαδικασία ή τελετουργία της ανάγνωσης σα να απευθύνεται στην ίδια την ανάγνωση, στην λογοτεχνία αυτοπροσώπως, ή στον ίδιο του τον εαυτό τελικά. Με έναν ξεκάθαρα δομημένο όμως και αποκρυσταλλωμένο τρόπο σε τέτοιο σημείο ώστε αυτό το βιβλίο να αποτελεί ταυτοχρόνως και σημείο αναφοράς.
Σημείο αναφοράς όσον αφορά: Την πίστη του και την απιστία του καθενός και την δική του φυσικά στη λογοτεχνία. Τον κόσμο με ή δίχως λογοτεχνία. Την χαρτογράφηση του Χάους που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να επιτύχει, αποδεικνύοντας κι εκείνο το ντοστογιεφσκικό πως «είμαστε καταδικασμένοι ν' ακροβατούμε σ' αυτό». Την ύπαρξη των ηρώων στη ζωή του αναγνώστη αλλά και στην όντως ζωή. Τον αληθινό κόσμο των ηρώων, ναι πολλοί ισχυρίζονται ότι υπάρχει και έκτη ήπειρος και όλοι αυτοί κατοικούν εκεί. Το ότι η Ποίηση και η Μεγάλη Λογοτεχνία είναι τελικά χρησμική. Από την άποψη ότι στον θεϊκό ενεστώτα των συγγραφέων που διασώζει και όλο τον χαμένο μας χρόνο, εμφυλοχωρεί αποκαλυπτικό το μέλλον. Δηλαδή, στο συγγραφικό παρόν, όλα είναι εδώ.
Μεγάλη βαρύτητα δίνει ο συγγραφέας στον συγγραφέα- αναγνώστη, αποδεχόμενος ότι «γεννιόμαστε απλώς αναγνώστες» και αφήνοντας να διαφανεί ότι φτάνουμε τελικά από την δίψα ανάγνωσης, στην δίψα γραφής. Για να διαβάσουμε την δική μας άγραφη ιστορία στην τελική. Αναφέρεται σε μια λογοτεχνία- κιβωτό και στα βιβλία που αποτελούνται από δεκάδες άλλα βιβλία. Για τα βιβλία που μας κολακεύουν, για τα βιβλία που μας αντιστέκονται, για τα βιβλία που μας αποκαλύπτονται, τολμώντας να θίξει ακόμα και τα κακώς κείμενα, τα βιβλία που χαρίζονται στον αναγνώστη τους, στα βιβλία- καταναλωτικό προϊόν.
Σημαντικό κεφάλαιο είναι εκείνο που απευθύνεται στον χορό των προθέσεων. Υπενθυμίζοντας εκείνο το κατά Έκο: πρόθεση του συγγραφέα, πρόθεση του αναγνώστη και πρόθεση του ίδιου του κειμένου που θα πρέπει να εξετάζει, υποτίθεται, ο κριτικός.
Δεν θα αφήσει καμία πτυχή του θέματος ανεξερεύνητη: από την δυναμική της αρχής [η πρώτη πρόταση μπορεί και να έχει την άκρη του μίτου της ιστορίας, να διαθέτει το ύφος, το τέμπο, το τέλος ακόμα εκεί μαζί με την αρχή, όπως στην άμμο στο στρίφωμα του φουστανιού της Μποβαρύ κρύβεται ολόκληρη η Σαχάρα], μέχρι τις βασικές αρχές και τους χαρακτήρες - κλειδί.
Θα αναφερθεί στη Φιλοσοφία, στον Κινηματογράφο, την Ποίηση, την Πολιτική μέσα στο Μυθιστόρημα, στην Ιστορία που αποτελεί πρόφαση, έτσι ή αλλιώς κάθε μυθιστόρημα διασώζει την ιστορία, αυτή των απλών ανθρώπων και της καθημερινής ζωής που είναι και το πιο σημαντικό.
Στις σελίδες του, επίσης, ο Χρόνος, ο Θάνατος και ο Έρωτας. Οι Ήρωες και οι Αντιήρωες, το μυστήριο της Ύπαρξης, το άλυτο Αίνιγμα και η κατάλυση της απόλυτης Αλήθειας εφόσον συνεχώς καταλύονται τα σύνορα Καλού και Κακού.
Ακόμα, η Ειρωνεία, το Χιούμορ, η Παρωδία και τα Ανοχύρωτα έργα, το Τέλος που τελικά δεν υπάρχει όπως τέλος δεν έχει αυτή καθ' εαυτή η ζωή. Το μεγάλο ερωτηματικό «Όμηρος ή Πλάτωνας», η αφήγηση ως παρηγοριά, η Νεωτερικότητα, η χρησμικότητα και το μέλλον του Μυθιστορήματος.
Επιλέξαμε για το τέλος δυο αποσπάσματα του βιβλίου που αφορούν αυτήν καθ' εαυτή τη ζωή:
«Από την άλλη, οι μεταμφιεσμένες σε αναμνήσεις εμπειρίες είναι η μοναδική μας παρηγοριά, αλλιώς δε θα έφτανε ο Καμύ να γράψει στον Ξένο του: «Έστω και μια μέρα να έχει ζήσει κανείς, θα μπορούσε, χωρίς πρόβλημα, να περάσει εκατό χρόνια μες στη φυλακή. Θα είχε ένα σωρό αναμνήσεις για να μη βαρεθεί». Κάπως έτσι ο χρόνος γίνεται μια αγαπημένη συνήθεια, αυτό που υπονοεί και ο Προυστ ξεκινώντας με τη φράση: «Από χρόνια πλάγιαζα νωρίς». Και ακόμα:
«Η αφήγηση είναι παρηγοριά» γράφω στην αρχή ενός μυθιστορήματος». Σήμερα θα πρόσθετα πως η αφήγηση είναι φυσική ανάγκη. Υπήρχε προτού σχηματιστεί το παγκόσμιο σώμα της λογοτεχνίας και θα συνεχίσει να υπάρχει, αν κάποια μέρα η λογοτεχνία κλείσει οριστικά τον κύκλο της σε αυτό τον κόσμο. Θα συνεχίζουμε να αφηγούμαστε ιστορίες, ίσως γιατί ακόμη και η πραγματικότητα στην οποία ζούμε δεν είναι παρά ένα πολυσέλιδο παραμύθι που διηγούμαστε ο ένας στον άλλο».
Υπενθυμίζοντας μας αυτό που έχει πει ο Μαλαρμέ ότι ο κόσμος φτιάχτηκε για να χωρέσει σε ένα βιβλίο.
ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
http://www.ethnos.gr/biblio/arthro/pos_h_logotexnia_sou_allazei_ti_zoi_tou_dimitri_stefanaki-64331499/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Η Αναστασία Δημητροπούλου γράφει για το "Πώς η ζωή μπορεί να σού αλλάξει τη ζωή"

Κατά καιρούς πέφτουν στα χέρια μας κείμενα ατροφικά, άτονα, που κινούνται στα όρια της αδιαφορίας ή παρουσιάζονται υπερβολικά συσκοτισμένα. Τα τελευταία μάλιστα, αποτελούν τη νέα μάστιγα της συγγραφικής εποχής. Είναι αυτά, των οποίων οι συγγραφείς πασχίζουν τόσο πολύ να διατυπώσουν κάτι καινοτόμο, μα τελικά φτάνουν στο σημείο να παιδεύουν το αναγνωστικό κοινό ανελέητα, και να μπερδεύονται κι οι ίδιοι με την ασαφή πολυπλοκότητα των γραπτών τους. Στο πόνημα του Δημήτρη Στεφανάκη οι κίνδυνοι αυτοί δεν έχουν θέση και πώς να έχουν άλλωστε; Όλα είναι απλά. Διαβάζοντάς το, μού έδωσε την εντύπωση ότι άφησε για λίγο την ιδιότητα του συγγραφέα, κι έγραψε απο τη σκοπιά του αναγνώστη. Ένας αναγνώστης που καταθέτει τις εμπειρίες του πάνω στο σώμα της λογοτεχνίας, που παραδέχεται πως δεν τον κέρδισε απο την αρχή, μα στο τέλος βρήκε εκείνο το μαγικό κουμπί που μόνο η τέχνη του λόγου μπορεί να αγγίξει μες στον ανθρώπινο νου και την καρδιά. Κι έτσι έγινε κι ο ίδιος κοινωνός της, αφοσιωμένος μαραθωνοδρόμος, παίκτης απο τους εμπειρότερους στο παιχνίδι της. Έτσι κι αλλιώς, η λογοτεχνία είναι ένα ατελείωτο παιχνίδι ενηλίκων, και οι κανονισμοί βρίσκονται όλοι μέσα στο βιβλίο αυτό.
Κι αν ένα βιβλίο σύμφωνα με τον Κάρλος Ρουίθ Θαφόν, είναι καθρέφτης, τότε μέσα στο συγκεκριμένο όλοι θα βρούμε ψυχής κομμάτια μας. Αν η λογοτεχνία ήταν χέρι ζωγράφου θα διάλεγε τα ωραιότερα χρώματα για τον πίνακά της, αν ήταν σπόρος θα γεννούσε ένα σωρό ευωδιαστά παρτέρια σε κάθε γωνιά της γης, κι αν είχε φύλο και προσωπικότητα θα ήταν σίγουρα θηλυκό. Γυναίκα – πλανεύτρα, αέναος έρωτας και γοητεία ανεπανάληπτη κι απροσπέλαστη. Κι αφού όλα τούτα κάνουν τη ζωή μας ομορφότερη, τότε γιατί να μη μπορεί η λογοτεχνία να τής προσδώσει νόημα και υπόσταση σε έναν κόσμο ηθικά διαβρωμένο και πολιτισμικά ανοχύρωτο; Επιπλέον, θυμηθείτε κι αυτό: η τεχνολογική ανάπτυξη κι η επιστήμη μπορούν να εμπλουτίσουν το νου. Η λογοτεχνία όμως είναι σε πλεονεκτικότερη θέση: μπορεί να εμπλουτίσει ολόκληρη την προσωπικότητα.

Η Νατάσσα Κακαρούνα γράφει για το "Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή"

 Όταν η τέχνη είναι συνώνυμη του πάθους, μοιραία έρχεται και η στιγμή της εξομολόγησης.  «Πώς η Λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή» Το  νέο βιβλίο του Δημήτρη Στεφανάκη,  αποτελεί  συγγραφικό απόσταγμα μιας ακανθώδους  διαδρομής, σαράντα αναγνωστικών χρόνων,   αλλά και  επίμονου  συγγραφικού μόχθου.  Αποποιείται  για λίγο την ευθύνη των ηρώων του και συνοδοιπορεί με τους αναγνώστες του ενώ καλεί  και εκείνους  που βρίσκονται στην αντίπερα όχθη,  να δουν την λογοτεχνία από διαφορετική οπτική γωνία. Ναι, ζούμε στην εποχή όπου η ευκολία πρόσληψης των πληροφοριών μέσω της εικόνας  μοιραία θέτει το βιβλίο σε δεύτερη μοίρα, αν και η μοίρα  του σήμερα δεν διαφέρει από αυτή της πλαστής εικονοποιίας  που διέπει τον σύγχρονο άνθρωπο,  και καθώς  αφαιρούνται τα προσωπεία του,  δεν απομένει παρά η καρικατούρα μιας  κενής  φιγούρας.
Οι προθέσεις  του συγγραφέα,  είναι ο θανάσιμος εχθρός της λογοτεχνίας, αναφέρει ο Δημήτρης  Στεφανάκης,  αλλά και οι προθέσεις των αναγνωστών αποτελούν επίσης θανάσιμο κίνδυνο,  καθώς φέρουμε μεγάλη ευθύνη για την κατηγορία των βιβλίων που πρωταγωνιστούν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Απαιτούμε σαν κακομαθημένα παιδιά από τον συγγραφέα να ικανοποιήσει τις επιθυμίες μας και να ακολουθήσει  μια συγκεκριμένη συνταγή, ώστε να  βιώσουμε συναισθήματα και συγκινήσεις που απουσιάζουν ίσως από την πραγματική μας ζωή. Αμφισβητούμε το δικαίωμα του συγγραφέα να δημιουργήσει ένα έργο με γνώμονα την καλλιτεχνική  φύση και  ευφυΐα του και απαιτούμε να  υποταχθεί στις επιταγές των δικών μας προθέσεων, ενώ ξεχνούμε πως η  μοναδική ευθύνη του συγγραφέα  είναι  απέναντι στην τέχνη του.
Κι ο Δημήτρης Στεφανάκης στην ωριμότητα της συγγραφικής και αναγνωστικής του  πορείας, με το νέο του πόνημα, προβάλει την αξία των λογοτεχνικών κειμένων από καταβολής χρόνου  και αντιτάσσεται  σε αυτές τις προθέσεις  με αρχή πάντα την  αγάπη του  για την λογοτεχνία.  «αν μη τι άλλο σε κάνει να αμφιβάλλεις για αυτό που είσαι»  αναφέρει, και ταυτόχρονα  αναρωτιέται, «πως θα αντιληφθεί κάτι τέτοιο ένας αναγνώστης που βλέπει τα πάντα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της μικρόνοιας, της μικροπρέπειας, των μικροσυμφερόντων που διέπουν κατά κανόνα τη ζωή όλων μας;» Η απάντηση είναι ότι «αν θέλει κανείς να ευεργετηθεί από τη λογοτεχνία θα πρέπει κατά στιγμές να ξεχνά τον εαυτό του, γιατί είναι παρατηρημένο: αυτό που μας εμποδίζει να αντιληφθούμε σε βάθος τα νοήματα ενός κειμένου είναι το ότι μπαίνουμε στις σελίδες ενός βιβλίου με αδιανόητες απαιτήσεις».
                Ένας  κόσμος χωρίς τη λογοτεχνία φαντάζει στείρος.  Πώς θα ήταν άραγε η ζωή μας χωρίς  τον Οδυσσέα, την Αντιγόνη, την Μήδεια, τον Βασιλιά Ληρ, την Άννα Καρένινα  και όλους αυτούς του ήρωες που καθημερινά προστίθενται  από τα διαβάσματά μας στην ζωή μας;  Σίγουρα άγευστη. Η λογοτεχνία είναι το αλάτι της ζωής.  Συμπορευόμαστε με τους ήρωες και με τον καιρό  «οι πρωταγωνιστές των μικρών και μεγάλων αφηγήσεων καταλήγουν να είναι ένα  είδος  οικογένειας για μας-οικεία πρόσωπα που αποκτούν σταθερή θέση στη ζωής μας».
                Και συνεχίζει, η ανάγκη μας για την ανάγνωση των βιβλίων δεν έγκειται μόνο στην πλοκή μιας ιστορίας, στις ιδέες  ή  στους χαρακτήρες της,   αλλά και στην απόλαυση του ίδιου του κειμένου.  Η αισθητική αξία  μέσω της γλώσσας «είναι στην ουσία το διαβατήριο για την κοινωνική μας ζωή, το ρούχο που φοράμε».
Οφείλουμε  να παραδεχθούμε οι αναγνώστες, πως η διαδικασία της ανάγνωσης δεν είναι  μόνο  η αδημονία μας για  χαλάρωση με ένα βιβλίο  στην παραλία το καλοκαίρι, στο πάρκο της γειτονιάς μας μια ηλιόλουστη μέρα, στο αγαπημένο μας καφέ,  ή στον καναπέ του σπιτιού μας,  με σκοπό να μας ταξιδέψει και να μας μεταφέρει σε μια κατάσταση στιγμιαίας ευδαιμονίας, αλλά κυρίως να μας προβληματίσει και  να μας δημιουργήσει την αμφιβολία εκείνη που θα μας επιτρέψει «να γίνουμε  λιγότερο σίγουροι για τον εαυτό μας, λιγότερο μελοδραματικοί και κραυγαλέοι, λιγότερο αφελείς και ευκολόπιστοι, πιο ευγενείς  στη γλώσσα, και  πιο διορατικοί  στις ανθρώπινες σχέσεις».
                                                                                                                                                 

                                                                                                                                Νατάσσα Κακαρούνα 

Η Τέσυ Μπάιλα γράφει στο diastixo.gr για το "Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή"

Η αυτόνομη αισθητική λειτουργία της λογοτεχνίας, που φιλοδοξεί να προκαλέσει την ωρίμανση του αναγνώστη, έχει γίνει αντικείμενο πολλών μελετών και δοκιμίων με στόχο την ιεραρχική αναδιάρθρωση των κριτηρίων ποιότητας, που μοιραία αναπτύσσει ο αναγνώστης μέσω της αναγνωστικής διαδικασίας. Ωστόσο, ο τρόπος που επιλέγει ο εκάστοτε συγγραφέας για να αναφερθεί στο θέμα αυτό καθορίζει και την προσωπική του πορεία μέσα στην τέχνη του και, παράλληλα, σηματοδοτεί τον βαθμό της προσωπικής του αφοσίωσης. Στο Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή, ο Δημήτρης Στεφανάκης καταθέτει με εξομολογητικό τρόπο τη σχέση του τη λογοτεχνία.
Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, το βιβλίο μοιάζει να απευθύνεται στους αναγνώστες και να συνομιλεί μαζί τους περί λογοτεχνίας. Στην πραγματικότητα, ο Δημήτρης Στεφανάκης μιλά με το ίδιο το αντικείμενο της αγάπης του, τη Λογοτεχνία. Κάνει τη δική του αναφορά σε εκείνη και της απευθύνει έναν απολογισμό για όλα όσα τού πρόσφερε, για τον τρόπο με τον οποίο του άλλαξε τη ζωή, για τις οδύνες και τις ηδονές που γεύτηκε μαζί της, αλλά και για όσα εκείνος καταθέτει εδώ και χρόνια στο εγχώριο αλλά και στο διεθνές λογοτεχνικό σκηνικό ή προτίθεται να το κάνει στο μέλλον.
«Ο ρόλος του Καλλιτέχνη δεν είναι να κρίνει, αλλά να κατανοεί, και συνεπώς αυτή την κατανόηση δεδομένων οφείλει να τη μεταφέρει απλά, ώστε να γίνει κτήμα όλων», γράφει ο Αλμπέρ Καμί και ο Στεφανάκης κατανοεί την απόλυτη δημοκρατική διαδικασία που η λογοτεχνία προσφέρει στο πνεύμα – και αυτήν ακριβώς προσπαθεί να μεταφέρει σε όλους μας, αφού για τον ίδιο η σχέση του με την αφήγηση είναι πρωταρχική. «Η αφήγηση είναι μια ανάγκη τόσο φυσική όσο και η αναπνοή», γράφει και συνεχίζει: «Στον πυρήνα κάθε αφήγησης υπάρχει ένας μύθος, αλλά όχι μόνο· υπάρχουν χαρακτήρες που προεκτείνουν τα σύνορα της δικής μας ύπαρξης. Ταυτιζόμαστε μαζί τους, είναι οι μικροί μας “ήρωες”, όντα φανταστικά αλλά πέρα για πέρα οικεία. Μεγαλώνουμε μαζί τους και κάθε τόσο προσθέτουμε κι άλλους μέσα από τις αναγνώσεις μας, εμπλουτίζοντας τη ζωή μας με καινούργιους “φίλους”. Στο τέλος, δεν μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς τον Οδυσσέα, την Αντιγόνη, τον Βασιλιά Ληρ, την εξαδέλφη Μπέτυ, τους Καραμάζοφ ή την Άννα Καρένινα».
Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, το βιβλίο μοιάζει να απευθύνεται στους αναγνώστες και να συνομιλεί μαζί τους περί λογοτεχνίας. Στην πραγματικότητα, ο Δημήτρης Στεφανάκης μιλά με το ίδιο το αντικείμενο της αγάπης του, τη Λογοτεχνία.
Ποιοι μοχλοί ενεργοποιούν το ταλέντο ενός δημιουργού και τελικά με ποιον τρόπο καταφέρνει η ασκητική απομόνωση που απαιτείται να λειτουργήσει ως εφαλτήριο της παραγωγικής διεργασίας ενός λογοτέχνη; Ο Στεφανάκης ξεκάθαρα δηλώνει πως ένιωσε την αγωνία αυτού του κόσμου να μεγεθύνεται προτού αποφασίσει να γίνει ο ίδιος μέρος της λογοτεχνικής αύρας που έχει ανάγκη η κοινωνία: «Είχα βεβαιωθεί πια: Αυτός ο κόσμος ο αφυδατωμένος από ιδέες, ο στερημένος από κάθε είδους έμπνευση, με τις εύθραυστες δημοκρατίες των οικονομικών κολοσσών και των χρηματιστηρίων, με τις κοινωνίες των καταναλωτών και των συναισθηματικά αναλφάβητων χρειάζεται όσο τίποτε άλλο την αύρα της λογοτεχνικής δημιουργίας. Στον ίδιο βαθμό ίσως που έχει ανάγκη τα δάση, τις καθαρές θάλασσες και το φυσικό περιβάλλον».
Όμως η αγωνία του αυτή θα συναντηθεί με τεράστιες δυσκολίες, έως ότου κρυσταλλωθεί σε σώμα βιβλίου. Σε όλο αυτό το διάστημα, μοναδικός του «σηματωρός και κήρυκας» είναι η ανάγνωση κλασικών μυθιστορημάτων. Η γειτνίαση με το πνεύμα των μεγάλων μυθιστοριογράφων του παγκόσμιου στερεώματος γίνεται γι’ αυτόν η πεποίθηση πως μπορούσε να μαθητεύσει στην τέχνη τους και να αναβαπτιστεί στους «χείμαρρους της φαντασίας τους», για να δημιουργήσει με τη σειρά του νέα πρωτότυπη σκέψη και έργα που αξίζουν για όλα όσα έχουν να πουν. Οι ιστορικές αναφορές στην πορεία του παγκόσμιου μυθιστορήματος είναι για τον Στεφανάκη απαραίτητες, για να μπορέσει να κατανοήσει ο αναγνώστης την πορεία του από τον Θερβάντες και τον Μπαλζάκ μέχρι τον Ντοστογιέφσκι, τον Μαρίας και τον Μπάνβιλ, πως το μυθιστόρημα παραμένει ένα λαϊκό ανάγνωσμα άσχετα με τη μορφή που έχει, τη δομική του αναδιοργάνωση ή τον αφηγηματικό του επεκτατισμό.
Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή Δημήτρης Στεφανάκης Ψυχογιός
Ο Στεφανάκης τονίζει πως η αναγνωστική πληρότητα γίνεται κτήμα όλων όταν εντρυφούν σε κείμενα στιβαρά της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ξεκινώντας από τα ομηρικά έπη και τον Θουκυδίδη και περνώντας σταδιακά σε λογοτεχνικά αριστουργήματα όπως οι Αδελφοί Καραμαζόφ ή η Άννα Καρένινα. Πρόκειται για κείμενα που έχουν «την ασίγαστη γοητεία του διαχρονικού», και συνεπώς μπορούν να λειτουργούν ως αυτόνομες βιβλιοθήκες. Άλλωστε η ανάγνωση, όπως και η συγγραφή, μπορεί να είναι «περιπέτειες δίχως τέλος» και «κάθε βιβλίο προαπαιτεί τον τρόπο ανάγνωσής του και, την ίδια στιγμή, μεταμορφώνεται ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του εκάστοτε αναγνώστη».
Αξίζει να αναφερθεί πως το συγκεκριμένο βιβλίο, ακριβώς επειδή είναι γραμμένο με τόσο άμεσο και ευθύβολο τρόπο, δεν αποτελεί μόνο ένα σημαντικό εγχειρίδιο περί της τέχνης του λόγου, αλλά ένα κείμενο που μπορεί αφενός να καταθέτει με ακρίβεια τις απόψεις ενός συγκεκριμένου δημιουργού και να συνοψίζει σκέψεις που απευθύνονται σε ομοτέχνους, αφετέρου να επενεργεί συνειρμικά σε κάθε αναγνώστη με την ίδια ευκολία και προκαλώντας τον ίδιο προβληματισμό. Είναι ένα καλογραμμένο έργο που απευθύνεται σε όλους, είτε ενδιαφέρονται για τη δημιουργική γραφή είτε όχι, αφού αυτό που πρωτίστως επιτυγχάνει είναι να μας κάνει όλους καλύτερους αναγνώστες. Πολλοί είναι εκείνοι που θα ταυτιστούν σε πολλά σημεία και άλλοι θα προβληματιστούν για τη σχέση τους με τη γραφή, αλλά και την ανάγνωση. Μερικοί ίσως σκεφτούν για το μέλλον της λογοτεχνίας.
Ο Στεφανάκης πάντως δεν φοβάται για το μέλλον του μυθιστορήματος. Είναι σίγουρος ότι θα συνεχίσει να υπάρχει ως πολιτισμικός φορέας. «Υπήρχε προτού σχηματιστεί το παγκόσμιο σώμα της λογοτεχνίας και θα συνεχίσει να υπάρχει, αν κάποια μέρα η λογοτεχνία κλείσει οριστικά τον κύκλο της σε αυτό τον κόσμο. Θα συνεχίσουμε να αφηγούμαστε ιστορίες, ίσως γιατί ακόμη κι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε δεν είναι παρά ένα πολυσέλιδο παραμύθι που διηγούμαστε ο ένας στον άλλο».
Είναι ένα καλογραμμένο έργο που απευθύνεται σε όλους, είτε ενδιαφέρονται για τη δημιουργική γραφή είτε όχι, αφού αυτό που πρωτίστως επιτυγχάνει είναι να μας κάνει όλους καλύτερους αναγνώστες.
Η ουσία είναι ότι η λογοτεχνία είναι εδώ για να μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο με άλλα μάτια, και αυτή είναι η μεγάλη της δύναμη. Άλλωστε: «Στη ζωή τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται κι η λογοτεχνία θα βρίσκεται πάντα εδώ για να μας το θυμίζει».
Στα κεφάλαια στα οποία ο συγγραφέας τούτου του βιβλίου καταθέτει τις απόψεις του περί λογοτεχνίας και πολιτικής, περί Ιστορίας –μικρής και μεγάλης–, περί λογοτεχνικού μάρκετινγκ, περί λογοτεχνίας της σάρκας, νεωτερισμού, σύγχρονης ποίησης, ο αναγνώστης θα βρει γραμμένες πολλές αλήθειες με τις οποίες είναι συνυφασμένη η Ιστορία της λογοτεχνίας και παράλληλα θα συναισθανθεί ποια είναι η ειδοποιός διαφορά που μεταμορφώνει σε λογοτέχνη έναν άνθρωπο ερωτευμένο με την τέχνη της γραφής, κατανοώντας πλήρως ποιες ανησυχίες ταλανίζουν τον συγγραφέα στην πορεία του μέσα στη λογοτεχνία.
Η ευρύτητα των γνώσεων του Στεφανάκη, η αγάπη για τη λογοτεχνία, η ιδιαίτερη στάση του απέναντι στην εκφραστικότητα της λογοτεχνικής γλώσσας, η τόλμη της ευρηματικότητας και της θέσης σε ό,τι αφορά στο μυθιστόρημα είναι μερικά από τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν το έργο αυτό αξιοδιάβαστο. Επειδή γράφτηκε με την ηρεμία και τη σιγουριά ενός ανθρώπου που κατασταλάζει μέσα του και γι’ αυτό καταυγάζει ο πνευματικός μόχθος πολλών χρόνων και η ειλικρίνεια των συναισθημάτων ενός μυθιστοριογράφου ερωτευμένου με την τέχνη του.
Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή
Δημήτρης Στεφανάκης
Ψυχογιός
160 σελ.
ISBN 978-618-01-1526-0
Τιμή € 12,20
http://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/4796-logotexnia-zoi

Ο Γιάννης Αντωνιάδης γράφει στο culturenow.gr για το "Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή"

Πώς η λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή - Δημήτρης Στεφανάκης: Κριτική βιβλίου
"Τα ευπώλητα αναγνώσματα του καιρού μας χαρακτηρίζονται συχνά από χοντροκοπιά και μετριότητα. Λησμονούμε, φαίνεται, πως οι καλοί συγγραφείς είναι σαν τους ευγενικούς επισκέπτες. Διακριτικοί, συνεσταλμένοι, αναποφάσιστοι, υπαινικτικοί, ψιθυρίζουν τις μεγάλες αλήθειες τους. Εμείς όμως προτιμούμε τα εκκωφαντικά αναγνώσματα με τις ιδεολογικές κορόνες. Αναζητούμε κείμενα που δεν μας αντιστέκονται, κείμενα που επιβεβαιώνουν έναν ανούσιο τρόποζωής ".

Είναι μια μεγάλη αλήθεια που πληγώνει αλλά δυστυχώς η καλή λογοτεχνία δεν γράφεται με όρους κέρδους και με την τσέπη γεμάτη, το χρήμα δεν είναι ο αυτοσκοπός της λογοτεχνίας. Η λογοτεχνία που μπορεί να αλλάξει την ζωή μας, γιατί και βέβαια μπορεί υπό όρους, είναι ανεξάρτητη και ελεύθερη, διέπεται από διαχρονικό λόγο, αυθεντική ποιότητα και όχι κατασκευασμένη από διαφημιστικά τερτίπια, είναι ευάερη και ευήλια, ανασαίνει μέσω των ηρώων και ο αναγνώστης ακούει την ανάσα τους καθώς το οξυγόνο τους είναι φάρμακο θεραπευτικό για την πεινασμένη ψυχή του.

Ο Στεφανάκης περιγράφει την σύγχρονη αναγνωστική πραγματικότητα με αιχμηρό τρόπο και μας καλεί να κλείσουμε τα αυτιά μας στις Σειρήνες και τις φωνές που διαλαλούν το τραγούδι της ευκαιριακής και πρόσκαιρης λογοτεχνίας που σερβίρεται κατά κόρον και να εντρυφήσουμε σε λογοτέχνες που έγραψαν με την ψυχή τους, έμειναν μόνοι με τα φαντάσματά τους μακριά από παχυλά συμβόλαια και εντεταλμένες συνταγές επιτυχίας που εν τέλει δεν οδηγούν παρά μόνο σε προορισμούς δίχως κατεύθυνση. Και μην ξεχνάμε πως "ένας συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να υπερηφανεύεται περισσότερο για τα βιβλία που έχει διαβάσει παρά για όσα έγραψε".

Συγγραφείς όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Κάφκα, ο Ντίκενς ή ο Μπαλζάκ για να αναφέρω κάποια ηχηρά ονόματα της οικουμενικής παγκόσμιας λογοτεχνίας είχαν μέσα τους τον λογοτεχνικό δαίμονα έτοιμο και έγραψαν δίχως καν να σκεφτούν, η ιδιοφυία τους είχε ήδη φτάσει στην αυλή της ψυχής τους. Αν όμως για κάποιον που επιθυμεί να καλλιεργήσει την συγγραφική φλόγα που έχει διακρίνει να τον καίει από την κορυφή μέχρι τα νύχια, τότε το πρώτο πράγμα που οφείλει να κάνει είναι να διαβάσει ώστε μία μέρα να μπορεί να γράψει για όλα αυτά που εντός του είναι ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί, μήπως και κατορθώσει να αφήσει και αυτός ένα λιθαράκι στο τεράστιο βιβλίο της ζωής. Και για τον αναγνώστη που θέλει να έρθει σε επαφή με τον κόσμο της λογοτεχνίας και αυτή να τον ταξιδέψει σε χώρες και εποχές που ποτέ δεν θα ανταμώσει, δεν έχει παρά να ανατρέξει στα μεγάλα εκείνα μυθιστορήματα που έγραψαν ιστορία στις συνειδήσεις των ανθρώπων, προκάλεσαν αντιδράσεις και πέτυχαν ρήξη με τα ήθη της εποχής τους γιατί πολύ απλά ήταν μπροστά από την εποχή τους. Αυτό που καταφέρνει ο Στεφανάκης με πολύ απλό λόγο και χωρίς πομπώδεις εκφράσεις για να φανεί ότι γνωρίζει ενώ φαίνεται πως γνωρίζει, είναι να μας εμπνεύσει την δική του αγάπη για ήρωες όπως ο Ρασκόλνικοφ, ο Μαρσώ, η Έμμα Μποβαρύ, ο Ιβάν Ίλιτς και για συγγραφείς όπως ο Ναμπόκοφ, ο Λώρενς, ο Πίντσον, ο Σταντάλ. Αυτοί είναι τα ισχυρά του όπλα, οι ατομικές ανώδυνες βόμβες που χρησιμοποιεί για να αποδείξει πως η ιστορία, η πολιτική, η θρησκεία, η φιλοσοφία μιλάνε μέσω της λογοτεχνίας και αυτή αναδεικνύει όλα αυτά που οι επιστήμες πολλές φορές δεν μπορούν να αρθρώσουν ή να καταστήσουν κατανοητά. Χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα: «Τα μεγάλα μυθιστορήματα δομούνται πάνω σε μια μικρή ή μεγάλη αλυσίδα γεγονότων. Ωστόσο οι δημιουργικοί συγγραφείς στοχάζονται συστηματικά πάνω στα ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο, προχωρώντας συχνά στη φιλοσοφική σκέψη πολύ περισσότερο από τους επαγγελματίες φιλοσόφους». Οι χαρακτήρες στους οποίους αναφέρεται προέβλεψαν το μέλλον γιατί οι συγγραφείς τους δεν έμειναν στην απλή καταγραφή γεγονότων, δεν στάθηκαν σε ανούσιες περιγραφές και σε άσκοπες φλυαρίες. Αρνήθηκαν την ευκολία της αφήγησης, αναμετρήθηκαν με την ίδια τους την ύπαρξη, έβαλαν σάρκα και οστά στους ήρωές τους πικραίνοντάς τους, καταστρέφοντάς τους εκούσια, ραντίζοντάς τους με τον φλογοβόλο έρωτα που όλα τα σαρώνει. Με λίγα λόγια, πήγαν ένα βήμα παραπέρα το μυθιστόρημα που γεννήθηκε από τον Όμηρο και τον Πλάτωνα πέρασε από τον Θερβάντες και τον Τσώσερ και γαλουχήθηκε τον 19ο και 20ο αιώνα. Αυτοί οι σεμνοί γίγαντες το ανήγαγαν σε τροφή για σκέψη και συλλογισμό για τις εξελίξεις της εποχή τους και προκάλεσαν πλείστα ερωτήματα στους ανθρώπους του τότε ενώ σε εμάς ρίζωσαν το γονίδιο της αμφιβολίας για το τι συνέβη τότε και για το πόσο επίκαιρο παραμένει το τότε για το σήμερα μιας και οι ανθρώπινες αδυναμίες ποτέ δεν έπαψαν όσο και αν οι εποχές άλλαξαν. Εξάλλου όπως λέει και ο Μπαλζάκ: «Μόνο τα κουστούμια αλλάζουν, όχι οι άνθρωποι και οι εποχές».

Ένα τέτοιο βιβλίο-δοκίμιο για την ανάγνωση και την συμβολή της στην σύγχρονη ζωή είναι απαραίτητο όσο ποτέ και διαδραματίζει έναν κομβικό ρόλο για αυτούς που επιθυμούν να βγουν από το σπήλαιο της ανοησίας που διαχέεται παντού και να πορευτούν σε δρόμους σίγουρους μακριά από αναγνωστικά ναρκοπέδια που κοστίζουν χρόνο και χρήμα. Και βέβαια ο Στεφανάκης, έχοντας στο δισάκι του τις επιτυχίες των μυθιστορημάτων του όπως οι «Μέρες Αλεξάνδρειας», το «Φιλμ νουάρ» και άλλα αλλά και έχοντας στο βιογραφικό του μεταφράσεις όπως του “Κλασσικού κόσμου” του Robin Lane Fox, έρχεται να επισφραγίσει το γεγονός πως για να γράψεις πρέπει πρώτα να έχεις διαβάσει. Και κάνοντας την αυτοκριτική του ή για να το θέσω καλύτερα δοκιμάζοντας να συνομιλήσει με τους πρώτους πατέρες της λογοτεχνίας που δεν είναι άλλοι από τον Όμηρο και τον Πλάτωνα επισημαίνει: «Όλοι εμείς οι μυθιστοριογράφοι που συνωστιζόμαστε στις πύλες της λογοτεχνικής αθανασίας δε θα έπρεπε να λησμονούμε ούτε στιγμή πως είμαστε παιδιά του Ομήρου και του Πλάτωνα». Και με το χρήσιμο εργαλείο της εμβάθυνσης του στην λογοτεχνία που αντέχει στον χρόνο γιατί έχει πολλά να διδάξει, μας προτρέπει ως προς το εξής: «Δε θα καταφέρουμε ποτέ να αλλάξουμε τον κόσμο με την ποίηση και τα μυθιστορήματα, αξίζει όμως τον κόπο να δοκιμάσουμε την ευεργετική επίδρασή τους στην ζωή και στον χαρακτήρα μας». Και όπως είχα γράψει και σε προηγούμενη κριτική για τον ρόλο της τέχνης στην ζωή μας ως μέσο θεραπείας, θα επαναλάβω και πως η λογοτεχνία είναι όπως λένε και οι Γάλλοι “mode de vie” ή αλλιώς modus vivendi ή τρόπος ζωής. Όπως και να το ονομάσει κανείς, είναι η επικοινωνία μας με τους άριστους του παρελθόντος που μας άφησαν κληρονομιά τις ανησυχίες τους και τις σκέψεις τους και πρέπει να νιώθουμε τυχεροί για αυτό. Κατά συνέπεια, κάθε βήμα ανακάλυψης των μαγικών κόσμων αυτών των συγγραφέων είναι ένα ταξίδι και μπορεί να μας παράσχει γαλήνη και πνευματική ευεξία που ούτε είχαμε φανταστεί ποτέ. Γιατί όπως υπογραμμίζει και ο Στεφανάκης: «Η λογοτεχνία είναι στην ουσία το διαβατήριο για την κοινωνική μας ζωή, το ρούχο που φοράμε».

«Τα μεγάλα βιβλία θα μας εμπνέουν πάντα με την ασίγαστη γοητεία το διαχρονικού»

«Η καλή λογοτεχνία σε κάνει, αν μη τι άλλο, να αμφιβάλλεις για αυτό που είσαι»

«Στα μείζονα έργα της λογοτεχνίας αναγνωρίζει κυρίως κανείς τη σοφία της διαύγειας και της σαφήνειας»

Το βιβλίο του Δημήτρη Στεφανάκη, Πώς η λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
http://www.culturenow.gr/45447/pws-h-logotexnia-soy-allazei-th-zwh-dhmhtrhs-stefanakhs-kritikh-vivlioy